18 Νοεμβρίου 2010

They are getting away with it…

Στην πόλη μου ζουν 109.000 κάτοικοι. Την περασμένη Κυριακή ψήφισαν 52.000 από αυτούς. 6.000 από τα ψηφοδέλτια που καταμετρήθηκαν ήταν άκυρα ή λευκά. 24.000 ψήφοι πήγαν στον νικητή των εκλογών και 22.000 στον ηττημένο. Ο νέος Δήμαρχος έχει τη στήριξη και την εύνοια των 24.000 από τους 109.000 κατοίκους της πόλης που ετοιμάζεται να διοικήσει. Αυτό σημαίνει πως 85.000 κάτοικοι δεν επιθυμούν την παρουσία του στο αξίωμα που –δημοκρατικά;- τώρα πια κατέχει. Πήξαμε στους αριθμούς, μα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να δούμε ξεκάθαρα τι ακριβώς σημαίνει αποχή.
Θα πρέπει, δυστυχώς, να γυρίσουμε για μια στιγμή πίσω στους ορισμούς, διότι μάλλον έχουμε –όλοι- ξεχάσει τα βασικά.

Ξεκινάω με μια ματιά στο τι σημαίνει αντιπροσωπευτική δημοκρατία: Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνά ο λαός μέσω αντιπροσώπων. Δηλαδή ο λαός μπορεί και εκλέγει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως με τον ακριβή τύπο του πολιτεύματος, πρόεδρο, πρωθυπουργό, βουλευτές κλπ. Αυτοί ασκούν είτε την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία. Οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων αποτελούν συνήθως την κύρια μέθοδο συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Ποιους ακριβώς αντιπροσώπους εκλέξαμε σε αυτές τις εκλογές, λοιπόν; Σε τι ακριβώς συμμετείχαμε; Αν η αποχή άγγιξε το 60%, όπως λένε κάποιοι, τότε ποιο ακριβώς είναι πλέον το πολίτευμα της Ελλάδος;

Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει το Σύνταγμα, για το πολίτευμα της Ελλάδας: «Το σύνταγμα του 1986 στο πρώτο άρθρο του και στην πρώτη παράγραφο, κάτω από τον τίτλο "Μορφή του Πολιτεύματος", ορίζει ότι: "Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία". Αναλύοντας τον ορισμό αυτό παρατηρούμε ότι: Το π. της Ελλάδας είναι πρώτα απ` όλα "δημοκρατία". Δημοκρατία είναι το π. στο οποίο ο λαός, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι το ανώτατο όργανο του κράτους, που εκφράζει την υπέρτατη θέληση μέσα στο κράτος αυτό. Για το λόγο αυτόν θεμέλιο της δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2). Η λαϊκή κυριαρχία κατά το σύνταγμά μας συνεπάγεται την καθολική ψηφοφορία κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων… Η εμπιστοσύνη της Βουλής στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι όχι μόνο αναγκαία, αλλά και αρκετή προϋπόθεση τόσο για το διορισμό όσο και για τη διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης…Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ουσία της δημοκρατίας, όπως ορθά την είχε συλλάβει ο Αριστοτέλης, είναι η ελευθερία και η ισότητα.»

Και η συνέχεια είναι ακόμη καλύτερη:

«Η δημοκρατία δεν ορίζεται μόνο ως "κοινοβουλευτική", αλλά και ως "προεδρευόμενη". Αυτό σημαίνει πως ο ανώτατος άρχοντας εκλέγεται και δεν κληρονομεί το αξίωμά του, επειδή στο αξίωμα αυτό βρισκόταν προηγουμένως μέλος της οικογένειάς του».

Τα σχόλια νομίζω ότι είναι περιττά. Και επειδή ο καλύτερος ορισμός ενός πολιτεύματος επιτυγχάνεται όταν συγκρίνεται με άλλα, αντίπαλα, πολιτεύματα, ορίστε και ο ορισμός των αυταρχικών καθεστώτων:

«…στα αυταρχικά καθεστώτα η θέληση των αρχομένων δεν εξετάζεται από αυτούς που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και μ` αυτόν τον τρόπο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η ικανότητά τους για την άσκησή της. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τέτοια πρόσωπα γίνεται είτε με τη βία ή "πραξικόπημα", όταν για να καταλυθεί η έννομη τάξη που ισχύει χρησιμοποιείται η κρατική δύναμη που υπάρχει (στρατός, σώματα ασφαλείας) και πάντως σε κάθε περίπτωση δικτατορικά καθεστώτα, είτε κληρονομώντας την ικανότητα να ασκεί την κρατική εξουσία, είτε με ανάδειξη ή διορισμό από αυτούς που ήδη εξουσιάζουν».

Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.

11 Νοεμβρίου 2010

Κυριακή Εκλογών: Round 2


Ω Θέε μου! Πάλι μαλακία έκαναν οι γονείς μας!
 Οι ειδικοί λένε πως νικητής του πρώτου γύρου των εκλογών ήταν η αποχή. Με το που το ανακοίνωσαν, ξεκίνησε το παιχνίδι παντομίμας. Ο καθένας εξηγεί τι σημαίνει αποχή και εμείς –οι τηλεθεατές της δημοκρατίας- προσπαθούμε να μαντέψουμε ποιος απ’ όλους έχει δώσει την καλύτερη, και παραστατικότερη, εξήγηση της λέξης. Για μένα η αποχή έχει πολλές ερμηνείες. Ο αριθμός των ερμηνειών είναι ανάλογος του αριθμού ανθρώπων που απείχαν. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι μια μερίδα ανθρώπων που απείχαν το έκαναν για να αποδοκιμάσουν το πολιτικό σύστημα και όχι επειδή ο καιρός ήταν καλός και η παρέα θα πήγαινε εκδρομή για ουζάκια; Κάποιοι θα πουν ότι το υποτιμώ πολύ το θέμα, μα επιμένω πως για μένα το 40% των πολιτών που απείχαν αποτελεί μια ακαθόριστη, ευμετάβλητη και αψυχολόγητη πλειοψηφία. Το πώς θα πορευτεί λοιπόν, και το τι προσπάθησε ήδη να μας πει με την έως τώρα πορεία της, θα φανεί στο μέλλον.


Δύο είναι τα στοιχεία που κρατώ εγώ, πριν από το δεύτερο γύρω εκλογών. Το πρώτο είναι τα «βαφτίσια» που επιχειρήθηκαν από τους υποψηφίους. Τώρα, λέει, θα πάμε να ψηφίσουμε με αυτόδιοικητικά κριτήρια. Αυτό, ειλικρινά, δεν το κατάλαβα. Για να πούμε ότι αλλάζει ο χαρακτήρας των εκλογών αυτών, θα πρέπει να αλλάξουν και οι υποψήφιοι, δεν νομίζετε; Δηλαδή, θέλουν να μας πουν ότι ο υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ ή της Νέας Δημοκρατίας ήταν κομματικός εκπρόσωπος στο πρώτο γύρο και τώρα, μέσα σε μία εβδομάδα, έγινε αυτόδιοικητικός;;; Σοβαρά πιστεύουν πως κάποιος από αυτούς που απείχαν στον Α’ γύρο, με πολύ περισσότερους υποψηφίους για να διαλέξουν, να θελήσουν τώρα, που οι επιλογές συρρικνώθηκαν απελπιστικά, να πάνε να ψηφίσουν ένα από τα 2 κόμματα; Και αν είναι έτσι, ποιος τους είπε ότι όσοι ψήφισαν ή απείχαν, δεν το έκαναν ήδη με αυτόδιοικητικά κριτήρια από τον Α γύρο; Αυτά είναι που με εξοργίζουν στις εκλογές, όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να μας ερμηνεύσουν και να μας χειραγωγήσουν, όλοι νομίζουν πως μας ξέρουν, λες και είναι κολλητοί μας, λες και μιλάμε κάθε μέρα! Αυτή είναι η αλαζονεία των πολιτικάντηδων και των επιτελείων τους!

Το δεύτερο στοιχείο που κρατάω από αυτό το δεύτερο γύρο των εκλογών είναι αυτό που όλοι θεώρησαν δεδομένο και δεν μπήκαν καν στον κόπο να το σχολιάσουν: τη νίκη, για ακόμη μια φορά, του δικομματισμού. Ήταν αναμενόμενο, λένε, ότι τα δυο μεγάλα κόμματα θα διατηρούσαν την πρωτιά τους, έναντι των άλλων κομμάτων. Κάποιοι λένε ότι έπιασε η μπλόφα περί πρόωρων εκλογών του πρωθυπουργού και άλλοι λένε ότι η διάσπαση και η φαγωμάρα της Αριστεράς βοήθησε σε αυτό. Δεν είναι στις προθέσεις μου να διαφωνήσω με καμιά θεωρία, αυτό που μου μένει ως γεύση όμως είναι ότι την τύχη μας εξακολουθεί να την ορίζει ένα –αντικειμενικά μικρό πλέον- ποσοστό κομματικοποιημένων –συχνά ηλικιωμένων- συμπολιτών μας, οι οποίοι ή πίστεψαν φανατικά ή βολεύτηκαν αναξιοκρατικά από αυτούς τους μηχανισμούς, και συνεχίζουν να τους στηρίζουν. Όσοι υπάρχουν αυτοί οι συμπολίτες, η Ελλάδα δεν θα αλλάξει για εμάς τους υπόλοιπους, η μίζα και η ρεμούλα θα εξακολουθούν να μας κρατούν στον πάτο.

Και ερχόμαστε στο μεγάλο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί όλους μας αυτή την Κυριακή: να απέχουμε ή να συμμετάσχουμε σε αυτή την τελευταία εκλογική αναμέτρηση; Να ασκήσουμε ή όχι το μοναδικό μας συνταγματικό και δημοκρατικό δικαίωμα; Να είναι κομματικές ή αυτοδιοικητικές οι επιλογές μας; Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ αυτή την Κυριακή –τιμώντας και την ουσία της προηγούμενης ανάρτησης μου- θα δεθώ στο ιδεολογικό άρμα ενός μεγάλου –και αρκετά ευφάνταστου- πολιτικού κινήματος της μετά-μεταπολίτευσης, στο πολιτικό κίνημα των άκυρων-λευκών ψηφοδελτίων. Την Κυριακή, θα πάρω τον μαύρο μαρκαδόρο μου και θα γράψω πάνω στο ψηφοδέλτιο: δώστε μου μια ευκαιρία να ζήσω με αξιοπρέπεια, δώστε μου επιτέλους ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ!!!

Καλή ψήφο σε όλους.

3 Νοεμβρίου 2010

Αυτή την Κυριακή… εκτονωθείτε!

Οι γονείς μου ήταν πάντα αυτό που λέμε «πολιτικά όντα». Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, στο σπίτι άκουγες 2 πράγματα: το ραδιόφωνο να παίζει από τις 8 το πρωί, αναμεταδίδοντας ειδήσεις και εκπομπές επικαιρότητας και την τηλεόραση να ανοίγει ευλαβικά μόνον τις ώρες των προκαθορισμένων δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα, η μητέρα μου δεν είχε ποτέ ένα σταθμό, είτε ραδιοφωνικό είτε τηλεοπτικό, που παρακολουθούσε. Αντιθέτως, έκανε ακουστική τσάρκα σε ότι σχετικό κυκλοφορούσε στα ερτζιανά, κολλώντας συχνά σε σταθμούς του «αντίπαλου στρατοπέδου», μόνο και μόνο για να έχει όσο το δυνατόν πιο σφαιρική άποψη των θεμάτων. Βέβαια, αν κρίνω από τη χαμηλή θέση που πήραμε σε πρόσφατη έρευνα σχετικά με την ελευθεροτυπία στην Ελλάδα, τσάμπα κόπο έκανε η γυναίκα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Οι γονείς μου ήταν φανατικοί οπαδοί των κομμάτων, από αυτούς που αρπάζουν τα σημαιάκια και τα καπέλα και βγαίνουν στους δρόμους, όταν μιλά ο πρόεδρος του κόμματος. Μάλιστα, πήγα στην πρώτη μου προεκλογική συγκέντρωση όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό. Η μάνα μου, μου φόρεσε το κασκόλ του κόμματος και το καπέλο και με τραβολογούσε από το χέρι, σαν βαλίτσα γεμάτη πέτρες. Το μόνο που θυμάμαι είναι οι φωνές, τα φώτα, το πλήθος. Τότε, όλοι έμοιαζαν υπερβολικά ψηλοί και τρομαχτικοί, και ένας φόβος γέμιζε την καρδιά μου, καθώς η μάνα μου με τραβούσε αλαφιασμένη: ότι το χέρι μου θα γλιστρήσει και θα χαθώ στο τεράστιο πλήθος. Από τότε και μέχρι και σήμερα, βλέπω όνειρα ότι χάνομαι στο πλήθος και παραλύω από το φόβο. Αυτό πιστεύω ήταν και το πρώτο προσωπικό «τραύμα» που δέχτηκα στη ζωή μου εξαιτίας του πολιτικού μας συστήματος. Μπροστά, όμως, σε αυτά που ακολούθησαν, αυτό φαντάζει πταίσμα, γι’ αυτό και πάω παρακάτω.

Οι γονείς μου, λοιπόν, ήταν φανατικοί οπαδοί του δικομματισμού. Ήταν οι άνθρωποι που έκριναν τον άλλον, με βάση την πολιτική του ταυτότητα. Ήταν τόσο χωμένοι σε αυτή την ιδεολογία, που η μάνα μου, στα πρώτα της ραντεβού με τον πατέρα μου, τον απείλησε με χωρισμό, αν οι πολιτικές τους απόψεις δεν συνέπιπταν. Του είπε συγκεκριμένα, ότι όλα του τα κουσούρια θα μπορούσε να τα αντέξει, αρκεί να μην ήταν οπαδός του «αντίπαλου στρατοπέδου». Που να ήξερε βέβαια τότε, ότι υπάρχουν τελικά κουσούρια πολύ χειρότερα, απ’ το να είναι κάποιος άλλο κόμμα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ζουμί της ιστορίας που σας διηγούμαι έγκειται στη λέξη «ήταν». Ναι, οι γονείς μου ανήκουν πλέον στη κατηγορία των ανθρώπων που δεν θα πάνε να ψηφίσουν αυτή την Κυριακή, και υπάρχει ένα πολύ καλό σκεπτικό πίσω από την απόφαση τους.

Ο δικομματισμός της ενήλικης ζωής τους έχει δηλητηριάσει τις επιλογές τους, σε τέτοιο σημείο που να μην μπορούν με τίποτα να ψηφίσουν άλλο κόμμα. Από το να ψηφίσουν, λοιπόν, το κόμμα που τους πρόδωσε και τους έφτασε ως εδώ, προτιμούν απλά να απέχουν. Στα μάτια τους βλέπεις καθαρά την απογοήτευση του οπαδού, την πικρία του ανθρώπου που απλά πίστεψε πολύ σε κάτι, που τελικά αποδείχτηκε απάτη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό σε αυτό τον κόσμο, από την εικόνα του διαμελισμένου πνεύματος. Οι γονείς μου δεν θα ψηφίσουν σε αυτές τις εκλογές, όμως η αποχή τους δεν είναι σημάδι ηχηρής διαμαρτυρίας. Η αποχή τους είναι σημάδι απογοήτευσης και παραίτησης, είναι σημάδι φόβου προς τον ίδιο τους τον εαυτό, που χρόνια τώρα, κάποιοι τον εκπαίδευαν –ή τον υποχρέωναν- να ακολουθεί πιστά της προσταγές ενός κόμματος. Εν ολίγης, είναι σημάδι πλύσης εγκεφάλου, σε σημείο που ο «ασθενής» να μην εμπιστεύεται πλέον την ίδια του την κρίση. Αντιδρούν όπως οι τοξικομανείς σε φάση απεξάρτησης: ξέρουν ότι οι «ουσίες» τους κάνουν κακό, αλλά τις αναζητούν έτσι και αλλιώς. Η μόνη τους σωτηρία, λοιπόν, είναι να ταμπουρωθούν σπίτι τους τη μοναδική μέρα του χρόνου, όπου το «ναρκωτικό» τους κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους όλης της χώρας.

Απ’ όλο μου το σόι, είμαι η μόνη που δήλωσε ότι την Κυριακή θα πάει να ψηφίσει. Δεν πιστεύω στη ψήφο διαμαρτυρίας της αποχής, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι τους λέω «αλωνίστε ελεύθερα, δεν θα σας σταματήσει κανείς». Δεν είμαι καλή χριστιανή, δεν θα γυρίσω στωικά και το άλλο μάγουλο για να με χαστουκίσουν, θα τους ρίξω εγώ μπουνιά πρώτη, ασκώντας το μοναδικό πλέον δημοκρατικό δικαίωμα που μου άφησαν σε αυτή τη χώρα. Και ακόμη και αν μαγειρέψουν τα αποτελέσματα –πράγμα πολύ πιθανό σε μια δικτατορία- μου φτάνει που αυτοί θα ξέρουν μεταξύ τους ότι εγώ δεν τους θέλω εδώ, ότι θα τους πολεμήσω. Μου φτάνει που, ίσως, να καταφέρω με την ανυπακοή μου να τους χαρίσω και εγώ μερικά «τραύματα», τους τα χρωστάω άλλωστε.







28 Οκτωβρίου 2010

Ζώντας λαθραία…όλοι μαζί στην ίδια βάρκα

Μετανάστες και μετανάστευση. Η δουλειά μου πρόσφατα με έφερε μπροστά τους. Πέρασα μέρες ολόκληρες εξερευνώντας, όχι τόσο τους ίδιους, όσο τις ιδέες και τις απόψεις του απλού κόσμου, των δημόσιων λειτουργών ή των ακαδημαϊκών για αυτούς. Ανακάλυψα πολλά, τα οποία δεν χωράνε σε μια ανάρτηση. Ανακάλυψα αρχικά το πραγματικό τους νούμερο. Η μοναδική –επίσημη- απογραφή του αριθμού μεταναστών που έχουμε στα χέρια μας έγινε πριν 10 σχεδόν χρόνια. Αν μαντέψουμε –όπως όλοι μπορούμε τώρα πια- την ποιότητα της δουλειάς των δημόσιων λειτουργών, που ανέλαβε να πραγματοποιήσει την απογραφή, τότε μπορούμε να φανταστούμε τα κενά και τις παραλείψεις που υπήρξαν, δίχως καν να δούμε τα νούμερα. Μα δεν έχουν τόση σημασία τα νούμερα, όσο το γεγονός ότι 10 ολόκληρα χρόνια μετά και ακόμη δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό ψυχών –έστω και ξένων- που ζει στο ίδιο κομμάτι γης με εμάς.


Ανακάλυψα επίσης τους νόμους που θεσπίστηκαν για τη νομιμοποίηση τους. Νόμοι περίπλοκοι, δυσνόητοι, επίτηδες κακογραμμένοι και ποτέ, μα ποτέ, αρκετοί για να καλύψουν τα κενά και τις παραλείψεις των προηγούμενων. Οι ακαδημαϊκοί σιγομουρμουρίζουν σε κάθε τους παράγραφο, τονίζοντας την παραλογία τους, τα παραθυράκια τους και τα ποσοστά των ανθρώπων που αφήνουν στην παρανομία, καταφέρνοντας δηλαδή το αντίθετο ακριβώς από το λόγο ύπαρξης τους.

Δεν είναι τόσο τα νομοθετικά τερτίπια που με ξενίζουν, άλλωστε στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη ιστορία άχρηστων-ελλιπέστατων-πονηρών νόμων. Αυτό που με προβληματίζει είναι η εσκεμμένη απουσία μεταναστευτικού οράματος και πολιτικής. Με λίγα λόγια, ποιους εξυπηρετεί η στάση που κρατάμε; Για ποιόν ακριβώς λόγο δηλώνουμε αδυναμία οργάνωσης και αποτελεσματικότητας, όταν έχουμε στα χέρια μας τόσο τις οδηγίες-προσταγές της ΕΕ για τους μετανάστες, αλλά και τα παραδείγματα μεταναστευτικής πολιτικής άλλων χωρών, με μεγαλύτερη «προϋπηρεσία» στη μεταναστευτική πολιτική; Είναι θέμα πολιτικής βούλησης ή θέμα στρατηγικής;

Το θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής είναι το κόκκινο πανί και των επερχόμενων εκλογών, ειδικά στη Περιφέρεια Αττικής. Είδα τα ευτράπελα στις γειτονίες και άκουσα τις απόψεις των υποψηφίων. Ακροδεξιές κορώνες και αριστερή σιωπή, πασπαλισμένη με μπόλικο συναίσθημα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι, και Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα. Δέκα χρόνια σφυράμε αδιάφορα, το κύμα κάποια στιγμή θα μας έφτανε, όσο γρήγορα και αν λέμε πως τρέχουμε. Αναρωτιέμαι, όμως, πόση πολιτική δύναμη θα έχουν τελικά αυτοί οι τοπικοί άρχοντες, ώστε να υπόσχονται λύσεις βερεσέ, όταν εδώ και 10 τουλάχιστον χρόνια η κεντρική διοίκηση της χώρας δεν μπόρεσε να υλοποιήσει καμία; Για πολιτική βούληση δεν ρωτάω καν, τα 10 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη απογραφή μαρτυρούν πολλά. Οι Έλληνες αρκούμαστε στα λόγια τελικά, χωρίς ποτέ να εξετάζουμε πόσα από αυτά έγιναν πραγματικά πράξη.

Ανακάλυψα ακόμη –με μεγάλη απογοήτευση- τη δυστοκία των ερευνητών που συχνάζουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια. Θεέ μου! Τι είδαν τα ματάκια μου…

Δεκάδες έρευνες, όλες τυλιγμένες στο μανδύα της επιστημονικής αντικειμενικότητας, γεμάτες ελλείψεις και παραλείψεις. Όποιος έχει αποφοιτήσει –με νόμιμα τουλάχιστον μέσα και όχι επειδή γνωρίζει τον καθηγητή- από σχολή κοινωνιολογίας ή κοινωνικών επιστημών γνωρίζει ότι ο νούμερο ένα κανόνας της κοινωνικής έρευνας είναι η παραδοχή και περιγραφή της μεροληψίας του ίδιου του ερευνητή. Γνωρίζει επίσης, ότι σκοπός μιας έρευνας δεν είναι να εκθειάσουμε καθηγητές, περιλαμβάνοντας, μάλιστα, στα κύρια επιχειρήματα μας το βιογραφικό τους. Δεν με πείραξε τόσο η μεροληπτική παρουσίαση των θεμάτων, όσο το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους, και το εννοώ, οι έρευνες και οι διπλωματικές που διάβασα ήταν κακογραμμένες. Δυστυχώς, η σωτηρία δεν θα έρθει από την ακαδημία, ούτε όμως και από τα αμφιθέατρα των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, και εκεί επικρατούν τα μικρο-συμφέροντα, τα κομματικά συμφέροντα και τα «κολλητιλίκια».

Ανακάλυψα, τέλος, και κάτι ακόμη, ανακάλυψα τον παράγοντα ψυχολογία και τον παράγοντα άνθρωπο. Σε ότι αφορά τον πρώτο, νομίζω πως η τύχη μας επιφύλαξε μία άσχημη, αλλά και συνάμα δίκαιη, έκπληξη. Τόσο καιρό βλέπαμε αφ’υψηλού τους μετανάστες. Τώρα, που όλο και πιο πολλοί Έλληνες συνωστίζονται στα συσσίτια, ήρθε η ώρα να γίνουμε φίλοι τους και συνοδοιπόροι στη μιζέρια. Ο Θεός τελικά είναι πολύ χιουμορίστας, πάντα το έλεγα. Τώρα, που και εμείς είμαστε αναγκασμένοι να δουλεύουμε ανασφάλιστοι, δίχως συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή μονιμότητα, τώρα θα καταλάβουμε πως είναι να είσαι μετανάστης στον τόπο σου. Η κρίση μας φέρνει πιο κοντά, πάντα το έλεγαν και δεν τους πίστευα. Σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου –προ ΔΝΤ- το 49% των Ελλήνων ζήτησε την απέλαση των άνεργων μεταναστών. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγετε κρύο, αγαπητοί μου, διότι τώρα πια η ανεργία διώχνει εμάς τους ίδιους από τη χώρα μας προς αναζήτηση εργασίας. Και το χειρότερο απ’ όλα ξέρετε πιο είναι; Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως υποπτεύομαι ότι σε όλο αυτό το μπάχαλο, σε όλη αυτή την παρακμή που υποπέσαμε ως Έλληνες, το πιο πιθανό είναι οι μετανάστες συμπολίτες μας να μας συμπονέσουν, παρά να νιώσουν δικαιωμένοι. Για φανταστείτε το…

11 Οκτωβρίου 2010

η βροχή

Ξύπνησα στους ήχους του ουράνιου κλάματος. Με ξύπνησε το παράπονο της φύσης. Ο ήχος του, σαν θλιμμένη μελωδία, έπεφτε στο ίδιο τέμπο με αυτόν που καιρό τώρα σιγο-παίζει μέσα μου και η μελωδία ξεχείλισε στα αυτιά μου. Δεν κατάφερα να πνίξω μέσα μου την ανάγκη να φωνάξω για όλα αυτά που μου λείπουν και ο ύπνος χάθηκε ξαφνικά μέσα από τα μάτια μου.


Θαμπός ο ουρανός. Κάθε γωνία και ένα γκρίζο μπαλωματάκι, κάθε σύννεφο και ένα δάκρυ. Αγουροξυπνημένα τα μάτια μου τον εξερευνούν. Πόσο διαφορετική μοιάζει τώρα η βροχή; Πόσο διαφορετική, μετά από τόσους μήνες που έχω να την ακούσω;

Μπαίνει ξαφνικά το δροσερό αεράκι της από τα παράθυρα, παίζει με την κουρτίνα και μετά μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο. Και το χώμα, βγάζει από μέσα του όλο το δηλητήριο που τόσο καιρό δεν μπορούσε να αποβάλει, και μια υγρή, ζεστή μυρωδιά γεμίζει την ατμόσφαιρα. Ο ήχος, η μυρωδιά της γης... Μου θυμίζουν το δικό μου κλάμα, αυτό που δεν κατάφερα να κρατήσω μέσα μου, γιατί οι τοξίνες σκότωναν σιγά σιγά τα ζωτικά μου όργανα. Τώρα καταλαβαίνω πόσο χαζή και άσκοπη είναι αυτή μου η προσπάθεια να αρνηθώ τα πάντα, όλα αυτά που καιρό βολτάρουν μέσα μου και ψάχνουν το άνοιγμα των ματιών μου για να εκφραστούν. Αν κοιτάξεις καλά θα δεις την τρικυμία πίσω από τις κόρες των ματιών μου, τα ποτάμια που φουρτουνιάζουν μέσα τους, ίδια με αυτά που οργώνουν τώρα ορμητικά το δρόμο.

Μα ήρθε η βροχή... το δηλητήριο χάνει σιγά σιγά τη γεύση και τη δύναμή του. Τα μπαλωματάκια στον ουρανό παίρνουν χρώμα και χαμογελά νυσταγμένος ο ήλιος πίσω τους. Έτσι και το μυαλό μου παίρνει χρώμα, με κυριεύει μια χαρά, μια προσμονή, από αυτές που σε καθηλώνουν στην αναμονή τους. Και δεν χάνω πια το χρώμα από τα μάτια μου, και αν ο ουρανός σκοτεινιάζει που και που, το ίδιο και η σκέψη μου. Μα είναι μόνο για λίγο, γιατί αυτή η πτώση είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να πάρεις φόρα και να τιναχτείς πιο ψηλά. Αυτή η πτώση, είναι σαν το νέο αίμα που εισχωρεί στο σώμα σου και σε κάνει να σκεφτείς τη ζωτικότητα και τη σημασία του.

Σαν μικρόβιο μπήκε μέσα μου η χαρά και ξέπλυνα στη βροχή και την τελευταία μου ελπίδα.

Τα δικά μου σύννεφα σκαρφαλώνουν μόνο μέχρι το ταβάνι του δωματίου μου, μα πριν προλάβω να τα κοιτάξω, γίνονται φαντασία, γίνονται πρόσωπα και εικόνες και με πιάνουν τα γέλια. Με πιάνουν τα γέλια γιατί η ζωή είναι μικρή, είναι όμορφη, είναι αυτό που την κάνω εγώ να είναι. Κάτι φωνάζει μέσα μου πως η αγάπη είναι μέσα στα μάτια μου, η ομορφιά είναι μέσα στο βλέμμα μου, ο Θεός είναι μέσα στο αίμα μου, η τύχη ξαποσταίνει πάνω στα χέρια μου και εσύ θα μου χαμογελάς όπως και να σε κοιτάξω, σαν τον ήλιο που τώρα ξεμυτά από τα σύννεφα. Και αν καμιά φορά δεν σε βλέπω να χαμογελάς, είναι γιατί ξεχνάω να κοιτάξω ψηλά. Συγχώρεσε την ανθρώπινη μικροπρέπεια μου, το βουβό μου κλάμα, το θρήνο της ζωής μου, και εγώ υπόσχομαι πως, αν δεν σταματήσεις να μου χαμογελάς, δεν θα σταματήσω ποτέ να κοιτώ ψηλά.

Χαρά της ζωής μου, είσαι ο ήλιος που τώρα ζεσταίνει το άκαμπτο κορμί μου. Μην πάψεις ποτέ να μου χαμογελάς, και εγώ, έχω σύμμαχο τον καιρό και τη μνήμη για να μου θυμίζει περασμένες μας μάχες και τον πόλεμο που θα έρθει.

Τώρα... όλα είναι τώρα, όλη μου η ζωή αρχίζει και τελειώνει με κάθε σου χαμόγελο, με κάθε νέο και παλιό κεφάλαιο της μνήμης μου.

Και αν ερωτευτώ, θα είναι για πάντα.Ό,τι ερωτεύτηκα ως τώρα στη ζωή μου, είναι ακόμη μέσα μου, γιατί αλίμονο σ'αυτόν που δεν αγαπά τη μνήμη του, σ'αυτόν που ξεχνά όλα όσα τον έφεραν ως εδώ, ως την κάθαρση της βροχής, ως το χαμόγελο του ήλιου.

Τi θα ήμουν χωρίς τα χαμογελά σας; Χωρίς τις αναμνήσεις μου, χωρίς τη βροχή...

10 Οκτωβρίου 2010

Seasons change, separate paths, separate ways…

Ουφ! Έφτασα! Τα πάτησα! Δεν θα πω τα πόσα, ίσως επειδή αν με ρωτήσεις πόσο χρονών πιστεύω πως είμαι, θα σου απαντήσω 70. Ο χρόνος είναι πολύ υποκειμενική έννοια και αίσθηση τελικά. Κάπου είχα διαβάσει μια ανάλυση του τι σημαίνει χρόνος, αλλά ήταν τόσο αφηρημένη και αφαιρετική που το μόνο που κατανόησα ήταν πως ο χρόνος περνά απελπιστικά αργά, όταν διαβάζεις κακογραμμένα και επίτηδες δυσνόητα κείμενα.


Το ίδιο αργά περνάει και όταν διαβάζεις χιουμοριστικά κείμενα, όπου το γέλιο σου βγαίνει με το στανιό, και από αυτά –δυστυχώς- έχει γεμίσει το διαδίκτυο. Φτηνό χιούμορ της οκάς, με τσιτάτες ατάκες και ανέκδοτες ιστοριούλες καθημερινής τρέλας, σερβιρισμένες με μπόλικο πνεύμα, που όποτε σκαλώνει, πετάει και μερικές βωμολοχίες για να πάει παρακάτω. Και από κάτω, σωρός τα διθυραμβικά σχόλια των αναγνωστών, τύπου «Χαχαχαχαχα! Είσαι θεά!». Υπάρχει βέβαια και η αντίπερα όχθη, όπου το χιούμορ αγγίζει τα όρια επικινδυνότητας της καυστικής σόδας. Σε αυτές τις περιπτώσεις διαβάζεις και γελάς αμέριμνος, μέχρι να φτάσεις στις τελευταίες σειρές και να συνειδητοποιήσεις πως τα σωθικά σου έχουν μετατραπεί σε πυρόπληκτο τοπίο.

Μα το θέμα μου δεν είναι η γραφή των διαφόρων –επαγγελματιών και μη- μπλόκερς, το θέμα μου είναι ο χρόνος. Ήμουν έτοιμη να γράψω έναν απολογισμό του τι σημαίνει χρόνος για μένα, πασπαλισμένο με μπόλικη γκρίνια για «όλα αυτά που ήθελα να κάνω και δεν έχω καταφέρει ακόμη». Το δούλευα από χθες στο κεφάλι μου το κείμενο και μέχρι να με πάρει ο ύπνος, είχα φτάσει αισίως στις 150 σελίδες ακατάσχετης μουρμούρας. Ευτυχώς, ξυπνώντας σήμερα το πρωί, το έγγραφο είχε διαγραφεί ολοκληρωτικά από το σκληρό μου δίσκο.

Μια αγαπητή (σε μένα τουλάχιστον) δημοσιογράφος μεγάλης αμερικανικής εφημερίδας είχε γράψει κάποτε πως όσοι περνάνε την ηλικία των 30, θα ήταν καλό (ή μήπως διασκεδαστικό; Δεν θυμάμαι τι από τα δύο) να γράψουν ένα κείμενο γεμάτο συμβουλές για τους νεότερους. Η ίδια το έκανε και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, όμως εγώ, ομολογώ, πως δεν θα το αποτολμούσα. Αν κρίνω από τις χιλιάδες γνώμες που ακούω και διαβάζω καθημερινά, είμαι ίσως από τους λίγους ανθρώπους σε αυτή τη πλάση που πιστεύει πως δεν έχει κάτι να προτείνει στους άλλους. Ίσως επειδή ξέρω πλέον καλά πως ότι και να προτείνεις σε κάποιον, ο οποίος δεν θέλει βοήθεια, θα πέσει στο κενό. Η πραγματικά έξυπνοι άνθρωποι δίνουν τις συμβουλές τους σε αυτούς που πραγματικά τις έχουν ανάγκη και όχι στον καθένα. Εγώ δυστυχώς δεν ανήκω ακόμη στην κατηγορία των πραγματικά έξυπνων ανθρώπων, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία θα σας διηγηθώ εν καιρώ.



Τι είναι λοιπόν ο χρόνος και πότε αισθανόμαστε πως έχουμε γεράσει; Ο χρόνος για μένα έχει δυο πρόσωπα, ένα πραγματικό και ένα καθαρά υποκειμενικό. Δυστυχώς, το σώμα μας δεν είναι φτιαγμένο από αστερόσκονη και ο χρόνος αφήνει πάνω του σημάδια, είτε μας αρέσει είτε όχι. Φυσικά και υπάρχει ο τρόπος να τα ξορκίσουμε, αρκεί να μπούμε στη διαδικασία του κόψε-τράβα-ράψε ή στην πιο οικονομική λύση του γυμνάζομαι-μέχρι-τελικής πτώσεως. Αυτό που δεν γνωρίζουμε όμως, είναι ότι ο χρόνος και πάλι θα μας αλλοιώσει, όσο και να τον ξορκίζουμε, γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να καταπιούμε τη ματαιοδοξία μας και να τον αποδεχτούμε. Είναι σαν τα σόγια μας, που όταν έρχονται επίσκεψη, το κάνουν δίχως να πάρουν ένα τηλέφωνο πρώτα και μας αναγκάζουν να κάτσουμε ώρες ολόκληρές μαζί τους, χαμογελώντας ψεύτικα στις συνήθως άβολες ερωτήσεις που μας εκτοξεύουν. Αυτή είναι η πραγματική μου σχέση με το χρόνο, όμοια με αυτή που έχω με τους συγγενείς μου: με ξέρουν υπερβολικά καλά, για να μπορώ να τους κρυφτώ και να αποφύγω τις ερωτήσεις τους. Όσο και να λες λοιπόν ότι είσαι, ο χρόνος γνωρίσει πως λες ψέματα.



Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι του χρόνου είναι το υποκειμενικό. Για μένα, ο χρόνος μετριέται με βάση τους στόχους που θέτει ο καθένας μας και όχι τα χρόνια που περνούν. Για μένα, ποτέ δεν είσαι αρκετά μεγάλος ή μεγάλη για να ξεκινήσεις μια νέα δουλειά, μια νέα σχέση, μια νέα προσπάθεια, έστω, που ίσως να σε φέρει πιο κοντά στους στόχους σου. Είχα φίλους και φίλες, οι οποίοι περνώντας τα 30, ένιωσαν πως τα χρονικά τους περιθώρια για τη δημιουργία οικογένειας στενεύουν επικίνδυνα. Και εγώ ρωτάω, απλά: είσαι ποτέ πολύ μεγάλος ή μεγάλη για να βρεις ένα σύντροφο, με τον οποίο θα ταιριάζεις και θα περνάς καλά; Από πότε η συντροφικότητα είναι προνόμιο των νέων και μόνο; Είναι απαραίτητη η τεκνοποίηση για την ολοκλήρωση ενός ανθρώπου; Και αν όντως είναι, τότε πως εξηγεί κανείς τη χαρά και την ολοκλήρωση που νιώθουν τα ζευγάρια που υιοθετούν παιδιά και δεν τεκνοποιούν ποτέ;



Θα μπορούσα να δώσω δεκάδες παραδείγματα, αλλά δεν θα το κάνω. Θα πω απλά αυτό, ότι για μένα ο χρόνος είναι μόνο οι στόχοι που θέτουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και πιστεύω πως οι άνθρωποι που έχουν επιτύχει τους στόχους που έθεσαν στη ζωή τους είναι αυτοί, που ακόμα και στα 40 τους, έχουν την πιο μειλίχια και ήρεμη έκφραση, την πιο δοτική και ακομπλεξάριστη συμπεριφορά προς τους γύρω τους. Η ευτυχία και η επιτυχία δεν είναι θέμα ηλικίας, είναι θέμα στόχων και συχνά θέμα τύχης. Σήμερα λοιπόν, είναι η σειρά μου να κάνω μόνη μου τον απολογισμό μου, ξεκινώντας ανάποδα αυτή τη φορά, καταμετρώντας στο μυαλό μου όλα αυτά που έχω επιτύχει. Είναι μια καλή αρχή. Χρόνια μου πολλά!

30 Σεπτεμβρίου 2010

Bubblegum Culture: a short story of no importance


Το μεγαλύτερο πρόβλημα του κάθε άνθρωπου σήμερα είναι η πίστη στις δυνάμεις και τις ικανότητες του.


Από τη μία πλευρά έχουμε ένα σωρό πολιτιστικών προϊόντων να μας λέει πως είμαστε «μικροί Θεοί» ή έστω πως μπορούμε να γίνουμε «μικροί Θεοί» και από την άλλη μεριά έχουμε την αλήθεια της καθημερινότητας μας, μια καθημερινότητα που σπάνια μας κάνει χάρες. Χιλιάδες βιβλία «ευαγγέλια» για την προσωπική ανάπτυξη, την αυτό-εκτίμηση και το «φως» που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Άλλες τόσες ταινίες με παρόμοια θέματα, στις οποίες πάντα, μα πάντα το σύμπαν συνωμοτεί για να βοηθήσει τον πρωταγωνιστή. Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την πραγματικότητα επισφραγίζεται με τα προγράμματα της τηλεόρασης: next top model, top chef, master chef, big brother, x-factor και πάει λέγοντας.

Χιλιάδες άνθρωποι, με απόλυτη πίστη στη μοναδικότητα και την ιδιοφυία τους, πηδάνε μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, θυμίζοντας αιχμάλωτα ζώα στο τσίρκο, για μια θέση στο όνειρο, όπως τους αρέσει να λένε. Ακόμη και στα όνειρα μας πρέπει να είμαστε ανταγωνιστικοί και ικανοί, ακόμη και σε αυτά πλέον δεν επιτρέπεται απλά να είμαστε ότι είμαστε. Και μόλις η θέση εξασφαλιστεί –με αμφίβολα συχνά κριτήρια- τότε μας πιάνουν οι ανασφάλειες. Τσακωμοί, ξεκατινιάσματα και τρικλοποδιές σε απευθείας μετάδοση, μεγενθυμένα όλα, κομμένα και ραμμένα με τρόπο τέτοιο ώστε να στοιχειοθετούν «διασκέδαση» στα μάτια του κοινού.

Χιλιοειπωμένα όλα αυτά θα μου πείτε. Θα συμφωνήσω. Ο λόγος που νιώθω την ανάγκη να τα ξαναπώ είναι απλά για να εξηγήσω, αν και κάπως αργά πια, το λόγο που διάλεξα τον τίτλο Bubblegum Culture γι’ αυτό το blog. Αρχικός σκοπός μου ήταν να καταγράφω εντός του όλα αυτά που εγώ θεωρώ «τσιχλόφουσκες της πολιτιστικής μας κουλτούρας». Η τσιχλόφουσκα έχει πολλές ιδιότητες: είναι πολύχρωμη, εύγευστη, εύκαμπτη και εύπλαστη, ξετρελαίνει τα μικρά παιδιά και σαγηνεύει τους μεγάλους, προσφέροντας τους την απόλαυση του μηχανικού, ασυναίσθητου, επαναλαμβανόμενου μηρυκασμού, που αποχαυνώνει τις αισθήσεις. Αυτό ακριβώς πιστεύω πως επιτυγχάνει και η νεωτερική ή μετά-μοντέρνα (όπως θα έλεγαν κάποιοι) κουλτούρα, με την οποία μεγαλώσαμε και με την οποία μεγαλώνουν και τα παιδιά μας.

Ως γνήσια Ελληνίδα όμως, δεν κατάφερα να κρατήσω την «ύλη» μου εντός θέματος, ίσως επειδή η κουλτούρα δεν είναι ποτέ ένα πράγμα μόνο, αλλά πολλά μαζί. Είναι αδύνατο λοιπόν να μιλήσω για τα τηλεοπτικά προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης, δίχως να αναφερθώ αναπόφευκτα και στην κατακερματισμένη και διαστρεβλωμένη ταυτότητα του νέο-Έλληνα. Και εδώ ακριβώς είναι που εγώ κάνω τη διαφορά, διότι δεν πιστεύω πως υπάρχει μια και μόνο απάντηση, αλλά χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα, που οδηγούν, όσους επιχειρούν να το σκεφτούν σοβαρά, σε μια διαδικασία συλλογισμού και βαθιάς σκέψης, όμοια με αυτή που προκαλεί το γνωστό ερώτημα: Η κότα κάνει το αυγό ή το αυγό την κότα; Κοινώς, έχουμε την κουλτούρα που μας αντιπροσωπεύει ή αυτή που μας πασάρουνε κάποιοι;



Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, αλλά αυτή είναι μόνον η προσωπική μου άποψη και θα την αναλύσω.



Σχετικά με τον πολιτισμό, έχω ακούσει πολλές γνώμες και έχω δει άλλες τόσες συμπεριφορές. Οι υπέρμαχοι της «υψηλής τέχνης» σνομπάρουν τους οπαδούς της «χαμηλής». Οι οπαδοί της «χαμηλής», αντί να απολαύσουν τη διαφορετικότητα τους, προσπαθούν να εδραιώσουν το γούστο τους ως «υψηλό». Οι οπαδοί προσπαθούν να γίνουν ειδήμονες και οι ειδήμονες είτε κρύβονται πίσω από την ιδιότητα τους, είτε απολογούνται για τις απόψεις τους, αποφεύγοντας συστηματικά να παραδεχτούν πως παράλληλα είναι και οι ίδιοι οπαδοί. Όσο για τους δημιουργούς, εκεί το τοπίο είναι θολό και επικίνδυνο. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν ανταπόκριση από τους κριτικούς, αλλά όχι από το κοινό. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν φίλους. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν ερωτικούς συντρόφους. Υπάρχουν αυτοί που δημιούργησαν κάποτε και τώρα ψάχνουν για μαθητές ή οπαδούς. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν για να θρέψουν το αδηφάγο ‘εγώ’ τους, ‘πρώτου βαθμού συγγενείς’ της προηγούμενης κατηγορίας δημιουργών. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν για να πλουτίσουν ή να διατηρήσουν τον πλούτο τους και υπάρχουν και αυτοί που δημιουργούν λόγω κάποιας ανεξήγητης, εσωτερικής ανάγκης, δίχως ποτέ να ζυγιάσουν στο μυαλό τους τα υπέρ και τα κατά. Η εμπειρία μου ως τώρα μου έχει δείξει πως οι τελευταίοι είναι και αυτοί με τη μεγαλύτερη απήχηση στο κοινωνικό σύνολο.

Κάποιοι από αυτούς έχουν «προβολή» και κάποιοι όχι. Ποιανού ο ‘λόγος’ περνάει δεν είναι αποτέλεσμα τύχης ή ταλέντου, τουλάχιστον όχι πάντα. Στην Ελλάδα, ποιανού η κουλτούρα προβάλετε είναι συχνά αποτέλεσμα διεργασιών που ποτέ δεν φτάνουν στα αυτιά μας, παρά μόνον ως κουτσομπολιά και φήμες. Κάπως έτσι, χωρίς εμείς να το αντιληφθούμε απόλυτα, καταλήγουμε να συνυπάρχουμε –είτε το θέλουμε, είτε όχι- με τις Τατιάνες και τις Τζούλιες αυτής της πλάσης, διότι εμείς μπορεί να τις απορρίπτουμε, αλλά ο διπλανός μας, ο φίλος μας, ο σύντροφός μας, ο γείτονας μας, μέχρι και το αφεντικό μας μπορεί να τις θαυμάζει. Είναι λοιπόν αδύνατο να μην λερώσει λίγο από το ‘γκλίτερ’ τους και εμάς, είναι αδύνατο να κατασκευάσουμε από μόνοι μας τα δικά μας πρότυπα και να τα εδραιώσουμε στη συνείδηση των γύρω. Και ποιος μας λέει, στην τελική, πως το δικό μας πρότυπο είναι και το πιο σωστό;



Δεν διάλεξα τυχαία όμως τα ονόματα των κυριών που αναφέρω παραπάνω, ούτε τυχαίο είναι που επικεντρώνομαι στις ‘κυρίες’ και όχι στους ‘κυρίους’ της lifestyle δικτατορίας μας.

.

Ο λόγος που πολλές από τις αναρτήσεις μου έχουν «άρωμα γυναίκας» είναι απλά επειδή πιστεύω ακράδαντα πως οι γυναίκες είναι οι πιο ευάλωτοι –αν και πρόθυμοι- παίκτες αυτού του παιχνιδιού. ‘God help you, if you’re an ugly girl, of course too pretty is also your doom, cause everyone harbors a secret hatred for the prettiest girl in the room’. Αυτοί οι στοίχοι εμπερικλείουν όλη, πιστεύω, την αλήθεια της καθημερινότητας πολλών γυναικών, μα γι’ αυτό δεν φταίει εξολοκλήρου η κουλτούρα μας, φταίει και η οικογένεια μας. Τόσες και τόσες μαμάδες προτρέπουν τις όμορφες κόρες τους να προβάλουν την ομορφιά τους, άλλες τόσες προτρέπουν τις κόρες τους να την ‘κατασκευάσουν’, ως το μοναδικό τους εφόδιο σε αυτή τη ζωή, ενώ οι πιο έξυπνες από αυτές τις προτρέπουν να σπουδάσουν, με την κρυφή ελπίδα πως πριν την απόκτηση του πτυχίου, θα έχουν ήδη αποκτήσει σύζυγο. Αλίμονο στις άσχημες, που αν δεν επενδύσουν στην καριέρα τους, τον προσποιούμενο ‘ανδρισμό’ τους και την οικονομική τους εξασφάλιση, τότε πιθανώς θα καταλήξουν κομπάρσοι στις ‘λαμπρές’ ζωές των γύρω.



Σκληρά λόγια; Ίσως, μα και τόσο αληθινά μερικές φορές. Τόσο αληθινά, ώστε να επικροτούμε τις ‘πολυδιάστατες’, όπως λέει η κυρία Καγιά, γυναικείες προσωπικότητες, δίχως να καταλαβαίνουμε πως ουσιαστικά εννοεί τις διχασμένες και εύπλαστες προσωπικότητες. Τόσο αληθινά, ώστε να δεχόμαστε να βλέπουμε, δίχως να επαναστατούμε, την κυρία Καγιά και τους συνεργάτες της να προτρέπουν με εξωφρενική φυσικότητα ήδη σκελετωμένες κοπέλες να κάνουν δίαιτα. Τόσο αληθινά, ώστε να δεχόμαστε ανενόχλητοι την τηλεοπτική παρέλαση εκατοντάδων στάρλετ ή celebrities, οι οποίες δεν έχουν κανένα ταλέντο να επιδείξουν, πέρα από αυτά που τους χάρισε η φύση ή ο πλαστικός τους χειρούργος. Τόσο αληθινά, ώστε να γελάμε με τον εξευτελισμό και τη γελοιοποίηση των λιγότερο όμορφων γυναικών σε απαράδεκτες παραγωγές, όπως το ‘Μια νύφη για το γιο μου’. Θα μου πείτε ‘αυτά υπάρχουν παντού στον κόσμο’. Σίγουρα, μα μόνο στην Ελλάδα τα βλέπουμε με τέτοια συχνότητα και μόνον εδώ τόσες πολλές ‘στάρλετ’ το έχουν κάνει επάγγελμα για ΤΟΣΟ μεγάλο χρονικό διάστημα.



Και επανέρχομαι στην αρχική μου σκέψη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του κάθε ανθρώπου σήμερα είναι να πιστέψει στις δυνάμεις και τις ικανότητες του. Αυτό είναι το μοναδικό του όπλο και η καλύτερη άμυνα του στο χάος των αντικρουόμενων μηνυμάτων που τον σφυροκοπούν. Για να το επιτύχει, θα πρέπει πρώτα να καταλάβει τα πάντα γύρω του και τη θέση του εντός τους. Όταν το καταφέρει –πράγμα δύσκολο, αναμφίβολα- θα καταλάβει αυτόματα και τα όρια του, αλλά και τις προοπτικές του εντός του συνόλου. Η συνειδητοποίηση όμως δεν επιτυγχάνετε μόνον μέσα από τα βιβλία και τα κηρύγματα. Η συνειδητοποίηση είναι αποτέλεσμα προσπάθειας, σκέψης, μα και τύχης, της τύχης να έχεις τους σωστούς ανθρώπους δίπλα σου. Η τσιχλόφουσκα της κουλτούρας μας, έχει και αυτή τη θέση της στη ζωή μας. Τη χρειαζόμαστε για να ξεφεύγουμε, να χαλαρώνουμε που και πού, ίσως και να ανακαλύπτουμε νέα, χρήσιμα, κάποιες φορές πολύτιμα πράγματα για εμάς και τους γύρω. Το θέμα είναι να μην εγκλωβιστούμε στην ευδαιμονία του μηρυκασμού της και να μην αφήσουμε τη γλυκιά, συνθετική της γεύση να δηλητηριάσει τον οργανισμό μας.



Edit:Τι βιντεάκι θα κολλούσε σε αυτή την ανάρτηση άραγε; Δεν μπορούσα να σκεφτώ κανένα καλύτερο και πιο επίκαιρο. Thank you for your patience.


26 Σεπτεμβρίου 2010

Smoking Area: Ο εμίρης και ο κακομοίρης

Καπνίζω όπως τα φουγάρα της βιομηχανικής περιοχής. Όσοι έχουν βρεθεί σε βιομηχανικές περιοχές, καταλαβαίνουν τι εννοώ. Όποιος βρεθεί σε βιομηχανική περιοχή, να τραβήξει και μια φωτογραφία του περιβάλλοντα χώρου, μια και τείνουν να εκλείψουν και αυτές, όπως και κάθε ίχνος ανάπτυξης στην Ελλάδα. Καλά που ήρθαν οι εμίρηδες για να μας σώσουν. Κάθε που τους βλέπω κάτι παθαίνω. Αμύθητα πλούτη, δεκάδες διάδοχοι και άλλες τόσες επίσημες και ανεπίσημες σύζυγοι. Το πρότυπο του «άντρα-πασά» σε όλη του τη γκλαμουριά. Και αυτά τα παγωμένα χαμόγελα στα πρόσωπα των πολιτικών μας! Αυτές οι χειραψίες! Μου φέρνουν στο μυαλό το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μούρ, όπου το μοντάζ μας γεμίζει με έναν καταιγισμό πλάνων από τις εκατοντάδες συναντήσεις μεταξύ της «πρώην» ισχυρής αμερικανικής οικογένειας με τον αραβικό επιχειρηματικό κόσμο, ενώ στο φόντο παίζει δυνατά το ‘Sunny Happy People’ των REM.
Οι σχέσεις της Αμερικής μαζί τους τελικά καλά κρατούν, και ως Αμερικανό-τραφής ο Γιώργος μας, ακολουθεί τα βήματα των πολιτικών του ινδαλμάτων. Βλέπω τα πλάνα και καπνίζω σαν φουγάρο. Αναρωτιέμαι, ως Αγγλό-τραφής που είμαι, αν τα πτυχία μου θα έχουν κάποια βαρύτητα και αν, όταν οι εμίρηδες σώσουν τη χώρα με τις επενδύσεις τους, θα δεχτούν να με προσλάβουν στις επιχειρήσεις τους, μπας και βγω από την προσωπική μου οικονομική κρίση.

Λένε πως οι άνεργοι έχουν φτάσει το 1 εκατομμύριο στην Ελλάδα. Βλέπω τα νούμερα και καπνίζω μανιωδώς, μπας και μουδιάσει το κεφάλι μου. Δεν ξέρω για την υπόλοιπη Ελλάδα, ξέρω όμως πως πέρυσι τέτοια εποχή, οι άνεργοι στην παρέα μου ήταν 2 και τώρα γίναμε 4! Πρέπει λοιπόν να ελαττώσω το κάπνισμα, μια και τώρα πια τα τσιγάρα θα τα παίρνουμε διά 4 και όχι διά 2. Και μια και θεωρούνται «είδη πολυτελείας», θα κόψουμε το φαγητό και θα καπνίζουμε όλοι μανιωδώς, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μας πως απολαμβάνουμε και εμείς λίγη από την πολυτέλεια που υπάρχει σε αφθονία στην καθημερινότητα των επενδυτών μας. Θα καπνίζουμε μανιωδώς, διαβάζοντας τις εφημερίδες και βλέποντας τις ατελείωτες συζητήσεις στα δελτία ειδήσεων, προσπαθώντας να αποφασίσουμε ποιος από τους οικονομικούς αναλυτές θα πέσει μέσα στις προβλέψεις του για το πότε ακριβώς θα βγούμε από την κρίση.

Η ουσία είναι μία: καπνίζω πολύ. Μα δεν είναι το μόνο πράγμα που κάνω «πολύ». Φοβάμαι πολύ, ανησυχώ πολύ, και θλίβομαι ακόμη περισσότερο. Το κράτος προσπαθεί να με σώσει από τον ίδιο μου τον εαυτό, απαγορεύοντας το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους. Μα μένω σε μια χώρα, όπου ο ήλιος λάμπει 6 τουλάχιστον μήνες το χρόνο και όσο ο καιρός κρατάει, τόσο εγώ θα καπνίζω όπου βρεθώ, μπας και κατευνάσω το φόβο μέσα μου. Διότι, πλέον, φοβάμαι. Φοβάμαι πως το κράτος προσπαθεί να με κρατήσει ζωντανή και υγιής, μόνο και μόνο για να εισπράττει τους φόρους μου, να περικόβει τις αμοιβές μου και να αποφεύγει συστηματικά το κόστος της δωρεάν περίθαλψής μου. Και εγώ θα συνεχίσω να καπνίζω, μήπως και το νέφος του καπνού από τα τσιγάρα μου τους πνίξει, πριν προλάβουν να πνίξουν αυτοί εμένα.

15 Σεπτεμβρίου 2010

Φιλοσοφικές και λογοτεχνικές ανησυχίες: eucatastrophe!

Eucatastrophe! Αυτή η μικρή, ασήμαντη λεξούλα είναι επινόηση του Τόλκιν, ενός μεγάλου πανεπιστημιακού καθηγητή γλωσσολογίας και ίσως του μεγαλύτερου μυθοπλάστη ολόκληρης της Δύσης. Δεν χρειάζεται νομίζω να πω πολλά για τον ίδιο, έχει χυθεί ήδη πολύ μελάνι για τα επιτεύγματα και τη μοναδική τεχνική του. Αυτό που εγώ θαυμάζω στον Τολκιν, ως απλή αναγνώστρια, είναι η ικανότητα του να επινοεί πρώτα τις λέξεις και μετά την ιστορία τους. Αυτό όμως που πραγματικά μου αρέσει στον Τόλκιν, ως ερασιτέχνης δημιουργός, είναι η ικανότητα και το πείσμα του, η εσωτερική του ανάγκη, αν θέλετε, να αφοσιωθεί σε κάτι τόσο μεγάλο και πολύπλοκο, όσο η 3λογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, δίχως λεπτό να σκεφτεί τους αναγνώστες του.


Ο Τόλκιν –όπως λένε όσοι έχουν μελετήσει το έργο και τη βιογραφία του- ξεκίνησε να γράφει μόνο και μόνο επειδή δεν έβρισκε τις σωστές ιστορίες να διαβάσει, που θα τον ικανοποιούσαν ως αναγνώστη. Επίσης, εξαιτίας της εκτεταμένης γνώσης του στη γλωσσολογία και κατ’ επέκταση την Άγγλο-σαξονική μυθολογία, γνώριζε πως υπήρχε ήδη ένα κενό στην ιστορία του λαού του, το οποίο θα μπορούσε να γεμίσει, και το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με άλλα λόγια, τα κίνητρα του για να γράψει ήταν καθαρά εσωτερικής φύσης, αφορούσαν αποκλειστικά δικά του ενδιαφέροντα (όπως η γλώσσα, ο μύθος και η ιστορία) και ανάγκες (όπως η ανάγνωση καλών ιστοριών).

Επιπρόσθετα, ο τρόπος που επέλεξε να γράψει τις ιστορίες του επιβεβαιώνει όλα τα παραπάνω: η τριλογία του Άρχοντα είναι χωρισμένη σε βιβλία, τα οποία ακολουθούν την πορεία διαφορετικών χαρακτήρων, χωρίς απαραίτητα να σέβονται τη χρονολογική σειρά των γεγονότων ή την ανάγκη του σύγχρονου αναγνώστη για σασπένς στην πλοκή. Ο Τόλκιν βέβαια δεν έχει ανάγκη δημιουργίας σασπένς στις ιστορίες τους –αν και η πλοκή τους παραμένει συναρπαστική χωρίς πολλά τερτίπια και λογοτεχνικά τεχνάσματα- απλά επειδή έχει με το μέρος του δυο σημαντικά στοιχεία: πρώτον τη δημιουργία συναρπαστικών χαρακτήρων και δεύτερον τη σύλληψη μιας πολύ καλής ιστορίας, την οποία και διηγείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μαγνητίζει τον αναγνώστη.

Αυτή η ανάρτηση όμως δεν έχει ως σκοπό της τον έπαινο και την ανάλυση της λογοτεχνικής ιδιοφυίας του Τόλκιν, αυτό είναι δουλειά των επαγγελματιών της λογοτεχνίας και των καθηγητών του πανεπιστημίου. Εγώ θέλω να μείνω κολλημένη στον όρο που δημιούργησε ο Τόλκιν για να χαρακτηρίσει την κορύφωση της δράσης στην πλοκή των έργων του, αυτή τη μικρή λεξούλα –eucatastrophe- που όμως μέσα της κλείνει τόση μεγάλη ελπίδα! Ο όρος δημιουργήθηκε για να σημάνει τη ξαφνική αλλαγή των γεγονότων σε μια ιστορία, η οποία, κόντρα στο σχεδόν σίγουρο αφανισμό των ηρώων που υπονοεί η έως τότε πλοκή, σηματοδοτεί εν τέλει την αναπάντεχη σωτηρία τους. Το μυστικό και η διαφορά αυτού του όρου, σε σχέση με τον όρο «από μηχανής θεός», είναι ότι η σωτηρία των πρωταγωνιστών δεν έρχεται από ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο, αλλά μέσα από τους ίδιους τους ήρωες και την έως τότε πλοκή του έργου.

Αν φανταστούμε λοιπόν πως για μια στιγμή, όλοι εμείς είμαστε οι μικροί, ασήμαντοι ήρωες των δικών μας καθημερινών μύθων, όπως οι ήρωες του Τόλκιν, και ζούμε το δικό μας προσωπικό δράμα, που όμως, γεωγραφικά τουλάχιστον, μας φέρνει όλους κοντά, μια και ζούμε στην ίδια χώρα, με τα ίδια ερεθίσματα, τα ίδια προβλήματα και λίγο-πολύ τις ίδιες ανησυχίες, μήπως δεν είναι δυνατό –λέω εγώ τώρα- να υπάρξει κάποια στιγμή και για εμάς η δική μας, συλλογική eucatastrophe;

Ξεκινάω αυτό το Φθινόπωρο λοιπόν έτσι, με αυτή την τόσο παράξενη ανάρτηση, διότι θέλω να φέρω την τέχνη πιο κοντά στη ζωή. Μέσα στην απελπισία των ημερών, όπου το μέλλον μας μοιάζει προδιαγεγραμμένο από τα οικονομικά επιτελεία του πλανήτη και η καθημερινότητα μας συχνά τυλίγεται σαν θηλιά γύρω από το λαιμό μας, εμποδίζει την ανάσα μας και στρεβλώνει την κρίση μας, εγώ κρατώ την ουσία της σκέψης ενός μεγάλου καλλιτέχνη και ενός χαρισματικού δασκάλου: ακόμη και ο πιο ασήμαντος άνθρωπος του πλανήτη μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας και ακόμη και στις πιο δύσκολες και ζοφερές στιγμές της ζωής μας υπάρχει ελπίδα.

Δεν θα ευχηθώ λοιπόν καλό Φθινόπωρο, θα πω απλά eucatastrophe στη ζωή όλων μας.

25 Αυγούστου 2010

Welcome to the Jungle of the West!

Α! Καλοκαίρι! Αύγουστος! Έχουν γεμίσει τα μπλόκς και τα Free Press με ειδυλλιακά τοπία, γαλάζιες και βαθύ μπλε εικόνες, έχουν γεμίζει με την έντονη παλέτα της καλοκαιρινής φύσης. Τι ευτυχισμένες μέρες για όσους ακόμη παραθερίζουν και πόσο νοσταλγική είναι η διάθεση όσων επέστρεψαν ήδη! Όλα αυτά αφορούν βέβαια ένα κομμάτι του πληθυσμού της πολύπαθης αυτής χώρας, διότι υπάρχουν και οι άλλοι –ανάμεσα τους και εγώ- που γαντζωθήκαν στο μπετό του μπαλκονιού τους, ως άλλες γοργόνες στην πρύμη πλοίου, και σιγοψήθηκαν, σαν τα αυγά στο καυτό λάδι του πυρωμένου τηγανιού, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια για να τους λυτρώσουν από την παρατεταμένη ανυνδρία του καλοκαιριού.
Το καλό όμως είναι πως έχουμε και εμείς –οι θεματοφύλακες του αστικού μπετόν- ιστορίες να πούμε, απλά δεν είναι τόσο ειδυλλιακές, όσο των υπολοίπων.

Η ζέστη έγινε ο καλύτερος μου φίλος αυτόν τον Αύγουστο. Με ακολουθούσε παντού, και όπως όλοι οι φίλοι, δεν με άφηνε να ολοκληρώσω τίποτα απ’ όσα ξεκινούσα. Την ξόρκισα με όλα τα τεχνητά μέσα που βρήκα στη διάθεση μου, μα με περίμενε κάθε τόσο έξω από την πόρτα μου. Την ίδια στιγμή ο μισός πλανήτης μαστίζονταν από φωτιές και παρατατεμένο καύσωνα, ενώ ο άλλος μισός από καταρρακτώδεις βροχές και πλημμύρες. Το χάος μέσα μας το κληροδοτήσαμε και γύρω μας. Εμείς οι δυτικοί τελικά θα πρέπει να αισθανόμαστε παντοδύναμοι, μια και καταφέραμε να αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά των εποχών και να απορυθμίσουμε τον πλανητικό θερμοστάτη.

Η δουλειά ήταν ο πιο πιστός μου σύντροφος αυτό το καλοκαίρι. Όταν οι πόλεις άρχισαν να αδειάζουν η μία μετά την άλλη, τα πλήκτρα του δικού μου υπολογιστή έπιασαν φωτιά, το μυαλό μου έπρεπε να τρέξει με χίλια και το θεσμοθετημένο οχτάωρο έγινε μακρινό παρελθόν για την καθημερινότητα μου. Στον καιρό του εργασιακού φόβου και της κακοπληρωμένης ανασφάλειας δεν λες ποτέ «όχι» σε όποια δουλειά και αν σου ανατεθεί, ακόμη και αν οι όροι της είναι αντιστρόφως ανάλογοι της αμοιβής της. Άραγε πόσοι έδωσαν τη ζωή τους στη Δύση για να μας εξασφαλίσουν το 8ωρο και τον κατώτατο μισθό και πόσοι άλλοι πλούτισαν και δοξάστηκαν για να τα ροκανίσουν με τη συναίνεση μας; Ποια ομάδα άραγε υπερτερεί αριθμητικά, αν τις βάλουμε δίπλα-δίπλα; Επειδή όλοι ξέρουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, καταλαβαίνει άραγε κανείς μας πόσο στρεβλό και παράλογο είναι να εξυπηρετούμε τα «θέλω» των λίγων και να καταδυναστεύουμε αυτά των πολλών;

Τον τελευταίο καιρό όμως, τώρα που οι εκδρομείς επέστρεψαν και η θερμοκρασία έπεσε αισθητά, ο τρόμος και η απέχθεια είναι οι πιο πιστοί μου συνοδοιπόροι. Λίγες μέρες πριν, μερικούς μόνο δρόμους μακριά από το σπίτι μου, μια 90χρονή κυρία βγήκε –όπως κάθε πρωί- στην αυλή της μονοκατοικίας της για να ποτίσει τις λιγοστές της γλάστρες. Ένας άντρας –γιατί άνθρωπο δεν τον λες, όσο και αν προσπαθήσεις- την ακινητοποίησε, τη λήστεψε και την χτύπησε τόσο άσχημα, ώστε να την στείλει κατ’ ευθείαν στην εντατική. Μερικές εβδομάδες πριν από αυτό το περιστατικό, κάποιος μπήκε δυο φορές στην αυλή του δικού μου σπιτιού και πήρε ότι μπορούσε να κουβαλήσει. Τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση, όχι τόσο εξαιτίας των γεμάτων με τέτοιες ειδήσεις τηλεοπτικών δελτίων που ακούω κάθε μέρα, όσο εξαιτίας των δεκάδων επαιτών που βλέπω στους δρόμους της πόλης, αλλά πλέον και της γειτονιάς μου.
Ο κοινωνικός ιστός της Ελλάδας έχει πια αλλάξει δραματικά και μόνον όσοι τη ζήσαμε πολύ πριν το ΔΝΤ ή το αλόγιστο άνοιγμα των συνόρων μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε πόσο. Θυμάμαι πως ως έφηβη, μετά από τα ξενύχτια στα διάφορα νυχτερινά κέντρα της πόλης, γύριζα τα ξημερώματα σπίτι μου με τα πόδια. Άραγε, τώρα που μεγάλωσα, είμαι το ίδιο θαρραλέα; Θαρραλέα δεν είμαι σίγουρα, μα δεν πολυσυμπαθώ και τον εκφοβισμό και την καταστροφολογία, γι’ αυτό και δεν θα υποκύψω σε αυτόν, ακόμη και αν με φλερτάρει.
Μπορεί να έχασα για βράδια ολόκληρα τον ύπνο μου, μα το πρόβλημα έχει αιτίες και ενόχους, και μια και οι ένοχοι δεν λογοδοτούν ποτέ, πέφτει στις πλάτες μας –για ακόμη μια φορά- η υποχρέωση να το αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Ψηλές, μεταλλικές πόρτες και κάγκελα σε κάθε παράθυρο, τα σπίτια μας μοιάζουν πια με οχυρά και κάθε που κάποιος μας χτυπά του κουδούνι, κρυφοκοιτάμε σιωπηλά τη μορφή του μέσα από τις τραβηγμένες κουρτίνες πριν ανοίξουμε. Κάποιες φορές μάλιστα δεν ανοίγουμε και καθόλου, προσποιούμαστε απλά πως λείπουμε, ενώ το δάκτυλο μας σχηματίζει ήδη το νούμερο της Ασφάλειας στο καντράν του τηλεφώνου. Όσοι δεν εμπιστευόμαστε δε την Αστυνομία, αναλαμβάνουμε αυτόβουλα το ρόλο της, με αεροβόλα, καραμπίνες και συχνές περιπολίες γύρω από το σπίτι μας. Ζούμε σε ένα μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο και δεν το ξέρουμε, δεν το αντιλαμβανόμαστε απλά επειδή τα σπίτια μας δεν έχουν γίνει ακόμη ερείπια και τα δέντρα στάχτη. Μα αυτές είναι Χολιγουντιανές εικόνες καταστροφής, βασισμένες απλά στο συλλογικό υποσυνείδητο της Δύσης, η οποία επιμένει να αυταπατάται πως εάν δεν πέσει και το τελευταίο υλικό σύμβολο της κυριαρχία της, ο νόμος της ζούγκλας δεν θα επικρατήσει. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική, ζούμε ήδη στη ζούγκλα του νέου δυτικού κόσμου, όπου οι τοίχοι του σπιτιού μας είναι η μόνη μας ασφάλεια και συνάμα η αυτοσχέδια φυλακή μας, όπου η οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση εγκυμονεί κινδύνους και οι συνάνθρωποι μας είναι ανταγωνιστές στο στίβο της επιβίωσης- ο θάνατος σου, η ζωή μου!
Δεν χρειαζόμαστε την επιστημονική φαντασία, η αλήθεια μας είναι πιο ζοφερή και τρομαχτική. Δεν χρειαζόμαστε διαστημικά κουστούμια και όπλα με ακτίνες λέιζερ, η πανοπλία της καχυποψίας, του φόβου και των σφιγμένων μυών, κάθε που κάποιος άγνωστος μας πλησιάζει, είναι αρκετή αμφίεση στη Δύση.
Χθες βράδυ, ανάμεσα στους εφιάλτες, βρήκα τη λύση. Σήμερα έβγαλα ένα μεγάλο καλάθι σταφύλια στην αυλή και το άφησα σε εμφανές σημείο, ώστε όποιος πεινάει, δεν έχει παρά να απλώσει το χέρι του μέσα από τα κάγκελα και να πάρει όσα θέλει. Σε αυτό το μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο του ανταγωνσιμού για επιβίωση, εγώ απαντώ με ένα καλάθι σταφύλια. Προτιμώ να μοιράζομαι, παρά να ανταγωνίζομαι.