Ο ελληνικός λαός, μετά την πρόσφατη ψήφιση του νομοσχεδίου για τα εργασιακά του δικαιώματα και υποχρεώσεις, βγήκε στους δρόμους της χώρας γεμάτος ελπίδα, για να προϋπαντήσει τον ερχομό του χειμώνα και των γιορτών.
12 Δεκεμβρίου 2010
1 Δεκεμβρίου 2010
H Daphne και οι «Συμβουλές» της.
Αυτή η ανάρτηση είναι απάντηση στην ανάρτηση της φίλης blogger Daphne. Παίρνω αφορμή από την ανάρτηση σου με τίτλο «Συμβουλές» και σου αφιερώνω το παρακάτω, γιατί, για άλλη μια φορά, συναντηθήκαμε ψυχικά και πνευματικά. Σ’ ευχαριστώ, keep writing!
Φοράω τη θλίψη μου πάνω στο στήθος μου, σαν τεράστια ταμπέλα που διαλαλεί την πραγμάτια μου, λες και την πουλάω με το κομμάτι, 50 λεπτά το κάθε δάκρυ. Βαρέθηκα να ακούω συμβουλές, βαρέθηκα να μπλοκάρω σκέψεις από το μυαλό μου. Σιχάθηκα να διαβάζω γραμμές που με γεμίζουν τρόμο. Δεν είναι εποχές για παιχνίδια μυαλού, δεν είναι εποχές για ξεσπάσματα και τολμηρές κινήσεις. Κάθε επικοινωνία και μια λακκούβα γεμάτη λάσπες και σπασμένα γυαλιά, ή θα κοπείς ή θα λερωθείς, δεν υπάρχουν εναλλακτικές.
Θέλω να μαζευτώ στο καβούκι μου, όπως τα σαλιγκάρια μόλις οσμιστούν τον κίνδυνο.
Θέλω να πάψω να μιλάω.
Θέλω να πιστέψω μια και για πάντα πως το θάρρος του να δείχνουμε ποιοι είμαστε δεν είναι πια προσόν, αλλά μειονέκτημα.
Θέλω επιτέλους να καταλάβω ότι η ευαισθησία κοστίζει όσο ο χρυσός, γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να την κλειδώσουμε σε κάποιο αεροστεγή χρηματοκιβώτιο και να την ανταλλάσουμε μόνο σε καιρούς μεγάλης κρίσης και χαμού για ένα κομμάτι ψωμί. Θέλω επιτέλους να μεγαλώσω, να σας μοιάσω, να γίνω το ίδιο καχύποπτη με εσάς. Θέλω να γίνω το ίδιο αδίστακτη, για να σας κερδίσω στο ίδιο σας το παιχνίδι.
Θέλω να σας καταστρέψω, έτσι χωρίς λόγο, απλά για να σας αποδείξω ότι μπορώ. Θέλω να μπορώ να προδίδω, να ψεύδομαι και να κοκορεύομαι για ανύπαρκτα ή ασήμαντα επιτεύγματα.
Θέλω να στήσω την αυλή μου και να ταλαιπωρώ τους υπηκόους μου, απλά για διασκέδαση.
Θέλω να μιλάω απαξιωτικά και να με κοιτάτε όλο σεβασμό για τις σοφίες που ξεστομίζω.
Θέλω να προσέχετε μόνο το περιτύλιγμά μου και να αγνοείτε την ουσία μου. Θέλω να παραπλανήσω και να μαγέψω χιλιάδες, να τους πείσω για το απίστευτο και να τους αποπροσανατολίσω για πάντα.
Θέλω να μεγαλώσω.
Θέλω να σου μοιάσω.
Θέλω να πουλάω τις διδαχές μου με την οκά.
Θέλω να μεγαλώσω και να σου μοιάσω, να σου μοιάσω τόσο, που όταν με βρεις μπροστά σου, να με αναγνωρίσεις. Διότι, ως γνωστόν, κάποιοι στιγμή οι μαθητές ξεπερνάνε τους δασκάλους τους, γίνονται πολύ πιο δολοφονικά και εξελιγμένα μοντέλα του πρωτότυπου.
Φοράω τη θλίψη μου πάνω στο στήθος μου, σαν τεράστια ταμπέλα που διαλαλεί την πραγμάτια μου, λες και την πουλάω με το κομμάτι, 50 λεπτά το κάθε δάκρυ. Βαρέθηκα να ακούω συμβουλές, βαρέθηκα να μπλοκάρω σκέψεις από το μυαλό μου. Σιχάθηκα να διαβάζω γραμμές που με γεμίζουν τρόμο. Δεν είναι εποχές για παιχνίδια μυαλού, δεν είναι εποχές για ξεσπάσματα και τολμηρές κινήσεις. Κάθε επικοινωνία και μια λακκούβα γεμάτη λάσπες και σπασμένα γυαλιά, ή θα κοπείς ή θα λερωθείς, δεν υπάρχουν εναλλακτικές.
Θέλω να μαζευτώ στο καβούκι μου, όπως τα σαλιγκάρια μόλις οσμιστούν τον κίνδυνο.
Θέλω να πάψω να μιλάω.
Θέλω να πιστέψω μια και για πάντα πως το θάρρος του να δείχνουμε ποιοι είμαστε δεν είναι πια προσόν, αλλά μειονέκτημα.
Θέλω επιτέλους να καταλάβω ότι η ευαισθησία κοστίζει όσο ο χρυσός, γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να την κλειδώσουμε σε κάποιο αεροστεγή χρηματοκιβώτιο και να την ανταλλάσουμε μόνο σε καιρούς μεγάλης κρίσης και χαμού για ένα κομμάτι ψωμί. Θέλω επιτέλους να μεγαλώσω, να σας μοιάσω, να γίνω το ίδιο καχύποπτη με εσάς. Θέλω να γίνω το ίδιο αδίστακτη, για να σας κερδίσω στο ίδιο σας το παιχνίδι.
Θέλω να σας καταστρέψω, έτσι χωρίς λόγο, απλά για να σας αποδείξω ότι μπορώ. Θέλω να μπορώ να προδίδω, να ψεύδομαι και να κοκορεύομαι για ανύπαρκτα ή ασήμαντα επιτεύγματα.
Θέλω να στήσω την αυλή μου και να ταλαιπωρώ τους υπηκόους μου, απλά για διασκέδαση.
Θέλω να μιλάω απαξιωτικά και να με κοιτάτε όλο σεβασμό για τις σοφίες που ξεστομίζω.
Θέλω να προσέχετε μόνο το περιτύλιγμά μου και να αγνοείτε την ουσία μου. Θέλω να παραπλανήσω και να μαγέψω χιλιάδες, να τους πείσω για το απίστευτο και να τους αποπροσανατολίσω για πάντα.
Θέλω να μεγαλώσω.
Θέλω να σου μοιάσω.
Θέλω να πουλάω τις διδαχές μου με την οκά.
Θέλω να μεγαλώσω και να σου μοιάσω, να σου μοιάσω τόσο, που όταν με βρεις μπροστά σου, να με αναγνωρίσεις. Διότι, ως γνωστόν, κάποιοι στιγμή οι μαθητές ξεπερνάνε τους δασκάλους τους, γίνονται πολύ πιο δολοφονικά και εξελιγμένα μοντέλα του πρωτότυπου.
27 Νοεμβρίου 2010
Γέμισε η πόλη… τρωκτικά
Μια καινούργια μόδα ανθίζει στους παρά-δημοσιογραφικούς (όπως παρακρατικούς) κύκλους της μικρής επαρχιακής πόλη που ζω. Κάποιους μήνες πριν τη διεξαγωγή των αυτοδιοικητικών εκλογών, ως δια μαγείας, οι νέοι της περιοχής –υποθέτουμε ότι ήταν νέοι, δεν το γνωρίζουμε απόλυτα- συντονίστηκαν όλοι μαζί και δημοσιοποίησαν εν χορώ τις απόψεις τους για τους τοπικούς άρχοντες, εκλεγμένους και μη. Η μορφή της διαμαρτυρίας τους ευδοκιμεί δεκαετίες τώρα στη υπόλοιπη Ελλάδα και είναι γνωστή με την ονομασία ‘blogging’. Σημάδι των καιρών ή σημάδι ότι η τεχνολογία της άμεσης ενημέρωσης μπαίνει επιτέλους και στη ζωή της επαρχίας; Μια προσεκτική ματιά στο περιεχόμενο θα μας πείσει.
Η πόλη απέκτησε σε μια νύχτα γύρω στα 6 blog αποκαλύψεων και καταγγελιών, τα οποία, όπως λένε οι ιδρυτές τους, έχουν στο δυναμικό τους καθημερινούς, νέους ανθρώπους, που απλά νιώθουν την ανάγκη να εκφράσουν την οργή τους ενάντια στην αναλγησία της τοπικής εξουσίας. Και ξεκινάνε οι αναρτήσεις. Καταγγελίες και κρατικά έγγραφα παράνομων προσλήψεων και διορισμών στη φόρα. Όλα αφορούν δημόσια πρόσωπα, τις κόρες τους, τους γιούς τους, τα εγγόνια τους μέχρι. Έγγραφα που μένουν αναρτημένα για κάποιες ώρες μόνο και μετά εξαφανίζονται δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Προκλητική εμμονή σε συγκεκριμένα πρόσωπα της πολιτικής και επιχειρηματικής σκηνής της πόλης και παντελής σιωπή για εκατοντάδες άλλα. Κάθε ανάρτηση, στο τέλος της εμπεριέχει απειλές και βωμολοχίες, γραμμένες με κεφαλαία, τεράστια, κατακόκκινα γράμματα. Και δεν σταματάνε εκεί, προτρέπουν τους αναγνώστες να στείλουν τις δικές τους καταγγελίες και απόψεις και έπειτα εξευτελίζουν αυτές με τις οποίες διαφωνούν, με τον ίδιο πανομοιότυπο τρόπο: βωμολοχίες και απειλές γραμμένες με τεράστια, κατακόκκινα γράμματα, στο τέλος της ανάρτησης.
Ανάμεσα στα 6 blogg της πόλης, ένα είναι αυτό που καυχιέται πιο πολύ απ’ όλα ότι έχει τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Δεν μου κάνει καμιά εντύπωση που αυτό που συγκεντρώνει την προτίμηση του κοινού, είναι αυτό που διαλέγει να βρίζει και να απειλεί όποιον το διαβάζει, με κεφαλαία, τεράστια, κατακόκκινα γράμματα. Εντός του θα βρει κανείς φωτογραφίες ακέφαλων γυναικών της πόλης και από κάτω σχετικά κουίζ του τύπου : ποια είναι η απρόσεκτή συμπολίτισσα μας, της οποίας το κιλοτάκι φαίνεται σε αυτή τη φωτό; Πρώτης γραμμής δημοσιογραφία, δηλαδή, μια και οι νέοι του εν λόγω μπλογκ τυγχάνει να βρίσκονται πάντα –εντελώς τυχαία, αλήθεια- στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή. Η φωτογραφία του Σωκράτη –τρωκτικού- Γκιόλια στην είσοδο του μπλόγκ, επεξεργασμένη έτσι ώστε να μας θυμίζει εθνικό ήρωα ή εθνομάρτυρα λέει πολλά. Παρεμπιπτόντως, και αυτή η φωτογραφία, ως δια μαγείας, εξαφανίστηκε από το μπλογκ μετά από κάποιους μήνες. Τυχαίο; Καθόλου, και θα εξηγήσω το γιατί παρακάτω.
Καθώς οι μήνες κυλούσαν, το μπλογκ με τα περισσότερα κλικ άρχισε να τραβά την προσοχή των τοπικών αρχόντων. Τόσο πολύ τρομοκρατήθηκαν οι δημόσιες φιγούρες της πόλης, ώστε άρχισαν να στέλνουν απαντητικές-απολογητικές επιστολές στο μπλόγκ! Αυτή ήταν και η ταφόπλακα τους, η απόλυτη νομιμοποίηση των καταγγελιών του μπλόγκ στα μάτια όλων των αναγνωστών του. Τι υπέροχη κίνηση ματ ήταν αυτή από πλευράς πολιτικών και μη προσωπικοτήτων! Πόσο εύκολα τους έκαναν την καλύτερη διαφήμιση στην πιάτσα! Τώρα πια οι αναρτήσεις του μπλογκ είναι πολύ πιο σύντομες, κοφτές, γεμάτες τεράστια, κατακόκκινα γράμματα εκφοβισμού. Όταν τα μηνύματα που θέλεις να στείλεις φτάνουν στα σωστά αυτιά αμέσως, δεν έχεις ανάγκη να πεις και πολλά, λίγα φτάνουν για να τρομοκρατήσουν τους διαφθαρμένους.
Και μπήκαν και οι τοπικοί δημοσιογράφοι στο χορό. Και να σου οι καταγγελίες για γνωστές τηλεπερσόνες-δημοσιογράφους της τοπικής κοινωνίας. Και να σου τα έμμεσα θετικά σχόλια για άλλους τηλέ-δημοσιογράφους. Σύντομα άρχισε και η επίθεση στους ιδιοκτήτες μίας και μοναδικής τοπικής εφημερίδας, της πιο κερδοφόρας στο Νομό. Αυτό έφερε και τη ρήξη μεταξύ των -κατά τα’ άλλα αλληλέγγυων- μπλόγκερ της πόλης. Σύντομα το blog γέμισε αλληλοκατηγορίες, θυμίζοντας έντονα συντεχνία, μυρίζοντας άσχημα, αναβλύζοντας βρώμα και τζάμπα μαγκιά. Και ο κόσμος εκεί, προσκολλημένος να παρακολουθεί τα δρώμενα, διότι ο εκβιασμός και η βωμολοχία είναι το καλύτερο φάρμακό κατά της επαρχιακής ανίας. Τυχαία όλα αυτά;
Καθόλου τυχαία, για όσους γνωρίζουν έστω και τα βασικά για τα δημοσιογραφικά δρώμενα της μικρής αυτής πόλης.
Η δημοσιογραφία της πόλης είχε πάντα τον μπαμπούλα της, έναν ανεκδιήγητο τύπο, που απειλούσε τους πάντες μέσα από τη ραδιοφωνική του συχνότητα επί χρόνια. Η πλάκα είναι ότι οι απειλές του έπιαναν πάντα τόπο, ίσως επειδή αυτοί που απειλούσε είχαν όντως πολλά να κρύψουν. Το αλισβερίσι του εκβιασμού μεταξύ εξουσίας και αυτών που κρατούν τα μικρόφωνα ήταν καθημερινή υπόθεση για την πόλη μου, ώσπου οι άρχοντες οργανώθηκαν και με τη βοήθεια του νόμου, του συνεργάτη τους δηλαδή, σώπασαν για πάντα τον εκβιαστή τους. Έλα όμως που τέτοιες –κερδοφόρες πάνω απ’ όλα- συμπεριφορές δημοσιογράφων θα έχουν πάντα συνεχιστές. Η επόμενη γενιά λοιπόν πήρε τη σκυτάλη και τη σωστή εκπαίδευση και βγήκε –ανώνυμα- στην αντεπίθεση, μέσω του μπλόγκ που προανέφερα. Μια γενιά που υπήρξε άκρως εκκωφαντική στα σχόλια της στα διάφορα αθηναϊκά sites, όταν ο Γκιόλιας δολοφονήθηκε. Για όσους ξέρουν, όπως εγώ, είναι τόσες πολλές οι αναρτήσεις που «δίνουν» στεγνά την ταυτότητα των ανώνυμων, ελευθέρων και ανεξάρτητων αυτών μπλόγκερ, που καταντά το λιγότερο αστείο.
Σε μια εποχή που στη μπλογκόσφαιρα έχει ξεκινήσει μια πολεμική σχετικά με τη σημασία της ελευθερίας και της ανωνυμίας, τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των μπλογκς, τη δύναμη τους έναντι στα επίσημα ΜΜΕ και την αξιοπιστία τους, αναρωτιέμαι ποια θα έπρεπε να είναι η στάση μου. Αναρωτιέμαι ποια θα έπρεπε να είναι η στάση όλων μας, που χρησιμοποιούμε, δημιουργικά ή όχι, αυτούς τους χώρους για να εκφραστούμε, όταν εντός του εισχωρούν άτομα της σχολής του Σωκράτη Γκιόλια, που σαν τους ηλεκτρονικούς μαφιόζους, κάνουν το λαϊκισμό επάγγελμα και μάλιστα κερδοφόρο.
Η πόλη απέκτησε σε μια νύχτα γύρω στα 6 blog αποκαλύψεων και καταγγελιών, τα οποία, όπως λένε οι ιδρυτές τους, έχουν στο δυναμικό τους καθημερινούς, νέους ανθρώπους, που απλά νιώθουν την ανάγκη να εκφράσουν την οργή τους ενάντια στην αναλγησία της τοπικής εξουσίας. Και ξεκινάνε οι αναρτήσεις. Καταγγελίες και κρατικά έγγραφα παράνομων προσλήψεων και διορισμών στη φόρα. Όλα αφορούν δημόσια πρόσωπα, τις κόρες τους, τους γιούς τους, τα εγγόνια τους μέχρι. Έγγραφα που μένουν αναρτημένα για κάποιες ώρες μόνο και μετά εξαφανίζονται δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Προκλητική εμμονή σε συγκεκριμένα πρόσωπα της πολιτικής και επιχειρηματικής σκηνής της πόλης και παντελής σιωπή για εκατοντάδες άλλα. Κάθε ανάρτηση, στο τέλος της εμπεριέχει απειλές και βωμολοχίες, γραμμένες με κεφαλαία, τεράστια, κατακόκκινα γράμματα. Και δεν σταματάνε εκεί, προτρέπουν τους αναγνώστες να στείλουν τις δικές τους καταγγελίες και απόψεις και έπειτα εξευτελίζουν αυτές με τις οποίες διαφωνούν, με τον ίδιο πανομοιότυπο τρόπο: βωμολοχίες και απειλές γραμμένες με τεράστια, κατακόκκινα γράμματα, στο τέλος της ανάρτησης.
Ανάμεσα στα 6 blogg της πόλης, ένα είναι αυτό που καυχιέται πιο πολύ απ’ όλα ότι έχει τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Δεν μου κάνει καμιά εντύπωση που αυτό που συγκεντρώνει την προτίμηση του κοινού, είναι αυτό που διαλέγει να βρίζει και να απειλεί όποιον το διαβάζει, με κεφαλαία, τεράστια, κατακόκκινα γράμματα. Εντός του θα βρει κανείς φωτογραφίες ακέφαλων γυναικών της πόλης και από κάτω σχετικά κουίζ του τύπου : ποια είναι η απρόσεκτή συμπολίτισσα μας, της οποίας το κιλοτάκι φαίνεται σε αυτή τη φωτό; Πρώτης γραμμής δημοσιογραφία, δηλαδή, μια και οι νέοι του εν λόγω μπλογκ τυγχάνει να βρίσκονται πάντα –εντελώς τυχαία, αλήθεια- στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή. Η φωτογραφία του Σωκράτη –τρωκτικού- Γκιόλια στην είσοδο του μπλόγκ, επεξεργασμένη έτσι ώστε να μας θυμίζει εθνικό ήρωα ή εθνομάρτυρα λέει πολλά. Παρεμπιπτόντως, και αυτή η φωτογραφία, ως δια μαγείας, εξαφανίστηκε από το μπλογκ μετά από κάποιους μήνες. Τυχαίο; Καθόλου, και θα εξηγήσω το γιατί παρακάτω.
Καθώς οι μήνες κυλούσαν, το μπλογκ με τα περισσότερα κλικ άρχισε να τραβά την προσοχή των τοπικών αρχόντων. Τόσο πολύ τρομοκρατήθηκαν οι δημόσιες φιγούρες της πόλης, ώστε άρχισαν να στέλνουν απαντητικές-απολογητικές επιστολές στο μπλόγκ! Αυτή ήταν και η ταφόπλακα τους, η απόλυτη νομιμοποίηση των καταγγελιών του μπλόγκ στα μάτια όλων των αναγνωστών του. Τι υπέροχη κίνηση ματ ήταν αυτή από πλευράς πολιτικών και μη προσωπικοτήτων! Πόσο εύκολα τους έκαναν την καλύτερη διαφήμιση στην πιάτσα! Τώρα πια οι αναρτήσεις του μπλογκ είναι πολύ πιο σύντομες, κοφτές, γεμάτες τεράστια, κατακόκκινα γράμματα εκφοβισμού. Όταν τα μηνύματα που θέλεις να στείλεις φτάνουν στα σωστά αυτιά αμέσως, δεν έχεις ανάγκη να πεις και πολλά, λίγα φτάνουν για να τρομοκρατήσουν τους διαφθαρμένους.
Και μπήκαν και οι τοπικοί δημοσιογράφοι στο χορό. Και να σου οι καταγγελίες για γνωστές τηλεπερσόνες-δημοσιογράφους της τοπικής κοινωνίας. Και να σου τα έμμεσα θετικά σχόλια για άλλους τηλέ-δημοσιογράφους. Σύντομα άρχισε και η επίθεση στους ιδιοκτήτες μίας και μοναδικής τοπικής εφημερίδας, της πιο κερδοφόρας στο Νομό. Αυτό έφερε και τη ρήξη μεταξύ των -κατά τα’ άλλα αλληλέγγυων- μπλόγκερ της πόλης. Σύντομα το blog γέμισε αλληλοκατηγορίες, θυμίζοντας έντονα συντεχνία, μυρίζοντας άσχημα, αναβλύζοντας βρώμα και τζάμπα μαγκιά. Και ο κόσμος εκεί, προσκολλημένος να παρακολουθεί τα δρώμενα, διότι ο εκβιασμός και η βωμολοχία είναι το καλύτερο φάρμακό κατά της επαρχιακής ανίας. Τυχαία όλα αυτά;
Καθόλου τυχαία, για όσους γνωρίζουν έστω και τα βασικά για τα δημοσιογραφικά δρώμενα της μικρής αυτής πόλης.
Η δημοσιογραφία της πόλης είχε πάντα τον μπαμπούλα της, έναν ανεκδιήγητο τύπο, που απειλούσε τους πάντες μέσα από τη ραδιοφωνική του συχνότητα επί χρόνια. Η πλάκα είναι ότι οι απειλές του έπιαναν πάντα τόπο, ίσως επειδή αυτοί που απειλούσε είχαν όντως πολλά να κρύψουν. Το αλισβερίσι του εκβιασμού μεταξύ εξουσίας και αυτών που κρατούν τα μικρόφωνα ήταν καθημερινή υπόθεση για την πόλη μου, ώσπου οι άρχοντες οργανώθηκαν και με τη βοήθεια του νόμου, του συνεργάτη τους δηλαδή, σώπασαν για πάντα τον εκβιαστή τους. Έλα όμως που τέτοιες –κερδοφόρες πάνω απ’ όλα- συμπεριφορές δημοσιογράφων θα έχουν πάντα συνεχιστές. Η επόμενη γενιά λοιπόν πήρε τη σκυτάλη και τη σωστή εκπαίδευση και βγήκε –ανώνυμα- στην αντεπίθεση, μέσω του μπλόγκ που προανέφερα. Μια γενιά που υπήρξε άκρως εκκωφαντική στα σχόλια της στα διάφορα αθηναϊκά sites, όταν ο Γκιόλιας δολοφονήθηκε. Για όσους ξέρουν, όπως εγώ, είναι τόσες πολλές οι αναρτήσεις που «δίνουν» στεγνά την ταυτότητα των ανώνυμων, ελευθέρων και ανεξάρτητων αυτών μπλόγκερ, που καταντά το λιγότερο αστείο.
Σε μια εποχή που στη μπλογκόσφαιρα έχει ξεκινήσει μια πολεμική σχετικά με τη σημασία της ελευθερίας και της ανωνυμίας, τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των μπλογκς, τη δύναμη τους έναντι στα επίσημα ΜΜΕ και την αξιοπιστία τους, αναρωτιέμαι ποια θα έπρεπε να είναι η στάση μου. Αναρωτιέμαι ποια θα έπρεπε να είναι η στάση όλων μας, που χρησιμοποιούμε, δημιουργικά ή όχι, αυτούς τους χώρους για να εκφραστούμε, όταν εντός του εισχωρούν άτομα της σχολής του Σωκράτη Γκιόλια, που σαν τους ηλεκτρονικούς μαφιόζους, κάνουν το λαϊκισμό επάγγελμα και μάλιστα κερδοφόρο.
22 Νοεμβρίου 2010
A word of warning…
Καμιά φορά –πιο συχνά απ’ ότι θα ήθελα να παραδεχτώ- βρίσκω αυτά που θέλω να πω να τα έχουν πει άλλοι πριν από μένα. Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη και όπως όλες οι αφιερώσεις, φέρει επάνω της τη σφραγίδα της προσωπικής βεντέτας ή ιλαροτραγωδίας, όπως το δει κανείς. A word of warning λοιπόν….
You can't hide
Behind social graces
So don't try
To be all touchy feely
Cause you lie
In my face of all places
But I've got no
Problem with that really
What bugs me
Is that you believe what you're saying
What bothers me
Is that you don't know how you feel
What scares me
Is that while you're telling me stories
You actually
Believe that they are real
And I've got
No illusions about you
And guess what?
I never did
And when I said
When I said I'll take it
I meant,
I meant as is
Just give up
And admit you're an asshole
You would be
In some good company
I think you'd find
That your friends would forgive you
Or maybe I
Am just speaking for me
Σημείωση: Αγαπητοί αναγνώστες, μην κυκλοφορείτε ανυποψίαστοι, κυκλοφορούν πολλά σούργελα τελικά και δυστυχώς, τα καλύπτει ο μανδύας της αληθοφάνειας.
Goodnight and good luck!
You can't hide
Behind social graces
So don't try
To be all touchy feely
Cause you lie
In my face of all places
But I've got no
Problem with that really
What bugs me
Is that you believe what you're saying
What bothers me
Is that you don't know how you feel
What scares me
Is that while you're telling me stories
You actually
Believe that they are real
And I've got
No illusions about you
And guess what?
I never did
And when I said
When I said I'll take it
I meant,
I meant as is
Just give up
And admit you're an asshole
You would be
In some good company
I think you'd find
That your friends would forgive you
Or maybe I
Am just speaking for me
Σημείωση: Αγαπητοί αναγνώστες, μην κυκλοφορείτε ανυποψίαστοι, κυκλοφορούν πολλά σούργελα τελικά και δυστυχώς, τα καλύπτει ο μανδύας της αληθοφάνειας.
Goodnight and good luck!
18 Νοεμβρίου 2010
They are getting away with it…
Στην πόλη μου ζουν 109.000 κάτοικοι. Την περασμένη Κυριακή ψήφισαν 52.000 από αυτούς. 6.000 από τα ψηφοδέλτια που καταμετρήθηκαν ήταν άκυρα ή λευκά. 24.000 ψήφοι πήγαν στον νικητή των εκλογών και 22.000 στον ηττημένο. Ο νέος Δήμαρχος έχει τη στήριξη και την εύνοια των 24.000 από τους 109.000 κατοίκους της πόλης που ετοιμάζεται να διοικήσει. Αυτό σημαίνει πως 85.000 κάτοικοι δεν επιθυμούν την παρουσία του στο αξίωμα που –δημοκρατικά;- τώρα πια κατέχει. Πήξαμε στους αριθμούς, μα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να δούμε ξεκάθαρα τι ακριβώς σημαίνει αποχή.
Θα πρέπει, δυστυχώς, να γυρίσουμε για μια στιγμή πίσω στους ορισμούς, διότι μάλλον έχουμε –όλοι- ξεχάσει τα βασικά.
Ξεκινάω με μια ματιά στο τι σημαίνει αντιπροσωπευτική δημοκρατία: Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνά ο λαός μέσω αντιπροσώπων. Δηλαδή ο λαός μπορεί και εκλέγει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως με τον ακριβή τύπο του πολιτεύματος, πρόεδρο, πρωθυπουργό, βουλευτές κλπ. Αυτοί ασκούν είτε την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία. Οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων αποτελούν συνήθως την κύρια μέθοδο συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Ποιους ακριβώς αντιπροσώπους εκλέξαμε σε αυτές τις εκλογές, λοιπόν; Σε τι ακριβώς συμμετείχαμε; Αν η αποχή άγγιξε το 60%, όπως λένε κάποιοι, τότε ποιο ακριβώς είναι πλέον το πολίτευμα της Ελλάδος;
Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει το Σύνταγμα, για το πολίτευμα της Ελλάδας: «Το σύνταγμα του 1986 στο πρώτο άρθρο του και στην πρώτη παράγραφο, κάτω από τον τίτλο "Μορφή του Πολιτεύματος", ορίζει ότι: "Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία". Αναλύοντας τον ορισμό αυτό παρατηρούμε ότι: Το π. της Ελλάδας είναι πρώτα απ` όλα "δημοκρατία". Δημοκρατία είναι το π. στο οποίο ο λαός, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι το ανώτατο όργανο του κράτους, που εκφράζει την υπέρτατη θέληση μέσα στο κράτος αυτό. Για το λόγο αυτόν θεμέλιο της δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2). Η λαϊκή κυριαρχία κατά το σύνταγμά μας συνεπάγεται την καθολική ψηφοφορία κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων… Η εμπιστοσύνη της Βουλής στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι όχι μόνο αναγκαία, αλλά και αρκετή προϋπόθεση τόσο για το διορισμό όσο και για τη διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης…Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ουσία της δημοκρατίας, όπως ορθά την είχε συλλάβει ο Αριστοτέλης, είναι η ελευθερία και η ισότητα.»
Και η συνέχεια είναι ακόμη καλύτερη:
«Η δημοκρατία δεν ορίζεται μόνο ως "κοινοβουλευτική", αλλά και ως "προεδρευόμενη". Αυτό σημαίνει πως ο ανώτατος άρχοντας εκλέγεται και δεν κληρονομεί το αξίωμά του, επειδή στο αξίωμα αυτό βρισκόταν προηγουμένως μέλος της οικογένειάς του».
Τα σχόλια νομίζω ότι είναι περιττά. Και επειδή ο καλύτερος ορισμός ενός πολιτεύματος επιτυγχάνεται όταν συγκρίνεται με άλλα, αντίπαλα, πολιτεύματα, ορίστε και ο ορισμός των αυταρχικών καθεστώτων:
«…στα αυταρχικά καθεστώτα η θέληση των αρχομένων δεν εξετάζεται από αυτούς που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και μ` αυτόν τον τρόπο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η ικανότητά τους για την άσκησή της. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τέτοια πρόσωπα γίνεται είτε με τη βία ή "πραξικόπημα", όταν για να καταλυθεί η έννομη τάξη που ισχύει χρησιμοποιείται η κρατική δύναμη που υπάρχει (στρατός, σώματα ασφαλείας) και πάντως σε κάθε περίπτωση δικτατορικά καθεστώτα, είτε κληρονομώντας την ικανότητα να ασκεί την κρατική εξουσία, είτε με ανάδειξη ή διορισμό από αυτούς που ήδη εξουσιάζουν».
Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.
Θα πρέπει, δυστυχώς, να γυρίσουμε για μια στιγμή πίσω στους ορισμούς, διότι μάλλον έχουμε –όλοι- ξεχάσει τα βασικά.
Ξεκινάω με μια ματιά στο τι σημαίνει αντιπροσωπευτική δημοκρατία: Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνά ο λαός μέσω αντιπροσώπων. Δηλαδή ο λαός μπορεί και εκλέγει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως με τον ακριβή τύπο του πολιτεύματος, πρόεδρο, πρωθυπουργό, βουλευτές κλπ. Αυτοί ασκούν είτε την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία. Οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων αποτελούν συνήθως την κύρια μέθοδο συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Ποιους ακριβώς αντιπροσώπους εκλέξαμε σε αυτές τις εκλογές, λοιπόν; Σε τι ακριβώς συμμετείχαμε; Αν η αποχή άγγιξε το 60%, όπως λένε κάποιοι, τότε ποιο ακριβώς είναι πλέον το πολίτευμα της Ελλάδος;
Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει το Σύνταγμα, για το πολίτευμα της Ελλάδας: «Το σύνταγμα του 1986 στο πρώτο άρθρο του και στην πρώτη παράγραφο, κάτω από τον τίτλο "Μορφή του Πολιτεύματος", ορίζει ότι: "Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία". Αναλύοντας τον ορισμό αυτό παρατηρούμε ότι: Το π. της Ελλάδας είναι πρώτα απ` όλα "δημοκρατία". Δημοκρατία είναι το π. στο οποίο ο λαός, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι το ανώτατο όργανο του κράτους, που εκφράζει την υπέρτατη θέληση μέσα στο κράτος αυτό. Για το λόγο αυτόν θεμέλιο της δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2). Η λαϊκή κυριαρχία κατά το σύνταγμά μας συνεπάγεται την καθολική ψηφοφορία κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων… Η εμπιστοσύνη της Βουλής στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι όχι μόνο αναγκαία, αλλά και αρκετή προϋπόθεση τόσο για το διορισμό όσο και για τη διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης…Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ουσία της δημοκρατίας, όπως ορθά την είχε συλλάβει ο Αριστοτέλης, είναι η ελευθερία και η ισότητα.»
Και η συνέχεια είναι ακόμη καλύτερη:
«Η δημοκρατία δεν ορίζεται μόνο ως "κοινοβουλευτική", αλλά και ως "προεδρευόμενη". Αυτό σημαίνει πως ο ανώτατος άρχοντας εκλέγεται και δεν κληρονομεί το αξίωμά του, επειδή στο αξίωμα αυτό βρισκόταν προηγουμένως μέλος της οικογένειάς του».
Τα σχόλια νομίζω ότι είναι περιττά. Και επειδή ο καλύτερος ορισμός ενός πολιτεύματος επιτυγχάνεται όταν συγκρίνεται με άλλα, αντίπαλα, πολιτεύματα, ορίστε και ο ορισμός των αυταρχικών καθεστώτων:
«…στα αυταρχικά καθεστώτα η θέληση των αρχομένων δεν εξετάζεται από αυτούς που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και μ` αυτόν τον τρόπο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η ικανότητά τους για την άσκησή της. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τέτοια πρόσωπα γίνεται είτε με τη βία ή "πραξικόπημα", όταν για να καταλυθεί η έννομη τάξη που ισχύει χρησιμοποιείται η κρατική δύναμη που υπάρχει (στρατός, σώματα ασφαλείας) και πάντως σε κάθε περίπτωση δικτατορικά καθεστώτα, είτε κληρονομώντας την ικανότητα να ασκεί την κρατική εξουσία, είτε με ανάδειξη ή διορισμό από αυτούς που ήδη εξουσιάζουν».
Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.
11 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή Εκλογών: Round 2
Οι ειδικοί λένε πως νικητής του πρώτου γύρου των εκλογών ήταν η αποχή. Με το που το ανακοίνωσαν, ξεκίνησε το παιχνίδι παντομίμας. Ο καθένας εξηγεί τι σημαίνει αποχή και εμείς –οι τηλεθεατές της δημοκρατίας- προσπαθούμε να μαντέψουμε ποιος απ’ όλους έχει δώσει την καλύτερη, και παραστατικότερη, εξήγηση της λέξης. Για μένα η αποχή έχει πολλές ερμηνείες. Ο αριθμός των ερμηνειών είναι ανάλογος του αριθμού ανθρώπων που απείχαν. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι μια μερίδα ανθρώπων που απείχαν το έκαναν για να αποδοκιμάσουν το πολιτικό σύστημα και όχι επειδή ο καιρός ήταν καλός και η παρέα θα πήγαινε εκδρομή για ουζάκια; Κάποιοι θα πουν ότι το υποτιμώ πολύ το θέμα, μα επιμένω πως για μένα το 40% των πολιτών που απείχαν αποτελεί μια ακαθόριστη, ευμετάβλητη και αψυχολόγητη πλειοψηφία. Το πώς θα πορευτεί λοιπόν, και το τι προσπάθησε ήδη να μας πει με την έως τώρα πορεία της, θα φανεί στο μέλλον.
Δύο είναι τα στοιχεία που κρατώ εγώ, πριν από το δεύτερο γύρω εκλογών. Το πρώτο είναι τα «βαφτίσια» που επιχειρήθηκαν από τους υποψηφίους. Τώρα, λέει, θα πάμε να ψηφίσουμε με αυτόδιοικητικά κριτήρια. Αυτό, ειλικρινά, δεν το κατάλαβα. Για να πούμε ότι αλλάζει ο χαρακτήρας των εκλογών αυτών, θα πρέπει να αλλάξουν και οι υποψήφιοι, δεν νομίζετε; Δηλαδή, θέλουν να μας πουν ότι ο υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ ή της Νέας Δημοκρατίας ήταν κομματικός εκπρόσωπος στο πρώτο γύρο και τώρα, μέσα σε μία εβδομάδα, έγινε αυτόδιοικητικός;;; Σοβαρά πιστεύουν πως κάποιος από αυτούς που απείχαν στον Α’ γύρο, με πολύ περισσότερους υποψηφίους για να διαλέξουν, να θελήσουν τώρα, που οι επιλογές συρρικνώθηκαν απελπιστικά, να πάνε να ψηφίσουν ένα από τα 2 κόμματα; Και αν είναι έτσι, ποιος τους είπε ότι όσοι ψήφισαν ή απείχαν, δεν το έκαναν ήδη με αυτόδιοικητικά κριτήρια από τον Α γύρο; Αυτά είναι που με εξοργίζουν στις εκλογές, όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να μας ερμηνεύσουν και να μας χειραγωγήσουν, όλοι νομίζουν πως μας ξέρουν, λες και είναι κολλητοί μας, λες και μιλάμε κάθε μέρα! Αυτή είναι η αλαζονεία των πολιτικάντηδων και των επιτελείων τους!
Το δεύτερο στοιχείο που κρατάω από αυτό το δεύτερο γύρο των εκλογών είναι αυτό που όλοι θεώρησαν δεδομένο και δεν μπήκαν καν στον κόπο να το σχολιάσουν: τη νίκη, για ακόμη μια φορά, του δικομματισμού. Ήταν αναμενόμενο, λένε, ότι τα δυο μεγάλα κόμματα θα διατηρούσαν την πρωτιά τους, έναντι των άλλων κομμάτων. Κάποιοι λένε ότι έπιασε η μπλόφα περί πρόωρων εκλογών του πρωθυπουργού και άλλοι λένε ότι η διάσπαση και η φαγωμάρα της Αριστεράς βοήθησε σε αυτό. Δεν είναι στις προθέσεις μου να διαφωνήσω με καμιά θεωρία, αυτό που μου μένει ως γεύση όμως είναι ότι την τύχη μας εξακολουθεί να την ορίζει ένα –αντικειμενικά μικρό πλέον- ποσοστό κομματικοποιημένων –συχνά ηλικιωμένων- συμπολιτών μας, οι οποίοι ή πίστεψαν φανατικά ή βολεύτηκαν αναξιοκρατικά από αυτούς τους μηχανισμούς, και συνεχίζουν να τους στηρίζουν. Όσοι υπάρχουν αυτοί οι συμπολίτες, η Ελλάδα δεν θα αλλάξει για εμάς τους υπόλοιπους, η μίζα και η ρεμούλα θα εξακολουθούν να μας κρατούν στον πάτο.
Και ερχόμαστε στο μεγάλο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί όλους μας αυτή την Κυριακή: να απέχουμε ή να συμμετάσχουμε σε αυτή την τελευταία εκλογική αναμέτρηση; Να ασκήσουμε ή όχι το μοναδικό μας συνταγματικό και δημοκρατικό δικαίωμα; Να είναι κομματικές ή αυτοδιοικητικές οι επιλογές μας; Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ αυτή την Κυριακή –τιμώντας και την ουσία της προηγούμενης ανάρτησης μου- θα δεθώ στο ιδεολογικό άρμα ενός μεγάλου –και αρκετά ευφάνταστου- πολιτικού κινήματος της μετά-μεταπολίτευσης, στο πολιτικό κίνημα των άκυρων-λευκών ψηφοδελτίων. Την Κυριακή, θα πάρω τον μαύρο μαρκαδόρο μου και θα γράψω πάνω στο ψηφοδέλτιο: δώστε μου μια ευκαιρία να ζήσω με αξιοπρέπεια, δώστε μου επιτέλους ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ!!!
Καλή ψήφο σε όλους.
![]() |
| Ω Θέε μου! Πάλι μαλακία έκαναν οι γονείς μας! |
Δύο είναι τα στοιχεία που κρατώ εγώ, πριν από το δεύτερο γύρω εκλογών. Το πρώτο είναι τα «βαφτίσια» που επιχειρήθηκαν από τους υποψηφίους. Τώρα, λέει, θα πάμε να ψηφίσουμε με αυτόδιοικητικά κριτήρια. Αυτό, ειλικρινά, δεν το κατάλαβα. Για να πούμε ότι αλλάζει ο χαρακτήρας των εκλογών αυτών, θα πρέπει να αλλάξουν και οι υποψήφιοι, δεν νομίζετε; Δηλαδή, θέλουν να μας πουν ότι ο υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ ή της Νέας Δημοκρατίας ήταν κομματικός εκπρόσωπος στο πρώτο γύρο και τώρα, μέσα σε μία εβδομάδα, έγινε αυτόδιοικητικός;;; Σοβαρά πιστεύουν πως κάποιος από αυτούς που απείχαν στον Α’ γύρο, με πολύ περισσότερους υποψηφίους για να διαλέξουν, να θελήσουν τώρα, που οι επιλογές συρρικνώθηκαν απελπιστικά, να πάνε να ψηφίσουν ένα από τα 2 κόμματα; Και αν είναι έτσι, ποιος τους είπε ότι όσοι ψήφισαν ή απείχαν, δεν το έκαναν ήδη με αυτόδιοικητικά κριτήρια από τον Α γύρο; Αυτά είναι που με εξοργίζουν στις εκλογές, όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να μας ερμηνεύσουν και να μας χειραγωγήσουν, όλοι νομίζουν πως μας ξέρουν, λες και είναι κολλητοί μας, λες και μιλάμε κάθε μέρα! Αυτή είναι η αλαζονεία των πολιτικάντηδων και των επιτελείων τους!
Το δεύτερο στοιχείο που κρατάω από αυτό το δεύτερο γύρο των εκλογών είναι αυτό που όλοι θεώρησαν δεδομένο και δεν μπήκαν καν στον κόπο να το σχολιάσουν: τη νίκη, για ακόμη μια φορά, του δικομματισμού. Ήταν αναμενόμενο, λένε, ότι τα δυο μεγάλα κόμματα θα διατηρούσαν την πρωτιά τους, έναντι των άλλων κομμάτων. Κάποιοι λένε ότι έπιασε η μπλόφα περί πρόωρων εκλογών του πρωθυπουργού και άλλοι λένε ότι η διάσπαση και η φαγωμάρα της Αριστεράς βοήθησε σε αυτό. Δεν είναι στις προθέσεις μου να διαφωνήσω με καμιά θεωρία, αυτό που μου μένει ως γεύση όμως είναι ότι την τύχη μας εξακολουθεί να την ορίζει ένα –αντικειμενικά μικρό πλέον- ποσοστό κομματικοποιημένων –συχνά ηλικιωμένων- συμπολιτών μας, οι οποίοι ή πίστεψαν φανατικά ή βολεύτηκαν αναξιοκρατικά από αυτούς τους μηχανισμούς, και συνεχίζουν να τους στηρίζουν. Όσοι υπάρχουν αυτοί οι συμπολίτες, η Ελλάδα δεν θα αλλάξει για εμάς τους υπόλοιπους, η μίζα και η ρεμούλα θα εξακολουθούν να μας κρατούν στον πάτο.
Και ερχόμαστε στο μεγάλο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί όλους μας αυτή την Κυριακή: να απέχουμε ή να συμμετάσχουμε σε αυτή την τελευταία εκλογική αναμέτρηση; Να ασκήσουμε ή όχι το μοναδικό μας συνταγματικό και δημοκρατικό δικαίωμα; Να είναι κομματικές ή αυτοδιοικητικές οι επιλογές μας; Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ αυτή την Κυριακή –τιμώντας και την ουσία της προηγούμενης ανάρτησης μου- θα δεθώ στο ιδεολογικό άρμα ενός μεγάλου –και αρκετά ευφάνταστου- πολιτικού κινήματος της μετά-μεταπολίτευσης, στο πολιτικό κίνημα των άκυρων-λευκών ψηφοδελτίων. Την Κυριακή, θα πάρω τον μαύρο μαρκαδόρο μου και θα γράψω πάνω στο ψηφοδέλτιο: δώστε μου μια ευκαιρία να ζήσω με αξιοπρέπεια, δώστε μου επιτέλους ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ!!!
Καλή ψήφο σε όλους.
3 Νοεμβρίου 2010
Αυτή την Κυριακή… εκτονωθείτε!
Οι γονείς μου ήταν πάντα αυτό που λέμε «πολιτικά όντα». Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, στο σπίτι άκουγες 2 πράγματα: το ραδιόφωνο να παίζει από τις 8 το πρωί, αναμεταδίδοντας ειδήσεις και εκπομπές επικαιρότητας και την τηλεόραση να ανοίγει ευλαβικά μόνον τις ώρες των προκαθορισμένων δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα, η μητέρα μου δεν είχε ποτέ ένα σταθμό, είτε ραδιοφωνικό είτε τηλεοπτικό, που παρακολουθούσε. Αντιθέτως, έκανε ακουστική τσάρκα σε ότι σχετικό κυκλοφορούσε στα ερτζιανά, κολλώντας συχνά σε σταθμούς του «αντίπαλου στρατοπέδου», μόνο και μόνο για να έχει όσο το δυνατόν πιο σφαιρική άποψη των θεμάτων. Βέβαια, αν κρίνω από τη χαμηλή θέση που πήραμε σε πρόσφατη έρευνα σχετικά με την ελευθεροτυπία στην Ελλάδα, τσάμπα κόπο έκανε η γυναίκα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Οι γονείς μου ήταν φανατικοί οπαδοί των κομμάτων, από αυτούς που αρπάζουν τα σημαιάκια και τα καπέλα και βγαίνουν στους δρόμους, όταν μιλά ο πρόεδρος του κόμματος. Μάλιστα, πήγα στην πρώτη μου προεκλογική συγκέντρωση όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό. Η μάνα μου, μου φόρεσε το κασκόλ του κόμματος και το καπέλο και με τραβολογούσε από το χέρι, σαν βαλίτσα γεμάτη πέτρες. Το μόνο που θυμάμαι είναι οι φωνές, τα φώτα, το πλήθος. Τότε, όλοι έμοιαζαν υπερβολικά ψηλοί και τρομαχτικοί, και ένας φόβος γέμιζε την καρδιά μου, καθώς η μάνα μου με τραβούσε αλαφιασμένη: ότι το χέρι μου θα γλιστρήσει και θα χαθώ στο τεράστιο πλήθος. Από τότε και μέχρι και σήμερα, βλέπω όνειρα ότι χάνομαι στο πλήθος και παραλύω από το φόβο. Αυτό πιστεύω ήταν και το πρώτο προσωπικό «τραύμα» που δέχτηκα στη ζωή μου εξαιτίας του πολιτικού μας συστήματος. Μπροστά, όμως, σε αυτά που ακολούθησαν, αυτό φαντάζει πταίσμα, γι’ αυτό και πάω παρακάτω.
Οι γονείς μου, λοιπόν, ήταν φανατικοί οπαδοί του δικομματισμού. Ήταν οι άνθρωποι που έκριναν τον άλλον, με βάση την πολιτική του ταυτότητα. Ήταν τόσο χωμένοι σε αυτή την ιδεολογία, που η μάνα μου, στα πρώτα της ραντεβού με τον πατέρα μου, τον απείλησε με χωρισμό, αν οι πολιτικές τους απόψεις δεν συνέπιπταν. Του είπε συγκεκριμένα, ότι όλα του τα κουσούρια θα μπορούσε να τα αντέξει, αρκεί να μην ήταν οπαδός του «αντίπαλου στρατοπέδου». Που να ήξερε βέβαια τότε, ότι υπάρχουν τελικά κουσούρια πολύ χειρότερα, απ’ το να είναι κάποιος άλλο κόμμα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ζουμί της ιστορίας που σας διηγούμαι έγκειται στη λέξη «ήταν». Ναι, οι γονείς μου ανήκουν πλέον στη κατηγορία των ανθρώπων που δεν θα πάνε να ψηφίσουν αυτή την Κυριακή, και υπάρχει ένα πολύ καλό σκεπτικό πίσω από την απόφαση τους.
Ο δικομματισμός της ενήλικης ζωής τους έχει δηλητηριάσει τις επιλογές τους, σε τέτοιο σημείο που να μην μπορούν με τίποτα να ψηφίσουν άλλο κόμμα. Από το να ψηφίσουν, λοιπόν, το κόμμα που τους πρόδωσε και τους έφτασε ως εδώ, προτιμούν απλά να απέχουν. Στα μάτια τους βλέπεις καθαρά την απογοήτευση του οπαδού, την πικρία του ανθρώπου που απλά πίστεψε πολύ σε κάτι, που τελικά αποδείχτηκε απάτη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό σε αυτό τον κόσμο, από την εικόνα του διαμελισμένου πνεύματος. Οι γονείς μου δεν θα ψηφίσουν σε αυτές τις εκλογές, όμως η αποχή τους δεν είναι σημάδι ηχηρής διαμαρτυρίας. Η αποχή τους είναι σημάδι απογοήτευσης και παραίτησης, είναι σημάδι φόβου προς τον ίδιο τους τον εαυτό, που χρόνια τώρα, κάποιοι τον εκπαίδευαν –ή τον υποχρέωναν- να ακολουθεί πιστά της προσταγές ενός κόμματος. Εν ολίγης, είναι σημάδι πλύσης εγκεφάλου, σε σημείο που ο «ασθενής» να μην εμπιστεύεται πλέον την ίδια του την κρίση. Αντιδρούν όπως οι τοξικομανείς σε φάση απεξάρτησης: ξέρουν ότι οι «ουσίες» τους κάνουν κακό, αλλά τις αναζητούν έτσι και αλλιώς. Η μόνη τους σωτηρία, λοιπόν, είναι να ταμπουρωθούν σπίτι τους τη μοναδική μέρα του χρόνου, όπου το «ναρκωτικό» τους κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους όλης της χώρας.
Απ’ όλο μου το σόι, είμαι η μόνη που δήλωσε ότι την Κυριακή θα πάει να ψηφίσει. Δεν πιστεύω στη ψήφο διαμαρτυρίας της αποχής, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι τους λέω «αλωνίστε ελεύθερα, δεν θα σας σταματήσει κανείς». Δεν είμαι καλή χριστιανή, δεν θα γυρίσω στωικά και το άλλο μάγουλο για να με χαστουκίσουν, θα τους ρίξω εγώ μπουνιά πρώτη, ασκώντας το μοναδικό πλέον δημοκρατικό δικαίωμα που μου άφησαν σε αυτή τη χώρα. Και ακόμη και αν μαγειρέψουν τα αποτελέσματα –πράγμα πολύ πιθανό σε μια δικτατορία- μου φτάνει που αυτοί θα ξέρουν μεταξύ τους ότι εγώ δεν τους θέλω εδώ, ότι θα τους πολεμήσω. Μου φτάνει που, ίσως, να καταφέρω με την ανυπακοή μου να τους χαρίσω και εγώ μερικά «τραύματα», τους τα χρωστάω άλλωστε.
Οι γονείς μου ήταν φανατικοί οπαδοί των κομμάτων, από αυτούς που αρπάζουν τα σημαιάκια και τα καπέλα και βγαίνουν στους δρόμους, όταν μιλά ο πρόεδρος του κόμματος. Μάλιστα, πήγα στην πρώτη μου προεκλογική συγκέντρωση όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό. Η μάνα μου, μου φόρεσε το κασκόλ του κόμματος και το καπέλο και με τραβολογούσε από το χέρι, σαν βαλίτσα γεμάτη πέτρες. Το μόνο που θυμάμαι είναι οι φωνές, τα φώτα, το πλήθος. Τότε, όλοι έμοιαζαν υπερβολικά ψηλοί και τρομαχτικοί, και ένας φόβος γέμιζε την καρδιά μου, καθώς η μάνα μου με τραβούσε αλαφιασμένη: ότι το χέρι μου θα γλιστρήσει και θα χαθώ στο τεράστιο πλήθος. Από τότε και μέχρι και σήμερα, βλέπω όνειρα ότι χάνομαι στο πλήθος και παραλύω από το φόβο. Αυτό πιστεύω ήταν και το πρώτο προσωπικό «τραύμα» που δέχτηκα στη ζωή μου εξαιτίας του πολιτικού μας συστήματος. Μπροστά, όμως, σε αυτά που ακολούθησαν, αυτό φαντάζει πταίσμα, γι’ αυτό και πάω παρακάτω.
Οι γονείς μου, λοιπόν, ήταν φανατικοί οπαδοί του δικομματισμού. Ήταν οι άνθρωποι που έκριναν τον άλλον, με βάση την πολιτική του ταυτότητα. Ήταν τόσο χωμένοι σε αυτή την ιδεολογία, που η μάνα μου, στα πρώτα της ραντεβού με τον πατέρα μου, τον απείλησε με χωρισμό, αν οι πολιτικές τους απόψεις δεν συνέπιπταν. Του είπε συγκεκριμένα, ότι όλα του τα κουσούρια θα μπορούσε να τα αντέξει, αρκεί να μην ήταν οπαδός του «αντίπαλου στρατοπέδου». Που να ήξερε βέβαια τότε, ότι υπάρχουν τελικά κουσούρια πολύ χειρότερα, απ’ το να είναι κάποιος άλλο κόμμα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το ζουμί της ιστορίας που σας διηγούμαι έγκειται στη λέξη «ήταν». Ναι, οι γονείς μου ανήκουν πλέον στη κατηγορία των ανθρώπων που δεν θα πάνε να ψηφίσουν αυτή την Κυριακή, και υπάρχει ένα πολύ καλό σκεπτικό πίσω από την απόφαση τους.
Ο δικομματισμός της ενήλικης ζωής τους έχει δηλητηριάσει τις επιλογές τους, σε τέτοιο σημείο που να μην μπορούν με τίποτα να ψηφίσουν άλλο κόμμα. Από το να ψηφίσουν, λοιπόν, το κόμμα που τους πρόδωσε και τους έφτασε ως εδώ, προτιμούν απλά να απέχουν. Στα μάτια τους βλέπεις καθαρά την απογοήτευση του οπαδού, την πικρία του ανθρώπου που απλά πίστεψε πολύ σε κάτι, που τελικά αποδείχτηκε απάτη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό σε αυτό τον κόσμο, από την εικόνα του διαμελισμένου πνεύματος. Οι γονείς μου δεν θα ψηφίσουν σε αυτές τις εκλογές, όμως η αποχή τους δεν είναι σημάδι ηχηρής διαμαρτυρίας. Η αποχή τους είναι σημάδι απογοήτευσης και παραίτησης, είναι σημάδι φόβου προς τον ίδιο τους τον εαυτό, που χρόνια τώρα, κάποιοι τον εκπαίδευαν –ή τον υποχρέωναν- να ακολουθεί πιστά της προσταγές ενός κόμματος. Εν ολίγης, είναι σημάδι πλύσης εγκεφάλου, σε σημείο που ο «ασθενής» να μην εμπιστεύεται πλέον την ίδια του την κρίση. Αντιδρούν όπως οι τοξικομανείς σε φάση απεξάρτησης: ξέρουν ότι οι «ουσίες» τους κάνουν κακό, αλλά τις αναζητούν έτσι και αλλιώς. Η μόνη τους σωτηρία, λοιπόν, είναι να ταμπουρωθούν σπίτι τους τη μοναδική μέρα του χρόνου, όπου το «ναρκωτικό» τους κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους όλης της χώρας.
Απ’ όλο μου το σόι, είμαι η μόνη που δήλωσε ότι την Κυριακή θα πάει να ψηφίσει. Δεν πιστεύω στη ψήφο διαμαρτυρίας της αποχής, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι τους λέω «αλωνίστε ελεύθερα, δεν θα σας σταματήσει κανείς». Δεν είμαι καλή χριστιανή, δεν θα γυρίσω στωικά και το άλλο μάγουλο για να με χαστουκίσουν, θα τους ρίξω εγώ μπουνιά πρώτη, ασκώντας το μοναδικό πλέον δημοκρατικό δικαίωμα που μου άφησαν σε αυτή τη χώρα. Και ακόμη και αν μαγειρέψουν τα αποτελέσματα –πράγμα πολύ πιθανό σε μια δικτατορία- μου φτάνει που αυτοί θα ξέρουν μεταξύ τους ότι εγώ δεν τους θέλω εδώ, ότι θα τους πολεμήσω. Μου φτάνει που, ίσως, να καταφέρω με την ανυπακοή μου να τους χαρίσω και εγώ μερικά «τραύματα», τους τα χρωστάω άλλωστε.
28 Οκτωβρίου 2010
Ζώντας λαθραία…όλοι μαζί στην ίδια βάρκα
Μετανάστες και μετανάστευση. Η δουλειά μου πρόσφατα με έφερε μπροστά τους. Πέρασα μέρες ολόκληρες εξερευνώντας, όχι τόσο τους ίδιους, όσο τις ιδέες και τις απόψεις του απλού κόσμου, των δημόσιων λειτουργών ή των ακαδημαϊκών για αυτούς. Ανακάλυψα πολλά, τα οποία δεν χωράνε σε μια ανάρτηση. Ανακάλυψα αρχικά το πραγματικό τους νούμερο. Η μοναδική –επίσημη- απογραφή του αριθμού μεταναστών που έχουμε στα χέρια μας έγινε πριν 10 σχεδόν χρόνια. Αν μαντέψουμε –όπως όλοι μπορούμε τώρα πια- την ποιότητα της δουλειάς των δημόσιων λειτουργών, που ανέλαβε να πραγματοποιήσει την απογραφή, τότε μπορούμε να φανταστούμε τα κενά και τις παραλείψεις που υπήρξαν, δίχως καν να δούμε τα νούμερα. Μα δεν έχουν τόση σημασία τα νούμερα, όσο το γεγονός ότι 10 ολόκληρα χρόνια μετά και ακόμη δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό ψυχών –έστω και ξένων- που ζει στο ίδιο κομμάτι γης με εμάς.
Ανακάλυψα επίσης τους νόμους που θεσπίστηκαν για τη νομιμοποίηση τους. Νόμοι περίπλοκοι, δυσνόητοι, επίτηδες κακογραμμένοι και ποτέ, μα ποτέ, αρκετοί για να καλύψουν τα κενά και τις παραλείψεις των προηγούμενων. Οι ακαδημαϊκοί σιγομουρμουρίζουν σε κάθε τους παράγραφο, τονίζοντας την παραλογία τους, τα παραθυράκια τους και τα ποσοστά των ανθρώπων που αφήνουν στην παρανομία, καταφέρνοντας δηλαδή το αντίθετο ακριβώς από το λόγο ύπαρξης τους.
Δεν είναι τόσο τα νομοθετικά τερτίπια που με ξενίζουν, άλλωστε στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη ιστορία άχρηστων-ελλιπέστατων-πονηρών νόμων. Αυτό που με προβληματίζει είναι η εσκεμμένη απουσία μεταναστευτικού οράματος και πολιτικής. Με λίγα λόγια, ποιους εξυπηρετεί η στάση που κρατάμε; Για ποιόν ακριβώς λόγο δηλώνουμε αδυναμία οργάνωσης και αποτελεσματικότητας, όταν έχουμε στα χέρια μας τόσο τις οδηγίες-προσταγές της ΕΕ για τους μετανάστες, αλλά και τα παραδείγματα μεταναστευτικής πολιτικής άλλων χωρών, με μεγαλύτερη «προϋπηρεσία» στη μεταναστευτική πολιτική; Είναι θέμα πολιτικής βούλησης ή θέμα στρατηγικής;
Το θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής είναι το κόκκινο πανί και των επερχόμενων εκλογών, ειδικά στη Περιφέρεια Αττικής. Είδα τα ευτράπελα στις γειτονίες και άκουσα τις απόψεις των υποψηφίων. Ακροδεξιές κορώνες και αριστερή σιωπή, πασπαλισμένη με μπόλικο συναίσθημα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι, και Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα. Δέκα χρόνια σφυράμε αδιάφορα, το κύμα κάποια στιγμή θα μας έφτανε, όσο γρήγορα και αν λέμε πως τρέχουμε. Αναρωτιέμαι, όμως, πόση πολιτική δύναμη θα έχουν τελικά αυτοί οι τοπικοί άρχοντες, ώστε να υπόσχονται λύσεις βερεσέ, όταν εδώ και 10 τουλάχιστον χρόνια η κεντρική διοίκηση της χώρας δεν μπόρεσε να υλοποιήσει καμία; Για πολιτική βούληση δεν ρωτάω καν, τα 10 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη απογραφή μαρτυρούν πολλά. Οι Έλληνες αρκούμαστε στα λόγια τελικά, χωρίς ποτέ να εξετάζουμε πόσα από αυτά έγιναν πραγματικά πράξη.
Ανακάλυψα ακόμη –με μεγάλη απογοήτευση- τη δυστοκία των ερευνητών που συχνάζουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια. Θεέ μου! Τι είδαν τα ματάκια μου…
Δεκάδες έρευνες, όλες τυλιγμένες στο μανδύα της επιστημονικής αντικειμενικότητας, γεμάτες ελλείψεις και παραλείψεις. Όποιος έχει αποφοιτήσει –με νόμιμα τουλάχιστον μέσα και όχι επειδή γνωρίζει τον καθηγητή- από σχολή κοινωνιολογίας ή κοινωνικών επιστημών γνωρίζει ότι ο νούμερο ένα κανόνας της κοινωνικής έρευνας είναι η παραδοχή και περιγραφή της μεροληψίας του ίδιου του ερευνητή. Γνωρίζει επίσης, ότι σκοπός μιας έρευνας δεν είναι να εκθειάσουμε καθηγητές, περιλαμβάνοντας, μάλιστα, στα κύρια επιχειρήματα μας το βιογραφικό τους. Δεν με πείραξε τόσο η μεροληπτική παρουσίαση των θεμάτων, όσο το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους, και το εννοώ, οι έρευνες και οι διπλωματικές που διάβασα ήταν κακογραμμένες. Δυστυχώς, η σωτηρία δεν θα έρθει από την ακαδημία, ούτε όμως και από τα αμφιθέατρα των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, και εκεί επικρατούν τα μικρο-συμφέροντα, τα κομματικά συμφέροντα και τα «κολλητιλίκια».
Ανακάλυψα, τέλος, και κάτι ακόμη, ανακάλυψα τον παράγοντα ψυχολογία και τον παράγοντα άνθρωπο. Σε ότι αφορά τον πρώτο, νομίζω πως η τύχη μας επιφύλαξε μία άσχημη, αλλά και συνάμα δίκαιη, έκπληξη. Τόσο καιρό βλέπαμε αφ’υψηλού τους μετανάστες. Τώρα, που όλο και πιο πολλοί Έλληνες συνωστίζονται στα συσσίτια, ήρθε η ώρα να γίνουμε φίλοι τους και συνοδοιπόροι στη μιζέρια. Ο Θεός τελικά είναι πολύ χιουμορίστας, πάντα το έλεγα. Τώρα, που και εμείς είμαστε αναγκασμένοι να δουλεύουμε ανασφάλιστοι, δίχως συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή μονιμότητα, τώρα θα καταλάβουμε πως είναι να είσαι μετανάστης στον τόπο σου. Η κρίση μας φέρνει πιο κοντά, πάντα το έλεγαν και δεν τους πίστευα. Σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου –προ ΔΝΤ- το 49% των Ελλήνων ζήτησε την απέλαση των άνεργων μεταναστών. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγετε κρύο, αγαπητοί μου, διότι τώρα πια η ανεργία διώχνει εμάς τους ίδιους από τη χώρα μας προς αναζήτηση εργασίας. Και το χειρότερο απ’ όλα ξέρετε πιο είναι; Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως υποπτεύομαι ότι σε όλο αυτό το μπάχαλο, σε όλη αυτή την παρακμή που υποπέσαμε ως Έλληνες, το πιο πιθανό είναι οι μετανάστες συμπολίτες μας να μας συμπονέσουν, παρά να νιώσουν δικαιωμένοι. Για φανταστείτε το…
Ανακάλυψα επίσης τους νόμους που θεσπίστηκαν για τη νομιμοποίηση τους. Νόμοι περίπλοκοι, δυσνόητοι, επίτηδες κακογραμμένοι και ποτέ, μα ποτέ, αρκετοί για να καλύψουν τα κενά και τις παραλείψεις των προηγούμενων. Οι ακαδημαϊκοί σιγομουρμουρίζουν σε κάθε τους παράγραφο, τονίζοντας την παραλογία τους, τα παραθυράκια τους και τα ποσοστά των ανθρώπων που αφήνουν στην παρανομία, καταφέρνοντας δηλαδή το αντίθετο ακριβώς από το λόγο ύπαρξης τους.
Δεν είναι τόσο τα νομοθετικά τερτίπια που με ξενίζουν, άλλωστε στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη ιστορία άχρηστων-ελλιπέστατων-πονηρών νόμων. Αυτό που με προβληματίζει είναι η εσκεμμένη απουσία μεταναστευτικού οράματος και πολιτικής. Με λίγα λόγια, ποιους εξυπηρετεί η στάση που κρατάμε; Για ποιόν ακριβώς λόγο δηλώνουμε αδυναμία οργάνωσης και αποτελεσματικότητας, όταν έχουμε στα χέρια μας τόσο τις οδηγίες-προσταγές της ΕΕ για τους μετανάστες, αλλά και τα παραδείγματα μεταναστευτικής πολιτικής άλλων χωρών, με μεγαλύτερη «προϋπηρεσία» στη μεταναστευτική πολιτική; Είναι θέμα πολιτικής βούλησης ή θέμα στρατηγικής;
Το θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής είναι το κόκκινο πανί και των επερχόμενων εκλογών, ειδικά στη Περιφέρεια Αττικής. Είδα τα ευτράπελα στις γειτονίες και άκουσα τις απόψεις των υποψηφίων. Ακροδεξιές κορώνες και αριστερή σιωπή, πασπαλισμένη με μπόλικο συναίσθημα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι, και Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα. Δέκα χρόνια σφυράμε αδιάφορα, το κύμα κάποια στιγμή θα μας έφτανε, όσο γρήγορα και αν λέμε πως τρέχουμε. Αναρωτιέμαι, όμως, πόση πολιτική δύναμη θα έχουν τελικά αυτοί οι τοπικοί άρχοντες, ώστε να υπόσχονται λύσεις βερεσέ, όταν εδώ και 10 τουλάχιστον χρόνια η κεντρική διοίκηση της χώρας δεν μπόρεσε να υλοποιήσει καμία; Για πολιτική βούληση δεν ρωτάω καν, τα 10 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη απογραφή μαρτυρούν πολλά. Οι Έλληνες αρκούμαστε στα λόγια τελικά, χωρίς ποτέ να εξετάζουμε πόσα από αυτά έγιναν πραγματικά πράξη.
Ανακάλυψα ακόμη –με μεγάλη απογοήτευση- τη δυστοκία των ερευνητών που συχνάζουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια. Θεέ μου! Τι είδαν τα ματάκια μου…
Δεκάδες έρευνες, όλες τυλιγμένες στο μανδύα της επιστημονικής αντικειμενικότητας, γεμάτες ελλείψεις και παραλείψεις. Όποιος έχει αποφοιτήσει –με νόμιμα τουλάχιστον μέσα και όχι επειδή γνωρίζει τον καθηγητή- από σχολή κοινωνιολογίας ή κοινωνικών επιστημών γνωρίζει ότι ο νούμερο ένα κανόνας της κοινωνικής έρευνας είναι η παραδοχή και περιγραφή της μεροληψίας του ίδιου του ερευνητή. Γνωρίζει επίσης, ότι σκοπός μιας έρευνας δεν είναι να εκθειάσουμε καθηγητές, περιλαμβάνοντας, μάλιστα, στα κύρια επιχειρήματα μας το βιογραφικό τους. Δεν με πείραξε τόσο η μεροληπτική παρουσίαση των θεμάτων, όσο το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους, και το εννοώ, οι έρευνες και οι διπλωματικές που διάβασα ήταν κακογραμμένες. Δυστυχώς, η σωτηρία δεν θα έρθει από την ακαδημία, ούτε όμως και από τα αμφιθέατρα των Ελληνικών Πανεπιστημίων. Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, και εκεί επικρατούν τα μικρο-συμφέροντα, τα κομματικά συμφέροντα και τα «κολλητιλίκια».
Ανακάλυψα, τέλος, και κάτι ακόμη, ανακάλυψα τον παράγοντα ψυχολογία και τον παράγοντα άνθρωπο. Σε ότι αφορά τον πρώτο, νομίζω πως η τύχη μας επιφύλαξε μία άσχημη, αλλά και συνάμα δίκαιη, έκπληξη. Τόσο καιρό βλέπαμε αφ’υψηλού τους μετανάστες. Τώρα, που όλο και πιο πολλοί Έλληνες συνωστίζονται στα συσσίτια, ήρθε η ώρα να γίνουμε φίλοι τους και συνοδοιπόροι στη μιζέρια. Ο Θεός τελικά είναι πολύ χιουμορίστας, πάντα το έλεγα. Τώρα, που και εμείς είμαστε αναγκασμένοι να δουλεύουμε ανασφάλιστοι, δίχως συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή μονιμότητα, τώρα θα καταλάβουμε πως είναι να είσαι μετανάστης στον τόπο σου. Η κρίση μας φέρνει πιο κοντά, πάντα το έλεγαν και δεν τους πίστευα. Σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου –προ ΔΝΤ- το 49% των Ελλήνων ζήτησε την απέλαση των άνεργων μεταναστών. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγετε κρύο, αγαπητοί μου, διότι τώρα πια η ανεργία διώχνει εμάς τους ίδιους από τη χώρα μας προς αναζήτηση εργασίας. Και το χειρότερο απ’ όλα ξέρετε πιο είναι; Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως υποπτεύομαι ότι σε όλο αυτό το μπάχαλο, σε όλη αυτή την παρακμή που υποπέσαμε ως Έλληνες, το πιο πιθανό είναι οι μετανάστες συμπολίτες μας να μας συμπονέσουν, παρά να νιώσουν δικαιωμένοι. Για φανταστείτε το…
11 Οκτωβρίου 2010
η βροχή
Ξύπνησα στους ήχους του ουράνιου κλάματος. Με ξύπνησε το παράπονο της φύσης. Ο ήχος του, σαν θλιμμένη μελωδία, έπεφτε στο ίδιο τέμπο με αυτόν που καιρό τώρα σιγο-παίζει μέσα μου και η μελωδία ξεχείλισε στα αυτιά μου. Δεν κατάφερα να πνίξω μέσα μου την ανάγκη να φωνάξω για όλα αυτά που μου λείπουν και ο ύπνος χάθηκε ξαφνικά μέσα από τα μάτια μου.
Θαμπός ο ουρανός. Κάθε γωνία και ένα γκρίζο μπαλωματάκι, κάθε σύννεφο και ένα δάκρυ. Αγουροξυπνημένα τα μάτια μου τον εξερευνούν. Πόσο διαφορετική μοιάζει τώρα η βροχή; Πόσο διαφορετική, μετά από τόσους μήνες που έχω να την ακούσω;
Μπαίνει ξαφνικά το δροσερό αεράκι της από τα παράθυρα, παίζει με την κουρτίνα και μετά μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο. Και το χώμα, βγάζει από μέσα του όλο το δηλητήριο που τόσο καιρό δεν μπορούσε να αποβάλει, και μια υγρή, ζεστή μυρωδιά γεμίζει την ατμόσφαιρα. Ο ήχος, η μυρωδιά της γης... Μου θυμίζουν το δικό μου κλάμα, αυτό που δεν κατάφερα να κρατήσω μέσα μου, γιατί οι τοξίνες σκότωναν σιγά σιγά τα ζωτικά μου όργανα. Τώρα καταλαβαίνω πόσο χαζή και άσκοπη είναι αυτή μου η προσπάθεια να αρνηθώ τα πάντα, όλα αυτά που καιρό βολτάρουν μέσα μου και ψάχνουν το άνοιγμα των ματιών μου για να εκφραστούν. Αν κοιτάξεις καλά θα δεις την τρικυμία πίσω από τις κόρες των ματιών μου, τα ποτάμια που φουρτουνιάζουν μέσα τους, ίδια με αυτά που οργώνουν τώρα ορμητικά το δρόμο.
Μα ήρθε η βροχή... το δηλητήριο χάνει σιγά σιγά τη γεύση και τη δύναμή του. Τα μπαλωματάκια στον ουρανό παίρνουν χρώμα και χαμογελά νυσταγμένος ο ήλιος πίσω τους. Έτσι και το μυαλό μου παίρνει χρώμα, με κυριεύει μια χαρά, μια προσμονή, από αυτές που σε καθηλώνουν στην αναμονή τους. Και δεν χάνω πια το χρώμα από τα μάτια μου, και αν ο ουρανός σκοτεινιάζει που και που, το ίδιο και η σκέψη μου. Μα είναι μόνο για λίγο, γιατί αυτή η πτώση είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να πάρεις φόρα και να τιναχτείς πιο ψηλά. Αυτή η πτώση, είναι σαν το νέο αίμα που εισχωρεί στο σώμα σου και σε κάνει να σκεφτείς τη ζωτικότητα και τη σημασία του.
Σαν μικρόβιο μπήκε μέσα μου η χαρά και ξέπλυνα στη βροχή και την τελευταία μου ελπίδα.
Τα δικά μου σύννεφα σκαρφαλώνουν μόνο μέχρι το ταβάνι του δωματίου μου, μα πριν προλάβω να τα κοιτάξω, γίνονται φαντασία, γίνονται πρόσωπα και εικόνες και με πιάνουν τα γέλια. Με πιάνουν τα γέλια γιατί η ζωή είναι μικρή, είναι όμορφη, είναι αυτό που την κάνω εγώ να είναι. Κάτι φωνάζει μέσα μου πως η αγάπη είναι μέσα στα μάτια μου, η ομορφιά είναι μέσα στο βλέμμα μου, ο Θεός είναι μέσα στο αίμα μου, η τύχη ξαποσταίνει πάνω στα χέρια μου και εσύ θα μου χαμογελάς όπως και να σε κοιτάξω, σαν τον ήλιο που τώρα ξεμυτά από τα σύννεφα. Και αν καμιά φορά δεν σε βλέπω να χαμογελάς, είναι γιατί ξεχνάω να κοιτάξω ψηλά. Συγχώρεσε την ανθρώπινη μικροπρέπεια μου, το βουβό μου κλάμα, το θρήνο της ζωής μου, και εγώ υπόσχομαι πως, αν δεν σταματήσεις να μου χαμογελάς, δεν θα σταματήσω ποτέ να κοιτώ ψηλά.
Χαρά της ζωής μου, είσαι ο ήλιος που τώρα ζεσταίνει το άκαμπτο κορμί μου. Μην πάψεις ποτέ να μου χαμογελάς, και εγώ, έχω σύμμαχο τον καιρό και τη μνήμη για να μου θυμίζει περασμένες μας μάχες και τον πόλεμο που θα έρθει.
Τώρα... όλα είναι τώρα, όλη μου η ζωή αρχίζει και τελειώνει με κάθε σου χαμόγελο, με κάθε νέο και παλιό κεφάλαιο της μνήμης μου.
Και αν ερωτευτώ, θα είναι για πάντα.Ό,τι ερωτεύτηκα ως τώρα στη ζωή μου, είναι ακόμη μέσα μου, γιατί αλίμονο σ'αυτόν που δεν αγαπά τη μνήμη του, σ'αυτόν που ξεχνά όλα όσα τον έφεραν ως εδώ, ως την κάθαρση της βροχής, ως το χαμόγελο του ήλιου.
Τi θα ήμουν χωρίς τα χαμογελά σας; Χωρίς τις αναμνήσεις μου, χωρίς τη βροχή...
Θαμπός ο ουρανός. Κάθε γωνία και ένα γκρίζο μπαλωματάκι, κάθε σύννεφο και ένα δάκρυ. Αγουροξυπνημένα τα μάτια μου τον εξερευνούν. Πόσο διαφορετική μοιάζει τώρα η βροχή; Πόσο διαφορετική, μετά από τόσους μήνες που έχω να την ακούσω;
Μπαίνει ξαφνικά το δροσερό αεράκι της από τα παράθυρα, παίζει με την κουρτίνα και μετά μου χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο. Και το χώμα, βγάζει από μέσα του όλο το δηλητήριο που τόσο καιρό δεν μπορούσε να αποβάλει, και μια υγρή, ζεστή μυρωδιά γεμίζει την ατμόσφαιρα. Ο ήχος, η μυρωδιά της γης... Μου θυμίζουν το δικό μου κλάμα, αυτό που δεν κατάφερα να κρατήσω μέσα μου, γιατί οι τοξίνες σκότωναν σιγά σιγά τα ζωτικά μου όργανα. Τώρα καταλαβαίνω πόσο χαζή και άσκοπη είναι αυτή μου η προσπάθεια να αρνηθώ τα πάντα, όλα αυτά που καιρό βολτάρουν μέσα μου και ψάχνουν το άνοιγμα των ματιών μου για να εκφραστούν. Αν κοιτάξεις καλά θα δεις την τρικυμία πίσω από τις κόρες των ματιών μου, τα ποτάμια που φουρτουνιάζουν μέσα τους, ίδια με αυτά που οργώνουν τώρα ορμητικά το δρόμο.
Μα ήρθε η βροχή... το δηλητήριο χάνει σιγά σιγά τη γεύση και τη δύναμή του. Τα μπαλωματάκια στον ουρανό παίρνουν χρώμα και χαμογελά νυσταγμένος ο ήλιος πίσω τους. Έτσι και το μυαλό μου παίρνει χρώμα, με κυριεύει μια χαρά, μια προσμονή, από αυτές που σε καθηλώνουν στην αναμονή τους. Και δεν χάνω πια το χρώμα από τα μάτια μου, και αν ο ουρανός σκοτεινιάζει που και που, το ίδιο και η σκέψη μου. Μα είναι μόνο για λίγο, γιατί αυτή η πτώση είναι απαραίτητη για να μπορέσεις να πάρεις φόρα και να τιναχτείς πιο ψηλά. Αυτή η πτώση, είναι σαν το νέο αίμα που εισχωρεί στο σώμα σου και σε κάνει να σκεφτείς τη ζωτικότητα και τη σημασία του.
Σαν μικρόβιο μπήκε μέσα μου η χαρά και ξέπλυνα στη βροχή και την τελευταία μου ελπίδα.
Τα δικά μου σύννεφα σκαρφαλώνουν μόνο μέχρι το ταβάνι του δωματίου μου, μα πριν προλάβω να τα κοιτάξω, γίνονται φαντασία, γίνονται πρόσωπα και εικόνες και με πιάνουν τα γέλια. Με πιάνουν τα γέλια γιατί η ζωή είναι μικρή, είναι όμορφη, είναι αυτό που την κάνω εγώ να είναι. Κάτι φωνάζει μέσα μου πως η αγάπη είναι μέσα στα μάτια μου, η ομορφιά είναι μέσα στο βλέμμα μου, ο Θεός είναι μέσα στο αίμα μου, η τύχη ξαποσταίνει πάνω στα χέρια μου και εσύ θα μου χαμογελάς όπως και να σε κοιτάξω, σαν τον ήλιο που τώρα ξεμυτά από τα σύννεφα. Και αν καμιά φορά δεν σε βλέπω να χαμογελάς, είναι γιατί ξεχνάω να κοιτάξω ψηλά. Συγχώρεσε την ανθρώπινη μικροπρέπεια μου, το βουβό μου κλάμα, το θρήνο της ζωής μου, και εγώ υπόσχομαι πως, αν δεν σταματήσεις να μου χαμογελάς, δεν θα σταματήσω ποτέ να κοιτώ ψηλά.
Χαρά της ζωής μου, είσαι ο ήλιος που τώρα ζεσταίνει το άκαμπτο κορμί μου. Μην πάψεις ποτέ να μου χαμογελάς, και εγώ, έχω σύμμαχο τον καιρό και τη μνήμη για να μου θυμίζει περασμένες μας μάχες και τον πόλεμο που θα έρθει.
Τώρα... όλα είναι τώρα, όλη μου η ζωή αρχίζει και τελειώνει με κάθε σου χαμόγελο, με κάθε νέο και παλιό κεφάλαιο της μνήμης μου.
Και αν ερωτευτώ, θα είναι για πάντα.Ό,τι ερωτεύτηκα ως τώρα στη ζωή μου, είναι ακόμη μέσα μου, γιατί αλίμονο σ'αυτόν που δεν αγαπά τη μνήμη του, σ'αυτόν που ξεχνά όλα όσα τον έφεραν ως εδώ, ως την κάθαρση της βροχής, ως το χαμόγελο του ήλιου.
Τi θα ήμουν χωρίς τα χαμογελά σας; Χωρίς τις αναμνήσεις μου, χωρίς τη βροχή...
10 Οκτωβρίου 2010
Seasons change, separate paths, separate ways…
Ουφ! Έφτασα! Τα πάτησα! Δεν θα πω τα πόσα, ίσως επειδή αν με ρωτήσεις πόσο χρονών πιστεύω πως είμαι, θα σου απαντήσω 70. Ο χρόνος είναι πολύ υποκειμενική έννοια και αίσθηση τελικά. Κάπου είχα διαβάσει μια ανάλυση του τι σημαίνει χρόνος, αλλά ήταν τόσο αφηρημένη και αφαιρετική που το μόνο που κατανόησα ήταν πως ο χρόνος περνά απελπιστικά αργά, όταν διαβάζεις κακογραμμένα και επίτηδες δυσνόητα κείμενα.
Το ίδιο αργά περνάει και όταν διαβάζεις χιουμοριστικά κείμενα, όπου το γέλιο σου βγαίνει με το στανιό, και από αυτά –δυστυχώς- έχει γεμίσει το διαδίκτυο. Φτηνό χιούμορ της οκάς, με τσιτάτες ατάκες και ανέκδοτες ιστοριούλες καθημερινής τρέλας, σερβιρισμένες με μπόλικο πνεύμα, που όποτε σκαλώνει, πετάει και μερικές βωμολοχίες για να πάει παρακάτω. Και από κάτω, σωρός τα διθυραμβικά σχόλια των αναγνωστών, τύπου «Χαχαχαχαχα! Είσαι θεά!». Υπάρχει βέβαια και η αντίπερα όχθη, όπου το χιούμορ αγγίζει τα όρια επικινδυνότητας της καυστικής σόδας. Σε αυτές τις περιπτώσεις διαβάζεις και γελάς αμέριμνος, μέχρι να φτάσεις στις τελευταίες σειρές και να συνειδητοποιήσεις πως τα σωθικά σου έχουν μετατραπεί σε πυρόπληκτο τοπίο.
Μα το θέμα μου δεν είναι η γραφή των διαφόρων –επαγγελματιών και μη- μπλόκερς, το θέμα μου είναι ο χρόνος. Ήμουν έτοιμη να γράψω έναν απολογισμό του τι σημαίνει χρόνος για μένα, πασπαλισμένο με μπόλικη γκρίνια για «όλα αυτά που ήθελα να κάνω και δεν έχω καταφέρει ακόμη». Το δούλευα από χθες στο κεφάλι μου το κείμενο και μέχρι να με πάρει ο ύπνος, είχα φτάσει αισίως στις 150 σελίδες ακατάσχετης μουρμούρας. Ευτυχώς, ξυπνώντας σήμερα το πρωί, το έγγραφο είχε διαγραφεί ολοκληρωτικά από το σκληρό μου δίσκο.
Μια αγαπητή (σε μένα τουλάχιστον) δημοσιογράφος μεγάλης αμερικανικής εφημερίδας είχε γράψει κάποτε πως όσοι περνάνε την ηλικία των 30, θα ήταν καλό (ή μήπως διασκεδαστικό; Δεν θυμάμαι τι από τα δύο) να γράψουν ένα κείμενο γεμάτο συμβουλές για τους νεότερους. Η ίδια το έκανε και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, όμως εγώ, ομολογώ, πως δεν θα το αποτολμούσα. Αν κρίνω από τις χιλιάδες γνώμες που ακούω και διαβάζω καθημερινά, είμαι ίσως από τους λίγους ανθρώπους σε αυτή τη πλάση που πιστεύει πως δεν έχει κάτι να προτείνει στους άλλους. Ίσως επειδή ξέρω πλέον καλά πως ότι και να προτείνεις σε κάποιον, ο οποίος δεν θέλει βοήθεια, θα πέσει στο κενό. Η πραγματικά έξυπνοι άνθρωποι δίνουν τις συμβουλές τους σε αυτούς που πραγματικά τις έχουν ανάγκη και όχι στον καθένα. Εγώ δυστυχώς δεν ανήκω ακόμη στην κατηγορία των πραγματικά έξυπνων ανθρώπων, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία θα σας διηγηθώ εν καιρώ.
Τι είναι λοιπόν ο χρόνος και πότε αισθανόμαστε πως έχουμε γεράσει; Ο χρόνος για μένα έχει δυο πρόσωπα, ένα πραγματικό και ένα καθαρά υποκειμενικό. Δυστυχώς, το σώμα μας δεν είναι φτιαγμένο από αστερόσκονη και ο χρόνος αφήνει πάνω του σημάδια, είτε μας αρέσει είτε όχι. Φυσικά και υπάρχει ο τρόπος να τα ξορκίσουμε, αρκεί να μπούμε στη διαδικασία του κόψε-τράβα-ράψε ή στην πιο οικονομική λύση του γυμνάζομαι-μέχρι-τελικής πτώσεως. Αυτό που δεν γνωρίζουμε όμως, είναι ότι ο χρόνος και πάλι θα μας αλλοιώσει, όσο και να τον ξορκίζουμε, γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να καταπιούμε τη ματαιοδοξία μας και να τον αποδεχτούμε. Είναι σαν τα σόγια μας, που όταν έρχονται επίσκεψη, το κάνουν δίχως να πάρουν ένα τηλέφωνο πρώτα και μας αναγκάζουν να κάτσουμε ώρες ολόκληρές μαζί τους, χαμογελώντας ψεύτικα στις συνήθως άβολες ερωτήσεις που μας εκτοξεύουν. Αυτή είναι η πραγματική μου σχέση με το χρόνο, όμοια με αυτή που έχω με τους συγγενείς μου: με ξέρουν υπερβολικά καλά, για να μπορώ να τους κρυφτώ και να αποφύγω τις ερωτήσεις τους. Όσο και να λες λοιπόν ότι είσαι, ο χρόνος γνωρίσει πως λες ψέματα.
Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι του χρόνου είναι το υποκειμενικό. Για μένα, ο χρόνος μετριέται με βάση τους στόχους που θέτει ο καθένας μας και όχι τα χρόνια που περνούν. Για μένα, ποτέ δεν είσαι αρκετά μεγάλος ή μεγάλη για να ξεκινήσεις μια νέα δουλειά, μια νέα σχέση, μια νέα προσπάθεια, έστω, που ίσως να σε φέρει πιο κοντά στους στόχους σου. Είχα φίλους και φίλες, οι οποίοι περνώντας τα 30, ένιωσαν πως τα χρονικά τους περιθώρια για τη δημιουργία οικογένειας στενεύουν επικίνδυνα. Και εγώ ρωτάω, απλά: είσαι ποτέ πολύ μεγάλος ή μεγάλη για να βρεις ένα σύντροφο, με τον οποίο θα ταιριάζεις και θα περνάς καλά; Από πότε η συντροφικότητα είναι προνόμιο των νέων και μόνο; Είναι απαραίτητη η τεκνοποίηση για την ολοκλήρωση ενός ανθρώπου; Και αν όντως είναι, τότε πως εξηγεί κανείς τη χαρά και την ολοκλήρωση που νιώθουν τα ζευγάρια που υιοθετούν παιδιά και δεν τεκνοποιούν ποτέ;
Θα μπορούσα να δώσω δεκάδες παραδείγματα, αλλά δεν θα το κάνω. Θα πω απλά αυτό, ότι για μένα ο χρόνος είναι μόνο οι στόχοι που θέτουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και πιστεύω πως οι άνθρωποι που έχουν επιτύχει τους στόχους που έθεσαν στη ζωή τους είναι αυτοί, που ακόμα και στα 40 τους, έχουν την πιο μειλίχια και ήρεμη έκφραση, την πιο δοτική και ακομπλεξάριστη συμπεριφορά προς τους γύρω τους. Η ευτυχία και η επιτυχία δεν είναι θέμα ηλικίας, είναι θέμα στόχων και συχνά θέμα τύχης. Σήμερα λοιπόν, είναι η σειρά μου να κάνω μόνη μου τον απολογισμό μου, ξεκινώντας ανάποδα αυτή τη φορά, καταμετρώντας στο μυαλό μου όλα αυτά που έχω επιτύχει. Είναι μια καλή αρχή. Χρόνια μου πολλά!
Το ίδιο αργά περνάει και όταν διαβάζεις χιουμοριστικά κείμενα, όπου το γέλιο σου βγαίνει με το στανιό, και από αυτά –δυστυχώς- έχει γεμίσει το διαδίκτυο. Φτηνό χιούμορ της οκάς, με τσιτάτες ατάκες και ανέκδοτες ιστοριούλες καθημερινής τρέλας, σερβιρισμένες με μπόλικο πνεύμα, που όποτε σκαλώνει, πετάει και μερικές βωμολοχίες για να πάει παρακάτω. Και από κάτω, σωρός τα διθυραμβικά σχόλια των αναγνωστών, τύπου «Χαχαχαχαχα! Είσαι θεά!». Υπάρχει βέβαια και η αντίπερα όχθη, όπου το χιούμορ αγγίζει τα όρια επικινδυνότητας της καυστικής σόδας. Σε αυτές τις περιπτώσεις διαβάζεις και γελάς αμέριμνος, μέχρι να φτάσεις στις τελευταίες σειρές και να συνειδητοποιήσεις πως τα σωθικά σου έχουν μετατραπεί σε πυρόπληκτο τοπίο.
Μα το θέμα μου δεν είναι η γραφή των διαφόρων –επαγγελματιών και μη- μπλόκερς, το θέμα μου είναι ο χρόνος. Ήμουν έτοιμη να γράψω έναν απολογισμό του τι σημαίνει χρόνος για μένα, πασπαλισμένο με μπόλικη γκρίνια για «όλα αυτά που ήθελα να κάνω και δεν έχω καταφέρει ακόμη». Το δούλευα από χθες στο κεφάλι μου το κείμενο και μέχρι να με πάρει ο ύπνος, είχα φτάσει αισίως στις 150 σελίδες ακατάσχετης μουρμούρας. Ευτυχώς, ξυπνώντας σήμερα το πρωί, το έγγραφο είχε διαγραφεί ολοκληρωτικά από το σκληρό μου δίσκο.
Μια αγαπητή (σε μένα τουλάχιστον) δημοσιογράφος μεγάλης αμερικανικής εφημερίδας είχε γράψει κάποτε πως όσοι περνάνε την ηλικία των 30, θα ήταν καλό (ή μήπως διασκεδαστικό; Δεν θυμάμαι τι από τα δύο) να γράψουν ένα κείμενο γεμάτο συμβουλές για τους νεότερους. Η ίδια το έκανε και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, όμως εγώ, ομολογώ, πως δεν θα το αποτολμούσα. Αν κρίνω από τις χιλιάδες γνώμες που ακούω και διαβάζω καθημερινά, είμαι ίσως από τους λίγους ανθρώπους σε αυτή τη πλάση που πιστεύει πως δεν έχει κάτι να προτείνει στους άλλους. Ίσως επειδή ξέρω πλέον καλά πως ότι και να προτείνεις σε κάποιον, ο οποίος δεν θέλει βοήθεια, θα πέσει στο κενό. Η πραγματικά έξυπνοι άνθρωποι δίνουν τις συμβουλές τους σε αυτούς που πραγματικά τις έχουν ανάγκη και όχι στον καθένα. Εγώ δυστυχώς δεν ανήκω ακόμη στην κατηγορία των πραγματικά έξυπνων ανθρώπων, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία θα σας διηγηθώ εν καιρώ.
Τι είναι λοιπόν ο χρόνος και πότε αισθανόμαστε πως έχουμε γεράσει; Ο χρόνος για μένα έχει δυο πρόσωπα, ένα πραγματικό και ένα καθαρά υποκειμενικό. Δυστυχώς, το σώμα μας δεν είναι φτιαγμένο από αστερόσκονη και ο χρόνος αφήνει πάνω του σημάδια, είτε μας αρέσει είτε όχι. Φυσικά και υπάρχει ο τρόπος να τα ξορκίσουμε, αρκεί να μπούμε στη διαδικασία του κόψε-τράβα-ράψε ή στην πιο οικονομική λύση του γυμνάζομαι-μέχρι-τελικής πτώσεως. Αυτό που δεν γνωρίζουμε όμως, είναι ότι ο χρόνος και πάλι θα μας αλλοιώσει, όσο και να τον ξορκίζουμε, γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να καταπιούμε τη ματαιοδοξία μας και να τον αποδεχτούμε. Είναι σαν τα σόγια μας, που όταν έρχονται επίσκεψη, το κάνουν δίχως να πάρουν ένα τηλέφωνο πρώτα και μας αναγκάζουν να κάτσουμε ώρες ολόκληρές μαζί τους, χαμογελώντας ψεύτικα στις συνήθως άβολες ερωτήσεις που μας εκτοξεύουν. Αυτή είναι η πραγματική μου σχέση με το χρόνο, όμοια με αυτή που έχω με τους συγγενείς μου: με ξέρουν υπερβολικά καλά, για να μπορώ να τους κρυφτώ και να αποφύγω τις ερωτήσεις τους. Όσο και να λες λοιπόν ότι είσαι, ο χρόνος γνωρίσει πως λες ψέματα.
Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι του χρόνου είναι το υποκειμενικό. Για μένα, ο χρόνος μετριέται με βάση τους στόχους που θέτει ο καθένας μας και όχι τα χρόνια που περνούν. Για μένα, ποτέ δεν είσαι αρκετά μεγάλος ή μεγάλη για να ξεκινήσεις μια νέα δουλειά, μια νέα σχέση, μια νέα προσπάθεια, έστω, που ίσως να σε φέρει πιο κοντά στους στόχους σου. Είχα φίλους και φίλες, οι οποίοι περνώντας τα 30, ένιωσαν πως τα χρονικά τους περιθώρια για τη δημιουργία οικογένειας στενεύουν επικίνδυνα. Και εγώ ρωτάω, απλά: είσαι ποτέ πολύ μεγάλος ή μεγάλη για να βρεις ένα σύντροφο, με τον οποίο θα ταιριάζεις και θα περνάς καλά; Από πότε η συντροφικότητα είναι προνόμιο των νέων και μόνο; Είναι απαραίτητη η τεκνοποίηση για την ολοκλήρωση ενός ανθρώπου; Και αν όντως είναι, τότε πως εξηγεί κανείς τη χαρά και την ολοκλήρωση που νιώθουν τα ζευγάρια που υιοθετούν παιδιά και δεν τεκνοποιούν ποτέ;
Θα μπορούσα να δώσω δεκάδες παραδείγματα, αλλά δεν θα το κάνω. Θα πω απλά αυτό, ότι για μένα ο χρόνος είναι μόνο οι στόχοι που θέτουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και πιστεύω πως οι άνθρωποι που έχουν επιτύχει τους στόχους που έθεσαν στη ζωή τους είναι αυτοί, που ακόμα και στα 40 τους, έχουν την πιο μειλίχια και ήρεμη έκφραση, την πιο δοτική και ακομπλεξάριστη συμπεριφορά προς τους γύρω τους. Η ευτυχία και η επιτυχία δεν είναι θέμα ηλικίας, είναι θέμα στόχων και συχνά θέμα τύχης. Σήμερα λοιπόν, είναι η σειρά μου να κάνω μόνη μου τον απολογισμό μου, ξεκινώντας ανάποδα αυτή τη φορά, καταμετρώντας στο μυαλό μου όλα αυτά που έχω επιτύχει. Είναι μια καλή αρχή. Χρόνια μου πολλά!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









