23 Μαΐου 2011

Ότι να’ ναι…..


It’s all a state of mind. Αυτό είναι το μότο μου για το υπόλοιπο του χρόνου μέχρι την επόμενη εκλογική περίοδο της χώρας. Μετά το φιάσκο των αποδείξεων, όπου τα λαμπρά μυαλά του κράτους επινόησαν ένα μηχανισμό που ουσιαστικά τους ζημιώνει παρά τους ωφελεί, απλά πλέον γελάω . Τόσα μεταπτυχιακά, τόσα διδακτορικά, τόσα χρόνια υποτιθέμενης προϋπηρεσίας για να στήσουν έναν μηχανισμό που τελικά συμβάλει στο να μην υλοποιηθούν οι στόχοι για τους οποίους δημιουργήθηκε; Το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να γελάς. Με τέτοια τρανά μυαλά στο τιμόνι της χώρας (και ειδικά των οικονομικών της) θα πρέπει επιτέλους να απενοχοποιήσουμε το υστερικό γέλιο μέχρι δακρύων.
Δεν το λέω τυχαία το περί «υστερικού γέλιου». Το υστερικό γέλιο έρχεται συνήθως όταν συνειδητοποιούμε την τραγικότητα και τη ματαιότητα μιας κατάστασης, αλλά και την αναπόφευκτη αποτυχία οποιασδήποτε προσπάθειας για να την αλλάξουμε. Είναι το σημείο όπου ο εγκέφαλος μας αρνείται πεισματικά να δεχτεί το μέγεθος της τραγικότητας μιας κατάστασης και αυτό-αμύνεται, μετατρέποντας το τραγικό σε αστείο. Γι’ αυτό άλλωστε συχνά τα υστερικά γέλια φέρνουν και υστερικά κλάματα. Εγώ, τουλάχιστον, τον τελευταίο καιρό πιάνω τον εαυτό μου να μετακινείται με απίστευτη ταχύτητα μεταξύ των δύο αυτών ψυχικών καταστάσεων. Τα υστερικά γέλια έρχονται ακάλεστα παρακολουθώντας τις εξελίξεις σε επίπεδο ειδησεογραφικής ενημέρωσης. Τα υστερικά κλάματα έρχονται στην πορεία, διαβάζοντας τις αναλύσεις και τους σχολιασμούς των ειδήσεων. Ο κοινός παρανομαστής στη παρούσα φάση είναι η υστερία, φυσικά.
Η δική μου υστερία έχει αιτία και λέγεται: δημόσιος μονόλογος ή και διάλογος. Υπάρχει κάτι παράδοξο και άκρως ανούσιο στο δημόσιο μονόλογο-διάλογο που αναπτύσσεται τελευταία. Πόσο (ηλεκτρονικό και μη) μελάνι χύθηκε για τη δολοφονία του 44χρονού και τα όσα επακολούθησαν; Η είδηση της σύλληψης των δραστών, όμως, δεν έτυχε παρόμοιας μοίρας, διότι (σωστά κατά τη γνώμη μου) το κλίμα είναι ήδη φορτισμένο από τα όσα συνέβησαν μετά το φόνο και πιθανώς  από τα όσα γράφηκαν εν συνεχεία. Ο τρόμος και η προπαγάνδα των ΜΜΕ, λοιπόν, έφερε παρόμοιο τρόμο και σε όσους τα κριτίκαραν; Αυτή είναι μια πιθανή απάντηση. Εγώ κρατάω απλά την «επιλογή» στο τι ακούγεται και σχολιάζεται ως γεγονός και τίποτα άλλο. Κάπου εδώ θυμάμαι αχνά τις θεωρίες ενός μεγάλου μεταμοντέρνου γάλλου φιλοσόφου, ο οποίος μάταια προσπαθούσε να πείσει την intelligentsia της εποχής (που λόγο εκπαίδευσης κατείχε και καλά την πάσα αλήθεια σε όλα τα θέματα) πως κάθε διάλογος εμπεριέχει εντός του το στοιχείο της προκατάληψης και της εξουσίας, την ανάγκη κάθε ομιλούντα, δηλαδή, να επιβληθεί στη σκέψη και τη συμπεριφορά του συνομιλητή του ή του ακροατή του.
Παρόλα αυτά, πολλοί είναι αυτοί στην Ελλάδα που μιλούν και αναλύουν πεπεισμένοι ότι κατέχουν την αλήθεια. Με όπλο τους μεγάλους φιλοσόφους και ιστορικά στοιχεία δεν διστάζουν να το παίξουν «Πάγκαλος», λέγοντας μου πως είμαι πολύ κοντά στο να γίνω φασίστρια εξ αιτίας του παρελθόντος μου, πως ίσως και να είμαι «κρυφό-φασίστρια» και να μην το έχω συνειδητοποιήσει. Φασίστρια μπορεί να μην είμαι, όμως, σίγουρα το χαμηλό επίπεδο κουλτούρας και παιδείας στην Ελλάδα με έχει κάνει ατομικίστρια, αποβλακωμένη, φοβισμένη και κολλημένη στο παρελθόν. Τουλάχιστον αυτό λένε οι «εδικοί» αναλυτές και σχολιαστές της επικαιρότητας και εγώ έχω πλέον πάθει κρίση ταυτότητας. Βρε μπας και είμαι ρατσίστρια, φασίστρια, ακροδεξιά, μικροαστή βλαχοδιανοούμενη και δεν το ξέρω; Μήπως τελικά η περιρρέουσα κατάσταση να με έχει φανατίσει κρυφά και ύπουλα; Είμαι και εγώ ένας «καραγκιοζάκος» της νέας ελληνικής πραγματικότητας; Μα είμαι σίγουρη, θυμάμαι καλά πως έχω διαβάσει κάπου πως «ακόμη και εντός της προσπάθειας της αστικής τάξης να αποκοιμίσει και να υποδουλώσει στις επιταγές της το μυαλό της μάζας, πάντα υπάρχει αντίσταση». Προφανώς αυτό δεν ισχύει για κανέναν μας σε αυτή τη χώρα, πέρα φυσικά από αυτούς που αρθρογραφούν και αναλύουν, αυτοί αντιστέκονται μόνο.
Αφορισμοί. Αφορισμοί παντού. Έχω γίνει αριθμός στις δημοσκοπήσεις της MRB και της ΚΑΠΑ research. Έχω γίνει ο λαουτζίκος που θέλει μόρφωση και καθοδήγηση. Στα μάτια των «σωτήρων» μου είμαι ένα άβουλο προβατάκι με κακή ανατροφή, μια και χρόνια τώρα βοσκάω στο τοξικό λιβάδι της ιστορίας, του πολιτισμού και της μιντιακής πραγματικότητας της χώρας μου.  
Βγήκε και ο αρμόδιος Υπουργός και δήλωσε «καμία ανοχή απέναντι στις αξιόποινες πράξεις αστυνομικών, καμιά ανοχή απέναντι σε «προστάτες» της αστυνομίας και επαναπατρισμός των μεταναστών». Θα ήθελα πραγματικά να δω πως θα τα καταφέρει όλα αυτά, όταν το ίδιο το κράτος σφυρά αδιάφορα επί δεκαετίες, τόσο για τις παρακρατικές ομάδες όσο και για τους ίδιους τους μετανάστες. Κανένα όραμα, καμιά σοβαρή πολιτική, απλά, όπως οι κακές νοικοκυρές, όταν το πάτωμα γεμίσει σκουπίδια, σηκώνουμε τα χαλιά και τα κρύβουμε βιαστικά από κάτω.
Και το έθνος όλο, λέει, τώρα πια παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον την ειρηνική επανάσταση της Ισπανίας, περιμένοντας υπομονετικά το παράδειγμα της να περάσει ως μικρόβιο και σε εμάς. Και εγώ θυμάμαι τα λόγια εκείνου του χαμογελαστού κυρίου που είδα πρόσφατα στην τηλεόραση να λέει «στην Ελλάδα υπάρχει κατακερματισμός. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα, που είναι δύσκολο πολύ να συνασπιστούν σε έναν κοινό αγώνα». Αυτή, ίσως, τελικά να είναι η δική μας «αντίσταση», κατακερματισμένη αρκετά, ώστε να δείχνει τεράστια και εξαπλωμένη, αλλά ουσιαστικά αποδυναμωμένη και διάσπαρτη. Θα είχε πλάκα να το έβλεπα ως παιχνίδι όλο αυτό, ποντάροντας τα λεφτά μου στην ομάδα που θεωρώ πως θα νικήσει. Θα είχε πλάκα, αν δεν εξαρτιόνταν από αυτό το μέλλον μου.
Και η ανεργία καλπάζει. Κάποτε, λέει, ήταν πολύ της μόδας τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά και τώρα οι λίστες στον ΟΑΕΔ (μετά και τις λεγόμενες απολύσεις στο Δημόσιο που καιρό τώρα μας πλασάρουν ως ενδεχόμενο) θα γεμίσουν από διδάκτορες. Και άντε να δούμε τώρα που θα «μεταναστεύσουν» όλοι αυτοί, όταν και οι γύρω ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται στο ίδιο χάλι με τη δικιά μας.
Άρες, μάρες, κουκουνάρες. Ορυμαγδός, καταιγισμός και στη μέση η intelligentsia να κατηγορεί το λαουτζίκου και τούμπαλιν. Κουράστηκα από την πολύ επιμόρφωση και εκπαίδευση.
Α! Και ο Στρός Καν είναι φίλος μας, όπως κάποτε ήταν και οι γερμανοί, σταματήστε ανεύθυνοι βλάχοι να γελάτε με το χάλι του! Το γέλιο απαγορεύεται στη χώρα αυτή, είναι σημάδι της πνευματικής μας κατωτερότητας και της κακεντρέχειας μας ως λαός.
Κάπου εδώ το υστερικό κλάμα σκαρφαλώνει επικίνδυνα μέχρι το λαιμό μου και αρχίζει να με πνίγει.

Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως, κάθε που ακούω τα πρωτοσέλιδα, μου έρχεται στο μυαλό ο στίχος: «Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο»….
Και η καφρίλα καλά κρατεί: 
http://news247.gr/ellada/paideia/etsi_panhgyrisan_th_nikh_epi_ths_pasp_sto_tei_peiraia_dap_foithtikes_ekloges.869365.html

14 Μαΐου 2011

Το remake! (δεν βαριέσαι, μια συνήθεια είναι όλα)


Η οργή, λέει, θα έπρεπε να είναι η 8η θανάσιμη αμαρτία. Κρίμα που σταματήσαμε το μέτρημα στις 7. Με όσα βλέπω και ακούω, νομίζω ότι η οργή παραγκωνίστηκε από τη λίστα, πιθανώς γιατί αυτοί που τη συντάξανε δεν ζούνε στην Ελλάδα του 2011, ούτε χρειάστηκε ποτέ να εναποθέσουν ελπίδες ή την ασφάλεια τους σε ανεπαρκή και λεηλατημένα ηθικά και πολιτικά συστήματα ή να συναναστραφούν με μόνιμους υπαλλήλους του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Και ενώ η Αθήνα βράζει, οι «σκεπτόμενοι» του διαδικτύου και των ΜΜΕ  θέτουν καίρια ερωτήματα (του στυλ «να παραιτηθεί ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη;»), στα οποία αναπτύσσεσαι διάλογος, ο οποίος, μετά από 90 σχόλια (όπου, διαβάζοντας τα,  πλέον ξεχνάς ποια ήταν η αρχική ανάρτηση), καταλήγει σε εντάσεις που αναπαράγουν με πολιτισμένο τρόπο (δύσκολο να σπάσουν καδρόνια ο ένας στην πλάτη του άλλου μέσω του PC) την ένταση που επικρατεί σε γειτονιές και δρόμους της πρωτεύουσας.  Φυσικά, ως επίλογος σε όλη αυτή τη φλυαρία της αγχωτικής (για τον αναγνώστη κυρίως, γιατί οι συμμετέχοντες μια χαρά περνάνε) πληροφόρησης και φιλοσοφίας, έρχεται η έκφραση «Ψυχραιμία, χανόμαστε ως έθνος». Και εγώ συμπληρώνω: «δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά σήμερα είμαστε μια όμορφη ατμόσφαιρα!».
Δεν θα μπω στη διαδικασία να σχολιάσω την επικαιρότητα. Νομίζω ότι αυτός ο πανικός που επικρατεί –κυρίως σε απόψεις και λεκτικές αψιμαχίες- μας βοηθά να πάρουμε μια γεύση των ιδεολογιών που αναπτύσσονται στην παρούσα φάση εντός της χώρας, αλλά δεν μας βοηθά σε καμία περίπτωση να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα και να καταλάβουμε την αλληλουχία των γεγονότων και των πραγματικών αιτιών που τα προκάλεσαν. Θα πάρει πολύ χρόνο, κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι μας συμβαίνει και πόσο τα γεγονότα αυτά άλλαξαν το ρου της ιστορίας τελικά.
Θα αναλωθώ σε πράγματα, σε καταστάσεις που συμβαίνουν δίπλα μου, ώστε να μετρήσω (όσο είναι δυνατό) κατά πόσο όλος αυτός ο διάλογος, ο πληροφοριακός πανικός αλλάζει πραγματικά τα πράγματα στη χώρα.
Περίπτωση Νο 1: Μεγάλο πανεπιστήμιο της χώρας αναρτά ανακοίνωση για την πρόσληψη επιστημόνων, ώστε να υλοποιηθεί 12μηνό πρόγραμμα σε ένα από τα Τμήμα του. Οι υποψήφιοι που έχουν τα τυπικά προσόντα επιλέγονται να περάσουν τεστ δεξιοτήτων και συνέντευξη. Δύο από τους 27 υποψηφίους για τη θέση παίρνουν τους υψηλότερους βαθμούς. Μέσα από ένα μαραθώνιο τηλεφωνημάτων και διαβουλεύσεων, στον έναν υποψήφιο υπόσχονται πρόσληψη, που στη συνέχεια ανακαλούν με πρόσχημα πως δεν μπορούν να δεχτούν κάποια από τα τυπικά του προσόντα (τα οποία είχαν δεχτεί αρχικά), ενώ στον άλλον (που ισοβάθμησε σε βαθμολογία με τον πρώτο) αρνούνται την πρόσληψη με τη δικαιολογία ότι ο πρώτος  έχει περισσότερα τυπικά προσόντα από αυτόν (τα οποία, όπως προείπα, τελικά απέρριψαν). Τη θέση τελικά καταλαμβάνει η τρίτος στη σειρά υποψήφιος του οποίου τα τυπικά προσόντα δεν ανακοινώνονται ποτέ. Μετά από αίτημα του πρώτου υποψηφίου, του αποστέλλονται τα πρακτικά της συνεδρίασης για την κάλυψη της θέσης. Συνειδητοποιεί, λοιπόν, πως όχι μόνο ο τρίτος στη σειρά υποψήφιος δεν έχει παραπάνω τυπικά προσόντα από τους πρώτους που ισοβάθμησαν βαθμολογικά, αλλά, ακόμη και βάσει του «μαγειρεμένου» αυτού αρχείου, η λογική λέει πως θα έπρεπε, εφόσον απορρίφτηκε ο πρώτος σε σειρά, τη θέση να καταλάβει ο δεύτερος υποψήφιος. Το μπάχαλο συνεχίζεται, ο τρίτος υποψήφιος προσλαμβάνεται κανονικότατα και το μόνο στοιχείο που δημοσιοποιείται, τελικά, είναι πως ο εν λόγω κύριος είναι υποψήφιος διδάκτορας. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Περίπτωση Νο 2: Στη γενικότερη οικονομική κρίση, η κυβέρνηση μιλά συχνά για ανάπτυξη, ως σανίδα σωτηρίας της χώρας. Τα λόγια της τα κάνει πράξη (εν μέρει, πάντα) και μέσω των επιδοτήσεων του ΟΑΕΔ για νέους επιχειρηματίες ή επιστήμονες, ένα πενιχρό κονδύλι που ουσιαστικά καλύπτει κάποια βασικά έξοδα τα 2 πρώτα χρόνια μιας επιχείρησης. Νέα επιστήμονας, που συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις, κάνει τη σχετική αίτηση και περιμένει την πολυπόθητη χρηματοδότηση, καθώς οι λογαριασμοί τρέχουν στο νέο της γραφείο. Οι μήνες περνούν μα η έγκρισή δεν έρχεται. Αρχίζει να ρωτά τους υπευθύνους για την τύχη της αίτησης της. Οι απαντήσεις είναι πάντα οι ίδιες, «είναι σε φάση επεξεργασίας το αίτημα σας». Πιάνει γνωστούς της λογιστές. Αρχίζουν τα γνωστά, «πρέπει να βάλεις μέσο». Απευθύνεται σε οικογενειακή της γνωστή στο σχετικό Υπουργείο και οι φόβοι της επιβεβαιώνονται: όχι μόνο πρέπει να βάλει μέσο, αλλά επειδή ακριβώς «λεφτά δεν υπάρχουνε» (κατά τη γνωστή φράση που πλέον αντιστράφηκε) όσα υπάρχουνε πάνε ΜΟΝΟΝ εκεί που «πρέπει». Και εδώ, τα συμπεράσματα δικά σας.
Περίπτωση Νο3: Η χώρα χρειάζεται επειγόντως πόρους, αυτό το εμπεδώσαμε όλοι μας. Ένας από τους τρόπους να μαζέψει το κράτος χρήματα είναι η είσπραξη φόρων, αλλά και η πάταξη της φοροδιαφυγής. Το ΣΔΟΕ, λοιπόν, έχει ξεκινήσει τις εφόδους, ακριβώς όπως υποσχέθηκε η κυβέρνηση. Άρα, όλα δουλεύουν ρολόι. Ο πρώτος απολογισμός, όμως, όπως όλοι διαβάσαμε και ακούσαμε, δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τα μεγάλα μυαλά του Υπουργείου οικονομικών προφανώς το ξανασκέφτηκαν, κατάλαβαν το λάθος τους να τα βάλουν με τα «μεγάλα θηρία» και αλλάξανε τακτική. Το νέο διαχύθηκε με τρομερή ταχύτητα ανάμεσα στους νέος επιχειρηματίες και ειδικά αυτούς που ασχολούνται με παραϊατρικά επαγγέλματα: «το ΣΔΟΕ έχει βγει και ξεσκονίζει το συνάφι σας». Και πράγματι, οι υπάλληλοι χτύπησαν την πόρτα νέου επιστήμονα, διέκοψαν το ραντεβού που είχε εκείνη τη στιγμή και του έκοψαν πρόστιμο 400 ευρώ, επειδή το όνομα της πελάτισσας που βρισκόταν εκεί τη στιγμή του ελέγχου δεν είχε γραφεί ακόμη στο βιβλίο των πελατών του. Μετά από αυτό, έφυγαν περιχαρείς, δίχως να ελέγξουν τίποτα παραπάνω, κανένα άλλο λογιστικό στοιχείο. Σε τηλεφωνική συνομιλία του με οικογενειακή φίλη που δουλεύει στο τοπικό παράρτημα της εφορίας, ο νέος επιστήμονας πληροφορείται πως πλέον στο στόχαστρο έχουν μπει οι νέοι επιχειρηματίες/επιστήμονες, ακριβώς επειδή είναι (σε γενικές γραμμές) λιγότερο δικτυωμένοι από τους παλιούς. Συνεπώς, οι πιθανότητες να σβήσουν πρόστιμα ή να τραβηχτούν δικαστικά για πρόστιμα 400 ευρώ είναι λιγότερες. Δεν ξέρω αν μπορούμε εδώ να βγάλουμε συμπεράσματα, αλλά σίγουρα το σχέδιο τους είναι ευφυέστατο και πιθανώς πολύ πιο αποτελεσματικό από το να κυνηγούν τους «μεγάλους».
Στην πρώτη περίπτωση, ο δεύτερος υποψήφιος για τη θέση αποφάσισε να βάλει τα γέλια και μετά τα κλάματα. Αυτό το ξέρω, διότι είμαι ο δεύτερος υποψήφιος για την εν λόγω θέση. Στη δεύτερη περίπτωση, η νέα επιστήμονας ζει σε φάση άρνησης και ευελπιστεί πως θα γίνει ένα θαύμα, διότι μέσο, δυστυχώς δεν διαθέτει. Στην τρίτη περίπτωση, ο νέος επιστήμονας σκέφτεται σοβαρά, αν ποτέ καταφέρει να ξεπεράσει το αφορολόγητο ποσό στα ετήσια έσοδα του, να πάει στο ΣΔΟΕ και να συμφωνήσει μαζί τους να τους δίνει ένα ποσό ετησίως, ως «προστασία». Προφανώς αισθάνεται πως είναι πρωταγωνιστής σε ταινία για την Μαφία.
Εγώ απλά αναρωτιέμαι αν αυτά που συμβαίνουν γύρω μου είναι ο επιθανάτιος ρόγχος ενός σάπιου συστήματος ή το remake της ταινίας Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται. Προχωράμε μπροστά; Όλη αυτή η κουβέντα, οι πορείες, οι φωνές, το χάος, τα σπασμένα κεφάλια και η φιλοσοφία σε επίσημα και μη κανάλια ενημέρωσης και διαλόγου έχουν όντως τρομάξει το «τέρας» ή μήπως, πίσω απ’ όλα αυτά, η Αυτοκρατορία ανασυγκροτείται, μεταλλάσετε και συνεχίζει να βρίσκει ανενόχλητη τρόπους επιβίωσης και επέκτασης;
May the force be with you, «σύντροφοι και συντρόφισσες».




11 Μαΐου 2011

(Need a) Break...





I dreamed I saw a great wave, climbing over green lands and above the hills. 
I stood upon the brink. 
It was utterly dark in the abyss before my feet.
A light shone behind me, but I could not turn. 
I could only stand there, waiting...

9 Μαΐου 2011

Πότε θα σοβαρευτούμε; (οέο)


Κουράστηκα να διαβάζω σε blogs και μη για το βίντεο-αποκάλυψη που προβλήθηκε στην τελευταία εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου. Σύμφωνά με το εν λόγω (καυτό πλέον) βίντεο, οι δηλώσεις του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν  καίνε τον έλληνα πρωθυπουργό, μια και επιβεβαιώνουν πως ο Γιωργάκης είχε –υπογείως- προαποφασίσει την είσοδο μας στο ΔΝΤ, ακόμη από την εποχή που εμείς αμέριμνοι σουλατσάραμε στα εμπορικά με την πιστωτική μας στο χέρι, περιχαρείς για τις αγορές μας και ήρεμοι για την αποπληρωμή τους, εφόσον «λεφτά υπάρχουν».
Οι αντιδράσεις, φυσικά, ήταν πολλές και ποικίλες. Μια σειρά από δημοσιεύσεις ξεκίνησε, οι μισές εκ των οποίων επιχειρούσαν να διερευνήσουν τις υπόγειες συμφωνίες του Λαζόπουλου με την αντιπολίτευση και οι άλλες μισές ξέφευγαν τελείως από το θέμα, εξετάζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις της τέχνης που λαϊκίζει στην κοινή γνώμη. Όποιος επιχείρησε να τις διαβάσει όλες, σίγουρα κάπου χάθηκε μεταξύ πολιτικών συνομωσιών και κριτικής της τέχνης και της τηλεόρασης.
 Με εκπλήσσει η επιλεκτικότητα μας ως προς τι πιστεύουμε και τι όχι. Μου κάνει εντύπωση, αρχικά,  το γιατί τόσοι πολλοί από εμάς πιστέψαμε απόλυτα το «υπάρχουν λεφτά», μια προεκλογική δήλωση ενός πολιτικού προσώπου, που πάντα ήθελε να αποκτήσεις εξουσία (όλη η πολιτική του πορεία το αποδεικνύει). Αν μη τι άλλο, στην Ελλάδα έχουμε μάθει πως προεκλογικά όλα είναι εφικτά. Μετά την εκλογή είναι που ξεκινάνε τα «δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε», το γνωστό τροπάρι, δηλαδή, που αν πάνω του οι τζογαδόροι έριχναν τα λεφτά τους, θα κέρδιζαν κάθε φορά. Ξεκινάμε, λοιπόν, την κριτική μας για την αξιοπιστία και ακολουθία των λόγων ενός πολιτικού προσώπου, παίρνοντας ως δεδομένο ότι αρχικά μας έλεγε την αλήθεια, αλλά στην πορεία ανακαλύπτουμε ότι μας έλεγε ψέματα; Και αυτό μας σοκάρει; Μήπως μόλις ανακαλύψαμε την Αμερική; Ήταν πραγματικά συνταρακτική αποκλειστικότητα το απόσπασμα της συνέντευξης που παρακολουθήσαμε, αρκετή ώστε να αναφερθεί και να αναλυθεί ως θέμα σε ενημερωτικές εκπομπές και sites σχολιασμού; Πιθανώς, μετά από τέτοιο σοκ που υπέστη η ελληνική κοινή γνώμη, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφέρω και εγώ πως ο Αϊ-Βασίλης δεν υπάρχει, σωστά;
Διάβασα ολόκληρα κατεβατά σχολίων, όπου –κατά κοινή αποδοχή- εύστροφοι bloggers προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν φράση προς φράση τα λεγόμενα του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν και τον τρόπο με τον οποίο αυτά παρουσιάστηκαν, προσπαθώντας οι μισοί να αποδείξουν στους άλλους μισούς πως α) το βίντεο είναι όντως κόλαφος και εκθέτει ανεπανόρθωτα τον Γιωργάκη και –στην αντίπερα όχθη- β) ο Λαζόπουλος είναι ένας πουλημένος λαϊκιστής με πρότερο ανέντιμο (ηθικά και πολιτικά) βίο. Δεν είναι τα επιχειρήματα που με κούρασαν, όχι. Είναι αυτή η ατέρμονη κουβέντα που αναπτύσσεται στα διάφορα sites για θέματα που δεν ενδιαφέρουν πραγματικά κανέναν! Διότι, ας είμαστε ειλικρινείς, όποιος θεωρεί ακόμη είδηση την ανακολουθία του πολιτικού λόγου (ειδικά σε ότι αφορά τα θέματα που αφορούν την οικονομία της χώρας) ή επικίνδυνο για την κοινή γνώμη τον τηλεοπτικό λαϊκισμό, μάλλον μόλις ξύπνησε από χειμέρια νάρκη πολλών ετών και ο κόσμος του φαντάζει καινούργιος.
Κατά την (ταπεινή μου) γνώμη, το πιο ενδιαφέρον, ίσως, στοιχείο της όλης υπόθεσης είναι ότι η όλη κουβέντα ξεκίνησε ουσιαστικά από τα «επίσημα ΜΜΕ» και πυροδότησε μια πρωτοφανή (κυρίως σε συγχρονισμό) κριτική κατά του Λαζόπουλου, γενικότερα. Ξαφνικά, εκεί που μόνον κάποιοι σποραδικά κατέκριναν το δημόσιο λόγο του, η σάτιρα του Λαζόπουλου έγινε η αιτία για την πνευματική πτώχευση και αποβλάκωση ολόκληρου του έθνους. Αυτό μπορεί να μας λέει κάτι για τα πολιτικά και τηλεοπτικά δρώμενα της χώρας μας, μπορεί, όμως και όχι. Τα συμπεράσματα είναι επισφαλή για την ώρα, μια και βασιζόμαστε σε υποθέσεις, όχι απτά στοιχεία.
Η αλήθεια είναι πως η εκπομπή του Λαζόπουλου έχει υπερβεί κατά πολύ τα όρια της σάτιρας και έχει αγγίξει αυτά της κατήχησης. Σε καμιά περίπτωση μια σατυρική εκπομπή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί ποτ πουρί ειδήσεων και ενημερωτικών εκπομπών και να το διανθίζει στο τέλος με τα συμπεράσματα του καλλιτέχνη, ο οποίος, με σοβαρό ύφος, μας εξηγεί τι ακριβώς ακούσαμε ή είδαμε μόλις τώρα. Σίγουρα δεν είναι αυτός ο ρόλος της σάτιρας. Δεν θα διαφωνήσω με αυτούς, λοιπόν, που θεωρούν την εκπομπή του αμφιβόλου ποιότητας, όμως, θα διαφωνήσω με αυτούς που την θεωρούν επικίνδυνη ή επιφανειακή και κατευθυνόμενη.  
Σε ότι αφορά την επικινδυνότητα και την κατευθυνόμενη θεματολογία της, με την ίδια λογική, εξίσου επικίνδυνες είναι και οι ειδήσεις του Μέγκα ή οποιουδήποτε άλλου τηλεοπτικού καναλιού, που ως γνωστόν έχει τη στήριξη του ενός ή του άλλου πολιτικού χώρου. Εξίσου επικίνδυνοι είναι οι πολιτικοί της ακροδεξιάς, οι ανακοινώσεις του ΚΚΕ ή η διάχυση των αριστερών απόψεων σε όλους τους χώρους της δημόσιας ζωής, για να μην πιάσω εδώ τα διάφορα βήματα δημόσιας γραφής, γεμάτα από ρατσιστικές, φαλλοκρατικές ή στυγνά ορθολογικές και τεχνοκρατικές απόψεις.
Θα μου πείτε: «ναι, αλλά δεν κάνουν όλοι τα 60άρια του Λαζόπουλου». Ένα από τα κύρια λάθη που κάνουν όσοι ασχολούνται με κριτική τηλεόρασης ή πολιτισμικών προϊόντων είναι να ερευνούν το προϊόν και όχι τους ανθρώπους που τα καταναλώνουν. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός πως ο λόγος που μια τέτοια εκπομπή έχει απήχηση δεν είναι ο τρόπος που παρουσιάζει κάποιες θέσεις ή θέματα, αλλά κυρίως το ότι ο εκλαϊκευμένος, συχνά αφοριστικός ή κατηχητικός τρόπος που το κάνει συμπίπτει ή απλά ταυτίζεται με τον τρόπο που η πλειοψηφία των πολιτών αντιμετωπίζει και σκέπτεται την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα;  Είναι τόσο παράξενο για κάποιους ότι ο μέσος έλληνας δεν έχει τη δική τους πολυτέλεια χρόνου ή ερευνητικού πνεύματος, ώστε να ψάχνει 100 πηγές, πριν καταλήξει σε συμπεράσματα για το τι συμβαίνει γύρω του; Είναι μόνον θέμα παιδείας ή και ελεύθερου χρόνου και πρόσβασης σε εναλλακτικές πηγές ενημέρωσης; Και ποίος λέει με σιγουριά αν ο τηλεθεατής που βλέπει τον Λαζόπουλο συμφωνεί σε όσα ο Λαζόπουλος του σερβίρει; Και ποίος μπορεί να πει με σιγουριά με ποιόν τρόπο βλέπει ο καθένας τον Λαζόπουλο στο σπίτι του; Δεν σας έχει τύχει, δηλαδή, ποτέ η τηλεόραση να είναι ανοιχτή και εσείς να μιλάτε στο τηλέφωνο ή να πλένετε τα πιάτα, αδυνατώντας ουσιαστικά να ακούσετε με προσοχή τα όσα ειπώθηκαν;
Το πόσο επικίνδυνος ή πειστικός είναι ο Λαζόπουλος δεν μπορεί κανείς να το πει με σιγουριά, παρά μόνον εάν ερευνήσει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας από εμάς παρακολουθεί και αντιλαμβάνεται την εκπομπή του. Σε όσους τρομάζουν από αυτά που «περνά» μέσα από την εκπομπή του, θα τους συμβούλευα να τρομάξουν πιο πολύ αναλογιζόμενοι το «γιατί» αυτά που λέει μπορεί και να ταυτίζονται με την κοινή γνώμη, παρά το πώς τη διαμορφώνουν. Όσο για το πόσο κατευθυνόμενος ή όχι είναι, εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ζούμε στη χώρα των κατευθυνόμενων απόψεων, της μισής αλήθειας, της κατασκευής ειδήσεων και συνειδήσεων και το βρίσκω εξόχως βαρετό να ασχολούμαστε με το Λαζόπουλο, όταν οι ανίκανοι πολιτικοί που ψηφίσαμε, παρέα με τους καλοθρεμμένους δημόσιους λειτουργούς που διόρισαν, μας τραβάνε στον πάτο της ελπίδας και μαχητικότητας μας.

4 Μαΐου 2011

Blasphemy!!!! Μερικές σκέψεις για το blogging…και όχι μόνο..


Πήξαμε στις επετείους τελευταία και στις νεκρολογίες. Δεν αντιλέγω, κάποια από τα περιστατικά που μνημονεύουμε –όπως αυτό της «εισόδου» στο ΔΝΤ ή τις δολοφονίες στη Marfin- είναι απαραίτητα να τα δούμε ξανά, ψύχραιμα, στο φως των εξελίξεων και των αποφάσεων-ενεργειών που τα ακολούθησαν το χρόνο που πέρασε. Μπορώ να πω με σιγουριά, πως κάποιες από τις αναλύσεις ή παρατηρήσεις που διάβασα υπήρξαν εξόχως διαφωτιστικές, όχι τόσο εξαιτίας της αλήθειας που προσπάθησαν να αποκαλύψουν, όσο της τροφής για σκέψη και περαιτέρω έρευνα που προσέφεραν οι απόψεις που διατυπώθηκαν. Αν δεν το καταλάβατε, η λέξη κλειδί στην παρούσα κατάσταση είναι η λέξη «απόψεις».
Συνεχίζει να με εντυπωσιάζει, όσο και αν προσπάθησα να το πολεμήσω, το πόσο σιγουριά, απόλυτη πεποίθηση, σχεδόν ρητορική δεινότητα εμπεριέχεται σε κάποιες από τις απόψεις που διαβάζω διάσπαρτες σε επίσημα και ανεπίσημα κανάλια. Συνεχίζει να με εντυπωσιάζει, επίσης, ο χλιαρός σχολιασμός της επικαιρότητας από κάποιους/κάποιες και η ατελείωτη λογοδιάρροια που τον ακολουθεί, η οποία θυμίζει πιο πολύ συμπεριφορές σχολικής αυλής, παρά ουσιαστικό διάλογο. Δεν μπορώ να καταλάβω, όσο και αν προσπαθώ, τι το τόσο συναρπαστικό μπορεί να υπάρχει εντός ενός άρθρου/ανάρτησης, που ουσιαστικά αναπαράγει με –για τα δικά μου δεδομένα- αδιάφορο ή αριστερίζον τρόπο ειδήσεις και απόψεις, με τις οποίες συμφωνούμε ήδη. Αυτή η μανία του ανθρώπου –ακόμη και του σκεπτόμενου- να ανήκει σε «κοινότητες ομοϊδεατών» με καταθλίβει απόλυτα. Έχω την αίσθηση πως αποτελεί προέκταση της σάπιας νοοτροπίας των κομματικών οπαδών που τόσο ευδοκίμησε στην Ελλάδα, μόνο που αντί για κόμματα, πλέον ζούμε στον αστερισμό της «δικτυακής παρέας». Προφανώς βοηθάει πολύ τη σκέψη μας (ή μήπως την αυταρέσκεια μας;) να βρίσκουμε ανθρώπους που την αναπαράγουν ή την επικροτούν.
Στη λίστα των ιστολογίων μου θα βρείτε αλλοπρόσαλλες επιλογές. Από blogs λογοτεχνίας και επιστημονικής φαντασίας, μέχρι και blogs προσωπικά ή καθαρής ειδησιογραφίας και πολιτικού σχολιασμού.  Υπάρχουν και άλλα τόσα sites και blogs που παρακολουθώ, αλλά δεν τα έχω συμπεριλάβει εδώ. Τα καλύτερα και πιο διαφωτιστικά άρθρα τα διάβασα σε μπλογκς ή sites όπου η πολυφωνία είναι κανόνας και οι απόψεις αντικρουόμενες, μέχρι και αιρετικές. Συγχωρέστε με που είμαι της άποψης πως ο σχολιασμός ή η αρθρογραφία θα πρέπει να είναι προκλητική, να σε πεισμώνει και να σε σπρώχνει να σκεφτείς και να ψάξεις για αποδείξεις. Συγχωρήστε με, που μέσα σε αυτό το χαμό, σε αυτό το τόσο κρίσιμο για την κοινωνία και τη χώρα μας σταυροδρόμι, δεν έχω την υπομονή να διαβάζω χλιαρές, επιφανειακές μαλακίες από ανθρώπους που θα ήθελαν, πιθανώς, να είναι δημοσιογράφοι στη θέση των δημοσιογράφων.
Προβληματίζομαι συχνά, αναρωτιέμαι αν πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσα μας που στη θέση των «έγκυρων σχολιαστών των ΜΜΕ» έχουν στήσει τους «έγκυρους σχολιαστές της μπλογκόσφαιρας», ως αντίδοτο στο κακό του ορυμαγδού των ειδήσεων και απόψεων που κυκλοφορούν. Ζούμε στον καιρό της πληροφόρησης, έχει γεμίσει ο τόπος ειδήσεις και σχόλια, απόψεις, ρεπορτάζ και ηλεκτρονικά κανάλια επικοινωνίας και όμως, οι πραγματικά σοβαρές ειδήσεις φτάνουν στα αυτιά μας με το σταγονόμετρο. Ο σχολιασμός της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας είναι ίσως το μοναδικό μας όπλο ενάντια στο χαμό που επικρατεί, αλλά και –όπως υποστηρίζουν μερικοί- το τελευταίο δημοκρατικό προνόμιο (ή μήπως δικαίωμα;) του δυτικού κόσμου, που δεν έχει καταποντιστεί ακόμη. Από αυτή την άποψη, η blogόσφαιρα είναι όχι μόνο χρήσιμη, αλλά και απαραίτητη, όμως, καλά είναι να γνωρίζουμε (επίσης) πως σε καμία περίπτωση δεν είναι αθώα. Αν εξετάσουμε, έστω για ένα λεπτό, τα κίνητρα του καθενός από εμάς να δημοσιοποιούμε τις σκέψεις και τις απόψεις μας, ίσως να βρούμε πως κάποια από αυτά δεν είναι καν υγιή, πόσο μάλλον χρήσιμα.
Υπάρχουν, φυσικά, και οι φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά είναι λίγες. Υπάρχουν αρθρογράφοι που πραγματικά έχουν κάτι να σου πουν, έστω και αν δεν συμφωνείς απόλυτα μαζί τους ή αν ανήκουν στα «κακά ΜΜΕ», ξέρετε, τα συμβατικά και ξεπουλημένα. Υπάρχουν bloggers με άποψη, ψυχραιμία και συγκρότηση στο τρόπο που γράφουν και σχολιάζουν την επικαιρότητα. Υπάρχουν και άλλοι, για μένα πιο πολύτιμοι, που ξεφεύγουν λίγο από τον κλοιό της επικαιρότητας και της πολιτικής και ασχολούνται με θέματα που διευρύνουν τη σκέψη και –γιατί όχι- εκπαιδεύουν τον νου. Υπάρχουν τέλος και αυτοί που είναι απλά ευφυείς και άκρως διασκεδαστικοί. Αυτούς τους ζηλεύω πραγματικά, διότι μπορούν να βλέπουν το παράλογο σε αυτό που πλασάρεται ως λογικό, να διακωμωδούν το τραγικό και κυρίως, να μην παίρνουν τους εαυτούς τους ΤΟΣΟ σοβαρά!
Ακούω συχνά επιχειρήματα για την ελευθερία του λόγου, μα νιώθω πως ξεχνάμε ότι ο δημόσιος λόγος, έστω και μέσω ενός blog με λίγους αναγνώστες, εμπεριέχει εντός του και μια έννοια ευθύνης για τις απόψεις που εκφράζονται. Για μένα η ευθύνη είναι στενά συνυφασμένη με την έννοια της ηθικής, μιας έννοιας άκρως κακοποιημένη στην εποχή μας. Δανείζομαι εδώ τα λόγια ενός συναδέλφου και καθηγητή πανεπιστημίου, ο οποίος περιγράφει σε άρθρο του πως η οικονομική κρίση συνδέεται ουσιαστικά με την ηθική, και δίνει μια εικόνα της πραγματικότητας που πιθανώς βιώνουμε: «Το χειρότερο είναι πως η ηθική πλέον είναι παραμετροποιήσιμη. Το άτομο είναι θεμιτό να κρατήσει από τους κανόνες τα στοιχεία εκείνα που το εξυπηρετούν, να ενστερνιστεί προκατασκευασμένες κοσμοθεωρίες για μικρό διάστημα, να τις επαναδιατυπώσει ανάλογα με τις συνθήκες και τους στόχους του, να καταστεί πρόσκαιρος κοινωνός θεωριών, που απλά δικαιολογούν τις πράξεις του. Ουσιαστικά τόσο οι κοινωνίες, όσο και τα άτομα ιεραρχούν τις ανάγκες τους και, επιδιώκοντας την άμεση ικανοποίησή τους, χωρίς να υποπίπτουν σε γνωστικές ασυμφωνίες, τις επικαλύπτουν με ηθικούς μανδύες, που αλλάζουν συχνότερα και από τις επιταγές της εκάστοτε μόδας.»
Σήμερα, λοιπόν, η έννοια της ηθικής είναι σχετική και κατ’ επέκταση, σχετική είναι και η έννοια της ευθύνης. Δεν είναι, λοιπόν, διόλου περίεργο που δεχόμαστε με τόση ευκολία τις συνεχείς αποκαλύψεις σκανδάλων ή των αισχρών ψεμάτων ή της ανακολουθίας που επικρατεί στο δημόσιο πολιτικό λόγο. Δεν είναι διόλου παράξενο που ανεχόμαστε να ανήκουμε σε συνδικάτα ή πολιτικές παρατάξεις ή ακόμη και ιδεολογικά κινήματα, που προάγουν το lifestyle, τον ατομικισμό και την βελτίωση μόνον του εαυτού μας. Δεν είναι διόλου ανεπίτρεπτο να ακούμε ή να διαβάζουμε αναλύσεις, σχόλια και απόψεις από ειδικούς και μη, που πότε προφητεύουν κοσμοϊστορικές ανατροπές και αργότερα κριτικάρουν (πότε με σθένος και πότε χλιαρά) την αδυναμία για αλλαγή του σκηνικού. Δεν μου κάνουν καμιά εντύπωση, πλέον, τα γρήγορα συμπεράσματα, οι αφορισμοί ή η άκρατη αυτοπροβολή μερικών (ανδρών & γυναικών) που μέσα από τον κοινωνικό-πολιτικό προβληματισμό τους, ουσιαστικά περνούν την ώρα τους, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βελτιώσουν (ή να ενισχύσουν) την εικόνα που οι ίδιοι έχουν για τους εαυτούς τους.
Ο τίτλος του ποστ είναι ακριβής. Αυτό το ποστ είναι γεμάτο βλασφημίες και τους βλάσφημους πρέπει να τους πετροβολούμε, σωστά;
Καλημερα!

28 Απριλίου 2011

Oh! This is BAD!...very bad….


Δεν είναι που έχω παρατήσει αυτό το blog, όχι, είναι απλά που αντιστέκομαι σθεναρά στο να γράψω εντός του το οτιδήποτε πλέον. Οι λόγοι είναι πολλοί, κάποιοι καθαρά πρακτικοί, άλλοι, όμως, ξεκάθαρα συναισθηματικοί.
Στους πρακτικούς δεν θα αναλωθώ, είναι αυτονόητοι. One cannot become a saint when one works sixteen hours a day είχε γράψει κάποτε ο Jean-Paul Sartre και θα συμφωνήσω μαζί του, μόνο που αντί για «άγιος» εγώ θα έβαζα τη λέξη «φιλόσοφος». Αφήνω, λοιπόν, τη φιλοσοφία και την κριτική της πολιτικής πραγματικότητας σε αυτούς που έχουν το χρόνο και τις λαμπρές ιδέες/πολιτικές απόψεις, για την ώρα, να ερευνούν, να φιλοσοφούν και να μας διαφωτίζουν. Εγώ θα τους «θαυμάζω» από μακριά, μια και η φετινή χρονιά μου δίδαξε ένα καλό μάθημα, που ελπίζω να μην ξεχάσω ποτέ, και ας ήταν άκρως επώδυνο.
Διάβασα, που λέτε, δεκάδες αναρτήσεις πριν και μετά το Πάσχα, μα αυτά που θα ήθελα να απαντήσω σε όσα διάβαζα δεν γίνονταν λέξεις, όσο και αν πάσχισα να τα βγάλω προς τα έξω. Ίσως επειδή αυτό τον καιρό –και όσο αυτός ο καιρός προχωρά στο χρόνο- αισθάνομαι υπερβολικά μόνη ως προς τον τρόπο που βλέπω και αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου. Βλέπετε, εγώ δεν ήμουν ποτέ υπέρ της αλλαγής που ξεκινά ‘απ’ έξω’, ήμουν πάντα υπέρ των αλλαγών που ξεκινάνε από ‘μέσα’, από εμάς τους ίδιους και έπειτα διαχέονται και στους γύρω, και στο σύνολο. Βαρέθηκα –κυριολεκτικά- να διαβάζω αναλύσεις και σχόλια που παρουσιάζουν και κριτικάρουν τους «απ’ εξώ». Βαρέθηκα, δίχως πλάκα, τον ξύλινο λόγο των συνδικαλιστών, αλλά και των «ιδεολόγων» της μικρή μας μπλογκόσφαιράς και την ατελείωτη μουρμούρα, πασπαλισμένη με ολίγον από αριστερισμό και ολίγον από ανθρωπισμό. Όλα σε μικρές, βολικές δόσεις για να μην μπουκώνουμε κιόλας. Όλα επιφανειακά, ορθολογικά, δομημένα με προσοχή, ώστε να προκαλούμε συναίσθημα, να ανοίγουμε κουβέντα.
Τα συμπεράσματα, δε, της κουβέντας που πάντα ξεκινά είναι και τα καλύτερα. Πόσα χειροκροτήματα και πανηγυρισμούς ακόμη θα διαβάσω για τη φοβερή μας διορατικότητα και κοινωνικό-πολιτική ευαισθησία;  Πόσο πιο «ανώτερους πνευματικά», «διαφορετικούς από αυτούς που κριτικάρουμε», «ευσυνείδητους» λογαριάζουμε τους εαυτούς μας καμιά φορά; Θα χαρώ να διαβάσω –έστω και μία φορά- και μια αυτοκριτική, και ένα σιχτίρι, έστω, για τον εαυτούλη μας! Αλλά όχι, αυτή είναι η δουλειά των ποιητών, σωστά; Σ’ αυτούς έλαχε να «γιορτάζουν»  με λέξεις τις αδυναμίες και τις αποτυχίες τους. Ας είναι, μάλλον τους προτιμώ, ίσως επειδή αυτοί είναι κομματάκι πιο κοντά στην αλήθεια, που τόσο υπερεκτιμούν κάποιοι, δίχως λεπτό να την προσεγγίζουν.
Τα λόγια, λοιπόν, αυτά που θα έγραφα και εγώ, τα βρήκα στο βιβλίο ενός άντρα, που αυτά που γράφει, όχι μόνον τα πιστεύει, αλλά τα υποστηρίζει και με την ίδια του την καθημερινότητα. Τα βρήκα στις σελίδες του βιβλίου ενός άντρα, που την πίστη του στη δύναμη του γραπτού λόγου την πληρώνει καθημερινά με αναγκαστική απομόνωση και αυτοεξορία. Μια απομόνωση που δεν φοβάται να πει πως τον βαραίνει απίστευτα και τον κάνει να αμφισβητεί την αξία της σε καθημερινή βάση. Απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του, γράφει τα παρακάτω:

«Κι όμως δε θα ήταν δύσκολο να μη φοβόμαστε πια. Θα αρκούσε να αντιδράσουμε, αλλά όχι μόνοι. Ο φόβος πηγαίνει αγκαζέ με την απομόνωση. Κάθε φορά που κάποιος υπαναχωρεί, δημιουργεί κι άλλο φόβο, που δημιουργεί ακόμα περισσότερο φόβο, σε αν εκθετικό κρεσέντο που καθηλώνει, διαβρώνει, οδηγεί αργά στην καταστροφή…Αλλά εσείς δεν θέλετε έναν τέλειο κόσμο, θέλετε μόνο μια ήσυχη και απλή ζωή, μια αποδεκτή καθημερινότητα, τη θαλπωρή μιας οικογένειας. Σκέφτεστε ότι, αν αρκεστείτε σ’ αυτό, θα γλυτώσετε από τα άγχη και τα βάσανα. Και ίσως τα καταφέρετε, ίσως καταφέρετε να βρείτε μια επίφαση ηρεμίας. Αλλά με τι τίμημα;
Αν τα παιδιά σας πρόκειται να γεννηθούν άρρωστα ή να αρρωστήσουν, αν κάποτε χρειαστεί να απευθυνθείτε σε κάποιον πολιτικό που με αντάλλαγμα την ψήφο σας θα σας δώσει μια δουλειά, χωρίς την οποία τα μικρά όνειρα και σχέδια σας θα πάνε στο βρόντο, όταν δυσκολευτείτε να πάρετε δάνειο για το σπίτι σας, ενώ οι διευθυντές των ίδιων τραπεζών θα είναι πάντα διαθέσιμοι για κείνους που κυβερνούν, όταν τα δείτε όλα αυτά, ίσως τότε αντιληφθείτε ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ότι δεν υπάρχει κανένα προστατευόμενο περιβάλλον, ότι η στάση που θεωρούσατε ρεαλιστική και συνετά προσγειωμένη έχει μολύνει την ψυχή σας με μνησικακία και χολή που απομακρύνουν κάθε ευχαρίστηση απ΄τη ζωή σας. Γιατί αν όλα αυτά είναι θλιβερά, το θλιβερότερο όλων είναι η συνήθεια. Να συνηθίζεις ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις από το να υποταχτείς, να βολευτείς ή να το βάλεις στα πόδια.
Ρωτώ τη γη μου αν μπορεί ακόμα να φαντάζεται ότι είναι σε θέση να επιλέξει. Τη ρωτάω αν είναι σε θέση να κάνει τουλάχιστον το πρώτο αυτό βήμα προς την ελευθερία, που έγκειται στο να καταφέρει να σκεφτεί διαφορετικά, να σκεφτεί ελεύθερα. Να μην το βάλει κάτω, να μην δεχτεί σαν φυσική μοίρα εκείνο που απεναντίας είναι έργο των ανθρώπων.
Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να σου αρπάξουν τη γη σου και το παρελθόν σου, να σου κλέψουν την ηρεμία σου, να σε εμποδίσουν να βρεις σπίτι, να σου γράψουν προσβολές στους τοίχους του χωριού σου, μπορούν να δημιουργήσουν μια έρημο γύρω σου. Αλλά δεν μπορούν να ξεριζώσουν αυτό που μένει ως βεβαιότητα και, κατά συνέπεια, ως ελπίδα. Ότι δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σε καμιά περίπτωση φυσιολογικό να εξαρτάται μια περιοχή από την κυριαρχία μιας ανεξέλικτης βίας και εκμετάλλευσης. Και ότι δεν πρέπει να συνεχιστεί έτσι γιατί πάντα έτσι ήταν. Άλλωστε, δεν είναι αλήθεια ότι όλα είναι πάντα ίδια: όλα είναι πάντα χειρότερα.
Γιατί η ερήμωση μεγαλώνει δυσανάλογα με τις δουλειές τους, γιατί είναι μη αναστρέψιμη, όπως η γη που μολύνθηκε άπαξ διά παντός, γιατί δεν γνωρίζει όρια. Γιατί εκεί έξω τριγυρνούν έξι αποκτηνωμένοι και αποθρασυνόμενοι δολοφόνοι, με άδεια να σκοτώνουν, που δεν σταματούν μπροστά σε κανέναν. Γιατί είναι κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους αυτό που κυβερνά σήμερα ετούτο τον τόπο και ό,τι τον περιμένει αύριο, μεθαύριο, στο μέλλον. Πρέπει να βρούμε τη δύναμη να αλλάξουμε. Τώρα ή ποτέ πια

 Αυτά ήταν τα λόγια του Ρομπέρτο Σαβιάνο. Αυτή είναι η εικόνα του Νότου, της Ιταλίας, της Καμμόρα, μια εικόνα τόσο μακρινή, μα και τόσο όμοια με αυτή της οικονομικής και πολιτικής μαφίας που λεηλατεί και την Ελλάδα. Ο Σαβιάνο καλεί τους συμπατριώτες του να δούνε τον εαυτό τους καλά, να τον κρίνουν και να αντιδράσουν. Τα λόγια του –πιστεύω- έχουν νόημα και για εμάς και ας μην απειλούμαστε από αυτόματα και όπλα. Είναι η νοοτροπία που συντηρεί το «έγκλημα» που διαπράττεται. Είμαστε εμείς οι ίδιοι, όπως και οι κάτοικοι του Νότου, που αγαπούμε την κριτική και τον συνδικαλισμό, μα αποφεύγουμε την αυτοκριτική, αποφεύγουμε να δούμε τον εαυτό μας στο καθρέπτη και να τον κρίνουμε, πριν βγούμε να εκφράσουμε τις περίλαμπρες απόψεις μας περί πολιτικής, περί πολιτισμού και παιδείας.

19 Απριλίου 2011

F@@@ing Perfect...

Despite all my Rage.......


I am still.............

just....

a rat in a cage.........

Καλή (Ψυχική) Ανά(ταση) σε όλους μας!


14 Απριλίου 2011

Μνήμη


Μεγάλο φορτίο το μυαλό, μεγάλη κούραση η μνήμη. Μελέτες, ποιήματα, πεζά και ταινίες, όλα παίζουν με την έννοια της, προσπαθούν να την ορίσουν, να την κατανοήσουν, να την τεμαχίσουν μέχρι και να την χαλιναγωγήσουν, ως έσχατη λύση. Αν βρείτε τον τρόπο, να μου τον πείτε. Μήνες τώρα πασχίζω να την υποτάξω και έχω αρχίσει να απελπίζομαι, είναι πιο πεισματάρα και από μένα την ίδια, πιο ανθεκτική και από τα κόκκαλα μου.
Κοιμάμαι και ξυπνάω ήρεμη, όσο ήρεμη μου επιτρέπει να είμαι η εποχή. Θόρυβοι με περικυκλώνουν από παντού, είτε λέξεις στο χαρτί είτε ήχοι στην οθόνη. Η χρησιμότητα του θορύβου έχει εξυμνηθεί δεόντως, ως μέσω λήθης και αποβλάκωσης της σκέψης, μα στην περίπτωση μου, ούτε και αυτό δουλεύει. Αυτές οι άχρηστες, πεισματάρικες διακλαδώσεις εντός του κεφαλιού μου, πάντα βρίσκουν τρόπο να ενώνουν τις κουκίδες, να φτιάχνουν δικά τους ψηφιδωτά και το «δημόσιο» να γίνετε ξαφνικά «προσωπικό», να γίνετε παρελθόν που φέρει ακόμη επάνω του τη δική μου σφραγίδα. Είναι αυτή η «υπογραφή» που βλέπω, κάθε τόσο. Πέφτω πάνω της και ο κόσμος μου γκρεμίζεται, καταρρέει αργά, γίνεται το υγρό που στριφογυρίζει σε αυτές τις αναθεματισμένες, ανυπότακτες διακλαδώσεις που θρονιάστηκαν στα μηνίγγια μου. Κλείνω τα μάτια, τα σφίγγω και αντιστέκομαι στις εικόνες που πλημμυρίζουν το μυαλό μου. Αναθεματισμένη μνήμη! Σε τάισα τόσες ιστορίες, τόσες νότες, τόσους στίχους και ποιήματα και εσύ δεν λες να χορτάσεις, δεν λες να σιωπήσεις λίγο, να με αφήσεις ήσυχη.
Διάβασα κάπου πως τις μνήμες, όταν τις θάβεις στα βάθη του μυαλού σου, είναι σαν τα πτώματα που σιγά-σιγά αποσυντίθενται. Κάποια στιγμή, εκεί που δεν το περιμένεις, θα ανοίξεις την καταπακτή του μυαλού σου και θα βρεις εντός του τα πάντα μολυσμένα από τη δυσοσμία και τη σαπίλα τους. Οι μνήμες, λέει, θέλουν θρήνο, κηδεία και μνημόσυνα για να αναπαυτούν, θέλουν χρόνο και υπομονή, αντοχή και θάρρος για να ξεχαστούν, να σβήσουν ή να αλλάξουν σχήμα και όψη. Ποίος έχει χρόνο γι’ αυτά σήμερα; Ποίος είναι αρκετά δυνατός για να αναλωθεί σε τέτοιους ηρωισμούς; Το παράχωμα και η τσαπατσουλιά είναι πιο εύκολα, μα δυστυχώς, όχι το ίδιο αποτελεσματικά.
Αναθεματισμένες μνήμες. Αλλάξατε σχήμα, μα η δυσοσμία σας δεν λέει να υποχωρήσει, πληγώνει το ίδιο τις αισθήσεις, όπως όταν ήσασταν ακόμη παρόν. Όποια ταμπέλα και να σας κρεμάσω δεν σας ξεγελάω. Όποια χροιά και να σας δώσω, δεν αλλάζετε χρώμα και γεύση. Θα κάνετε του κεφαλιού σας, θα πάτε όπου θέλετε, θα αλωνίσετε στο χώρο και στο χρόνο και θα θρονιαστείτε, όπως πάντα, σε λάθος σημείο.
Έχει πλάκα τελικά αυτή η ζωή. Βγάζει γέλιο ο πόλεμος που μαίνεται μέσα στα κεφάλια μας, καθώς τραβάμε τον εαυτό μας απ’ το γιακά, του ρίχνουμε χαστούκια και απειλές για να τον συνετίσουμε, να τον κάνουμε να δει τα σημαντικά, να τον πάρουμε μαζί μας οικειοθελώς, και όχι σαν κανένα μωρό που το σέρνει ο γονιός του απ’ το χέρι. Έχει μια αίσθηση σαδιστικής γελοιότητας η διαμάχη που εξελίσσεται μέσα μας καμιά φορά, όταν το σωστό και το λάθος συνομιλούν φωναχτά, προτάσσοντας το καθένα ετοιμόρροπα, γεμάτα υποκειμενικότητα, επιχειρήματα.
Α! βαρέθηκα. Κουράστηκα ειλικρινά από την ακατάπαυστη φλυαρία της μνήμης. Αν είχα χιούμορ, θα έβλεπα τον εαυτό μου σας σκετσάκι επιθεώρησης, γεμάτο τσιτάτες ατάκες και πομπώδης αυτολύπηση, που εκβιάζει το αίσθημα θαυμασμού από  το κοινό του. Αν είχα κουράγιο, θα έκανα μια πολύ πιο επιστημονική ανάλυση της κατάστασης, με δεκάδες παραπομπές σε δεκάδες πηγές, όπως κάνουν οι «ευυπόληπτοι & σοβαροί» μπλόγκερς, για να εισπράξουν το χειροκρότημα της «κοινότητας». Αν είχα χρόνο, θα εξηγούσα τι ακριβώς θέλω να πω, όμως δεν έχω. Πρέπει να μαζέψω τις μνήμες που σουλατσάρουν ανενόχλητες, να τις βάλω στη σειρά και να τις νουθετήσω, λες και είναι παιδιά σε αυλή νηπιαγωγείου.
Το μάθημα σήμερα περιλαμβάνει το εξής απόφθεγμα: «Να είμαστε σαν το Φοίνικα! Να το μόνο κατόρθωμα του ανθρώπου που θα είχε αξία. Να μπορούμε σαν το μυθικό εκείνο πουλί να ξαναγεννιόμαστε ακατάπαυτα από τις στάχτες μας. Τίποτα άλλο. Η χίμαιρα! Να έχεις τη δύναμη να πιστεύεις επ’ άπειρο στο θαύμα! Το πέτυχες; Έλυσες το πρόβλημα της ζωής».
Καλημέρα!

7 Απριλίου 2011

Hope floats….


Κυριακή πρωί, χαρά θεού, ο ήλιος καίει τα πεζοδρόμια και αντανακλά εκτυφλωτικά στα τρέντυ γυαλιά ηλίου της λαοθάλασσας που λιμνάζει ακούνητη στις καρέκλες και τα ψηλά σκαμπό της παραλίας. Μια ατελείωτη ευθεία και σκοντάφτεις πάνω στους διερχόμενους, που σουλατσάρουν στην ατελείωτη πασαρέλα της μοναξιάς τους. Απ’ όλους πιο πολύ με εντυπωσιάζουν οι άντρες, είναι στην πένα, με τα πολύχρωμα πουλοβεράκια τους και το μπλαζέ τους ύφος. Πότε αλήθεια συνέβη αυτή η μετάλλαξη; Πότε οι άντρες έμαθαν να στήνονται για τα φλας καλύτερα από τις γυναίκες; Πρέπει να λείπω χρόνια από την πιάτσα, σκέφτηκα, και στο μυαλό μου πετάχτηκε εκείνη η γελοία φωτογραφία που μοστράρεις και εσύ, εκείνη που σε δείχνει άλλο άνθρωπο από αυτόν που είσαι, και το μυαλό μου θόλωσε στιγμιαία, γέμισε κόκκινα στίγματα και φυσαλίδες. Μια ζωή στα θρανία, ότι ανάμνηση έχω σε αυτή τη ζωή εμπεριέχει βιβλία και πάγκους, μα ακόμα να μάθω να αναγνωρίζω τους μαλάκες. Είναι που δεν έχουν κουδούνια, σκέφτηκα, είναι που δεν τους ακούς να έρχονται.
Καθώς περπατώ μέσα στο πλήθος, μου έρχονται στο μυαλό τα όσα έγραψε στη δεκαετία του ’30 η Emma Goldman. “Τι πέτυχε η γυναίκα μέσω της χειραφέτησης της; Το δικαίωμα ψήφου σε λίγες πολιτείες…Η χειραφέτηση επέφερε οικονομική ισότητα γυναικών και αντρών», γράφει. Σοβαρά; Τότε γιατί σε πρόσφατη συμμετοχή μου σε διαγωνισμό, αν και βγήκα πρώτη στο τεστ δεξιοτήτων, στη συνέντευξη και τη μετάφραση κειμένων, η θέση μου δόθηκε σε άντρα; «Γιατί ζεις στην Ελλάδα και εδώ τα πάντα είναι ποιόν γνωρίζεις και όχι τι μπορείς», μου λέει μια φωνούλα και το μυαλό μου ξαναγεμίζει κόκκινα στίγματα και φυσαλίδες. Δεν πίστευα ποτέ στο Θεό, αλλά το να χάνω την εμπιστοσύνη μου στον άνθρωπο είναι επώδυνο. Στην Ελλάδα του μνημονίου, όταν τα «βολέματα» και ο «γνωστός του γνωστού» μας έφεραν στο χείλος της καταστροφής, είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να βλέπεις από πρώτο χέρι τη διαιώνιση τους.
Τα λόγια της Goldman αρχίζουν να αποκτούν επιτέλους κάποιο νόημα: «…καθώς όμως η εκπαίδευση της (της γυναίκας γενικώς), και σήμερα και στο παρελθόν, δεν την έχει εφοδιάσει με την απαραίτητη δύναμη ώστε να συναγωνιστεί τον άνδρα, διαπιστώνει ότι συχνά είναι υποχρεωμένη να εξαντλεί όλη της την ενέργεια…προκειμένου να διασφαλίσει την οικονομική και διαπραγματευτική αξία της». Έτσι είναι, δέχτηκα τη μοίρα μου αδιαμαρτύρητα και σήμερα, μέρα Κυριακή, χαρά θεού, τρέχω για δουλειά, μπας και βγω από το φαύλο κύκλο των αντισυμβατικών επιλογών μου. «Πολύ λίγες επιτυγχάνουν», συνεχίζει η Goldman, «γιατί είναι γεγονός ότι οι δασκάλες, οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι αρχιτεκτόνισσες και οι μηχανικοί ποτέ δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια εμπιστοσύνη, όπως και οι άρρενες συνάδελφοι τους, ούτε παίρνουν ίσες αμοιβές». Εξαρτάται. Εξαρτάται με ποιόν κοιμάσαι ή ποιόν παντρεύεσαι, θα έλεγα εγώ, αν μπορούσα να συνεισφέρω στο κείμενο με κάποιο τρόπο.
Μάλλον η συνεισφορά μου είναι περιττή. Η Goldman γράφει τα παρακάτω: «όσο για τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων κοριτσιών και γυναικών, πόση ανεξαρτησία κερδίζεται όταν η στενότητα και η έλλειψη ελευθερίας στο σπίτι ανταλλάσσεται με τη στενότητα και έλλειψη ελευθερίας του εργοστάσιου, του ζαχαροπλαστείου, του εμπορικού καταστήματος, του γραφείου; Περίλαμπρη ανεξαρτησία! Δεν είναι να απορεί κανείς που εκατοντάδες κοπέλες είναι πρόθυμες να δεχτούν την πρώτη πρόταση γάμου, αηδιασμένες και κουρασμένες από την «ανεξαρτησία» τους πίσω από τον πάγκο, πίσω από την ραπτομηχανή ή τη γραφομηχανή». 1930-2011, μείναμε στο σημείο εκκίνησης, ο χρόνος πάγωσε και μοιάζουμε όλο και πιο πολύ με τις πλαστικές κούκλες των πολυκαταστημάτων, με ότι αυτό συνεπάγεται. Ακόμη και οι «έξυπνες» χαριεντίζονται ασκόπως στα social networks, αφήνοντας βαθυστόχαστα πολιτικό-κοινωνικά σχόλια, χτίζοντας τον κύκλο τους και διαλαλώντας την παιδεία τους με κάθε τρόπο. Έτσι είναι, ο καθένας ότι έχει «πουλάει», όλο και κάποιος θα μασήσει, υπομονή κορίτσια.
Δεν έχω χρόνο για εξηγήσεις, ούτε για πολλές σκέψεις. Δεν έχω παιδεία για πούλημα, δεν έχω κατάθλιψη, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Οργή, όμως, έχω μπόλικη, αρκετή για να μου χαλάσει τη μέρα και να τα βάλω με τον ανυποψίαστο οδηγό ταξί, που δυσκολεύεται να κάνει αυτό για το οποίο πληρώνεται. Οργή αρκετή, ώστε να ξεχάσω να βγάλω τα γυαλιά ηλίου, μπαίνοντας στο κτήριο, με συνέπεια να κατατρομάξω τις ήδη ανήσυχες μητέρες, που περιμένουν στοιβαγμένες στην είσοδο τα βλαστάρια τους να τελειώσουν με τις προφορικές τους εξετάσεις. Μην τρομάζετε, θέλω να τους πω, είμαι η τελευταία «φιγούρα εξουσίας» σε αυτό τον πλανήτη, ο τελευταίος τροχός της αμάξης, σε μια χώρα που η γνώση απαξιώνεται και αγνοείται επιδεικτικά.
Κάθομαι στην καρέκλα του εξεταστή, λοιπόν. Ένας Θεός ξέρει πως βρέθηκα εγώ σε μια τέτοια καρέκλα. Ευτυχώς, σήμερα δεν καλούμαι να διδάξω τίποτα, δεν θα το έκανα πειστικά ούτως ή άλλως. Τι να διδάξεις, όταν νιώθεις ότι κάθε πληροφορία, κάθε ιδέα είναι καταδικασμένη να συνθλιβεί στις συμπληγάδες του «γνωστού του γνωστού μου»;.
Σήμερα καλούμαι να κρίνω, να βαθμολογήσω, να ακούσω, δίχως να μιλάω  και να, λοιπόν, που ένα περίεργο -πολύ περίεργο- πράγμα συνέβη: πιάνω τον εαυτό μου να ακούει, να ρουφάει τις λέξεις και τη θετική ενέργεια μιας φουρνιάς μαθητών, που δεν ξεπερνούν τα 15 χρόνια. Μου λένε για τα πάρτυ που διοργανώνουν με τους φίλους τους, τις ποδοσφαιρικές ομάδες στις οποίες συμμετάσχουν, τις θεατρικές ομάδες και την αγαπημένη τους μουσική. Μου λένε για τους κολλητούς τους και τα αδέρφια τους και πως οι ταινίες και η τηλεόραση δεν είναι στις προτεραιότητες τους. Μου μιλάνε για τους γονείς τους και πως κάποιοι από αυτούς περνάνε την ώρα τους λύνοντας μαθηματικές ασκήσεις ή ότι το αγαπημένο τους μάθημα είναι η ιστορία, γιατί έτσι μαθαίνουν για το παρελθόν της ανθρωπότητας. Κάποιοι ξέρουν ήδη τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν, άλλοι πάλι δεν έχουν ιδέα, αν και τα «θέλω» τους είναι ξεκάθαρα, πολύ πιο ξεκάθαρα απ’τα δικά μου. Ένα κορίτσι μου λέει χαμηλόφωνα πως ένα βιβλίο, μια ιστορία αγάπης, την έκανε να αγαπήσει τη λογοτεχνία. Τα μάτια της χαμηλώνουν στο θρανίο, χαμογελάει αμήχανα, «μου αρέσουν οι ρομαντικές ιστορίες», μου λέει και ο κυνικός εαυτός μου αποστομώνεται. Ποίος έχει τα κότσια να συνετίσει, να αναχαιτίσει την απαρχή του συναισθήματος, με τη δικαιολογία της «πικρής αλήθειας»; Σίγουρα όχι εγώ, όχι σήμερα, ίσως και ποτέ τελικά.
Δύο ώρες ασταμάτητης κουβέντας με παιδιά που δεν ξέρουν τι πάει να πει ΔΝΤ ή σπρέντς, δεν έμαθαν ακόμη την ιστορία της Αργεντινής και την τύχη της Πορτογαλίας, δεν γνωρίσουν καν τι είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας. Με παιδιά που έχουν ακόμη κολλητούς και προτιμούν τα αθλήματα από την τηλεόραση και τους υπολογιστές, με παιδιά που ανυπομονούν να μεγαλώσουν, να γνωρίσουν, να μάθουν, να δουν, να νιώσουν.
Το παραδέχομαι, δεν έχω ιδέα από παιδιά, αλλά αυτά έδειξαν πως έχουν μεγάλη εμπειρία από δασκάλους. Βγήκα από την αίθουσα με τα γυαλιά ηλίου στο χέρι. Τελικά η ελπίδα επιπλέει και μπορείς να τη βρεις στα πιο απίθανα μέρη, στις πιο ασυνήθιστες κουβέντες. Δεν είναι οι ταινίες, τα βιβλία, τα έργα υψηλής τέχνης και ο καλά δομημένος πολιτικός λόγος που σε παρασύρει να ελπίζεις. Είναι η ενέργεια που σκορπούν γενναιόδωρα οι κάπως αθώες κουβέντες κάποιων που ετοιμάζονται να μπουν στο στίβο της ζωής και  ακροβατούν για την ώρα μεταξύ της παιδικότητας και της εφηβείας. Είναι που θυμάσαι και εσύ από πού ξεκίνησες και που έφτασες. Και αν όσα έμαθες στην πορεία σε βαραίνουν, ε, τότε μάλλον πρέπει να αλλάξεις δόγμα και οπτική, πρέπει να χαμογελάς που και πού, για να μετριάσεις όσο μπορείς την μελλοντική απογοήτευση και πίκρα αυτών που σε ακολουθούν. Για μένα, αυτό σημαίνει «προνοώ για το δημόσιο καλό» και όχι τα βαθυστόχαστα που διαβάζω κάθε τόσο….