Α! Καλοκαίρι! Αύγουστος! Έχουν γεμίσει τα μπλόκς και τα Free Press με ειδυλλιακά τοπία, γαλάζιες και βαθύ μπλε εικόνες, έχουν γεμίζει με την έντονη παλέτα της καλοκαιρινής φύσης. Τι ευτυχισμένες μέρες για όσους ακόμη παραθερίζουν και πόσο νοσταλγική είναι η διάθεση όσων επέστρεψαν ήδη! Όλα αυτά αφορούν βέβαια ένα κομμάτι του πληθυσμού της πολύπαθης αυτής χώρας, διότι υπάρχουν και οι άλλοι –ανάμεσα τους και εγώ- που γαντζωθήκαν στο μπετό του μπαλκονιού τους, ως άλλες γοργόνες στην πρύμη πλοίου, και σιγοψήθηκαν, σαν τα αυγά στο καυτό λάδι του πυρωμένου τηγανιού, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια για να τους λυτρώσουν από την παρατεταμένη ανυνδρία του καλοκαιριού.
Το καλό όμως είναι πως έχουμε και εμείς –οι θεματοφύλακες του αστικού μπετόν- ιστορίες να πούμε, απλά δεν είναι τόσο ειδυλλιακές, όσο των υπολοίπων.
Η ζέστη έγινε ο καλύτερος μου φίλος αυτόν τον Αύγουστο. Με ακολουθούσε παντού, και όπως όλοι οι φίλοι, δεν με άφηνε να ολοκληρώσω τίποτα απ’ όσα ξεκινούσα. Την ξόρκισα με όλα τα τεχνητά μέσα που βρήκα στη διάθεση μου, μα με περίμενε κάθε τόσο έξω από την πόρτα μου. Την ίδια στιγμή ο μισός πλανήτης μαστίζονταν από φωτιές και παρατατεμένο καύσωνα, ενώ ο άλλος μισός από καταρρακτώδεις βροχές και πλημμύρες. Το χάος μέσα μας το κληροδοτήσαμε και γύρω μας. Εμείς οι δυτικοί τελικά θα πρέπει να αισθανόμαστε παντοδύναμοι, μια και καταφέραμε να αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά των εποχών και να απορυθμίσουμε τον πλανητικό θερμοστάτη.
Η δουλειά ήταν ο πιο πιστός μου σύντροφος αυτό το καλοκαίρι. Όταν οι πόλεις άρχισαν να αδειάζουν η μία μετά την άλλη, τα πλήκτρα του δικού μου υπολογιστή έπιασαν φωτιά, το μυαλό μου έπρεπε να τρέξει με χίλια και το θεσμοθετημένο οχτάωρο έγινε μακρινό παρελθόν για την καθημερινότητα μου. Στον καιρό του εργασιακού φόβου και της κακοπληρωμένης ανασφάλειας δεν λες ποτέ «όχι» σε όποια δουλειά και αν σου ανατεθεί, ακόμη και αν οι όροι της είναι αντιστρόφως ανάλογοι της αμοιβής της. Άραγε πόσοι έδωσαν τη ζωή τους στη Δύση για να μας εξασφαλίσουν το 8ωρο και τον κατώτατο μισθό και πόσοι άλλοι πλούτισαν και δοξάστηκαν για να τα ροκανίσουν με τη συναίνεση μας; Ποια ομάδα άραγε υπερτερεί αριθμητικά, αν τις βάλουμε δίπλα-δίπλα; Επειδή όλοι ξέρουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, καταλαβαίνει άραγε κανείς μας πόσο στρεβλό και παράλογο είναι να εξυπηρετούμε τα «θέλω» των λίγων και να καταδυναστεύουμε αυτά των πολλών;
Τον τελευταίο καιρό όμως, τώρα που οι εκδρομείς επέστρεψαν και η θερμοκρασία έπεσε αισθητά, ο τρόμος και η απέχθεια είναι οι πιο πιστοί μου συνοδοιπόροι. Λίγες μέρες πριν, μερικούς μόνο δρόμους μακριά από το σπίτι μου, μια 90χρονή κυρία βγήκε –όπως κάθε πρωί- στην αυλή της μονοκατοικίας της για να ποτίσει τις λιγοστές της γλάστρες. Ένας άντρας –γιατί άνθρωπο δεν τον λες, όσο και αν προσπαθήσεις- την ακινητοποίησε, τη λήστεψε και την χτύπησε τόσο άσχημα, ώστε να την στείλει κατ’ ευθείαν στην εντατική. Μερικές εβδομάδες πριν από αυτό το περιστατικό, κάποιος μπήκε δυο φορές στην αυλή του δικού μου σπιτιού και πήρε ότι μπορούσε να κουβαλήσει. Τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση, όχι τόσο εξαιτίας των γεμάτων με τέτοιες ειδήσεις τηλεοπτικών δελτίων που ακούω κάθε μέρα, όσο εξαιτίας των δεκάδων επαιτών που βλέπω στους δρόμους της πόλης, αλλά πλέον και της γειτονιάς μου.
Ο κοινωνικός ιστός της Ελλάδας έχει πια αλλάξει δραματικά και μόνον όσοι τη ζήσαμε πολύ πριν το ΔΝΤ ή το αλόγιστο άνοιγμα των συνόρων μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε πόσο. Θυμάμαι πως ως έφηβη, μετά από τα ξενύχτια στα διάφορα νυχτερινά κέντρα της πόλης, γύριζα τα ξημερώματα σπίτι μου με τα πόδια. Άραγε, τώρα που μεγάλωσα, είμαι το ίδιο θαρραλέα; Θαρραλέα δεν είμαι σίγουρα, μα δεν πολυσυμπαθώ και τον εκφοβισμό και την καταστροφολογία, γι’ αυτό και δεν θα υποκύψω σε αυτόν, ακόμη και αν με φλερτάρει.
Μπορεί να έχασα για βράδια ολόκληρα τον ύπνο μου, μα το πρόβλημα έχει αιτίες και ενόχους, και μια και οι ένοχοι δεν λογοδοτούν ποτέ, πέφτει στις πλάτες μας –για ακόμη μια φορά- η υποχρέωση να το αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Ψηλές, μεταλλικές πόρτες και κάγκελα σε κάθε παράθυρο, τα σπίτια μας μοιάζουν πια με οχυρά και κάθε που κάποιος μας χτυπά του κουδούνι, κρυφοκοιτάμε σιωπηλά τη μορφή του μέσα από τις τραβηγμένες κουρτίνες πριν ανοίξουμε. Κάποιες φορές μάλιστα δεν ανοίγουμε και καθόλου, προσποιούμαστε απλά πως λείπουμε, ενώ το δάκτυλο μας σχηματίζει ήδη το νούμερο της Ασφάλειας στο καντράν του τηλεφώνου. Όσοι δεν εμπιστευόμαστε δε την Αστυνομία, αναλαμβάνουμε αυτόβουλα το ρόλο της, με αεροβόλα, καραμπίνες και συχνές περιπολίες γύρω από το σπίτι μας. Ζούμε σε ένα μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο και δεν το ξέρουμε, δεν το αντιλαμβανόμαστε απλά επειδή τα σπίτια μας δεν έχουν γίνει ακόμη ερείπια και τα δέντρα στάχτη. Μα αυτές είναι Χολιγουντιανές εικόνες καταστροφής, βασισμένες απλά στο συλλογικό υποσυνείδητο της Δύσης, η οποία επιμένει να αυταπατάται πως εάν δεν πέσει και το τελευταίο υλικό σύμβολο της κυριαρχία της, ο νόμος της ζούγκλας δεν θα επικρατήσει. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική, ζούμε ήδη στη ζούγκλα του νέου δυτικού κόσμου, όπου οι τοίχοι του σπιτιού μας είναι η μόνη μας ασφάλεια και συνάμα η αυτοσχέδια φυλακή μας, όπου η οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση εγκυμονεί κινδύνους και οι συνάνθρωποι μας είναι ανταγωνιστές στο στίβο της επιβίωσης- ο θάνατος σου, η ζωή μου!
Δεν χρειαζόμαστε την επιστημονική φαντασία, η αλήθεια μας είναι πιο ζοφερή και τρομαχτική. Δεν χρειαζόμαστε διαστημικά κουστούμια και όπλα με ακτίνες λέιζερ, η πανοπλία της καχυποψίας, του φόβου και των σφιγμένων μυών, κάθε που κάποιος άγνωστος μας πλησιάζει, είναι αρκετή αμφίεση στη Δύση.
Χθες βράδυ, ανάμεσα στους εφιάλτες, βρήκα τη λύση. Σήμερα έβγαλα ένα μεγάλο καλάθι σταφύλια στην αυλή και το άφησα σε εμφανές σημείο, ώστε όποιος πεινάει, δεν έχει παρά να απλώσει το χέρι του μέσα από τα κάγκελα και να πάρει όσα θέλει. Σε αυτό το μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο του ανταγωνσιμού για επιβίωση, εγώ απαντώ με ένα καλάθι σταφύλια. Προτιμώ να μοιράζομαι, παρά να ανταγωνίζομαι.
25 Αυγούστου 2010
21 Ιουλίου 2010
Περί έρωτος και άλλων δεινών…
Μπορεί να φταίει ο ήλιος του καλοκαιριού, που σαν εστία φωτιάς που δεν λέει να κοπάσει καταμεσής του καταγάλανου, καλοκαιρινού ουρανού, καίει ανενόχλητος την κορυφή του κεφαλιού μου, εισχωρεί μέσα από τις ρίζες των μαλλιών μου και υπερθερμαίνει τον εγκέφαλο μου. Τον ζεσταίνει σε τέτοιο σημείο, που η απαισιοδοξία και η κυνικότητα που κατοικοεδρεύει μέσα του λιώνει και κατρακυλά σαν δροσερό νεράκι στους ώμους και το στέρνο μου, φωλιάζει στο στήθος μου και ξαλαφρώνει τη ψυχή μου. Αυτό πρέπει να φταίει, αλλιώς δεν έχω λόγια να δικαιολογήσω αυτή την ανάρτηση.
Χθες βράδυ πέρασαν οι ώρες δίχως να το καταλάβω. Καθισμένη σε μια άνετη πολυθρόνα, χάζευα τα φωτάκια της πόλης και του βουνού που τρεμοέπαιζαν μπροστά μου, καθώς υποδέχονταν τη σκιά της πρώτης νύχτας. Κουρνιασμένη σε μια γωνιά του μπαλκονιού σου, με μοναδικό φως τη μπλε οθόνη του λαπτοπ, σε άκουγα να μιλάς για τον έρωτα σου. Η ιστορία σου είναι μία, μα οι λέξεις που την πλαισιώνουν είναι χιλιάδες, κάθε μία στεφανωμένη με όλη τη γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Δισταγμός, ευφορία, πάθος, γαλήνη, ευτυχία, αισιοδοξία, ανυπομονησία, αμφιβολία, καχυποψία, ευαισθησία, φόβος, πόνος και θυμός. Τα πέρασες όλα, ένα προς ένα, μα διστάζεις να φτάσεις στα δικά μου συμπεράσματα, διστάζεις να πεις τη λέξη που άνθρωποι σαν εμένα έχουν συνοδοιπόρο τους, τη λέξη απογοήτευση. Και όσο εσύ δεν έλεγες να την ξεστομίσεις, τόσο εγώ έβλεπα στα μάτια σου το εκτυφλωτικό φως του ανθρώπου που μόλις έζησε την πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής του. Τόσο εγώ έβλεπα στο πρόσωπο σου μια ομορφιά και μια λάμψη, που θα την ζήλευαν και τα πιο ακριβοπληρωμένα μοντέλα του πλανήτη. Έβλεπα πάνω σου την αναμφισβήτητη ομορφιά της ερωτευμένης γυναίκας.
Και εκεί, σε εκείνη την πολυθρόνα, με μοναδικό σκηνικό τα αχνά φώτα της πόλης και ηχητικό χαλί τη φωνή σου, θυμήθηκα πως κάποτε σου έμοιαζα πολύ. Κάποτε οι έρωτες είχαν μαγεία μέσα τους και την προοπτική ενός μέλλοντος γεμάτου χαμόγελα και μικρών στιγμών ιδιωτικής ευδαιμονίας. Κάποτε, η κάθε νέα γνωριμία ήταν και ένας νέος, ανεξερεύνητος κόσμος, γεμάτος ανέλπιστα δώρα. Κάποτε, η γυναικεία ομορφιά ήταν απλά ο μανδύας μου για να μαγεύω καρδιές και να μαγεύομαι.
Τώρα, η κάθε γνωριμία μοιάζει πια με έναν ασταμάτητο διάλογο με τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε λέξη μοιάζει χιλιοειπωμένη, φέρνει στο μυαλό μου δεκάδες καταστάσεις και πρόσωπα που πέρασαν και χάθηκαν στο χρόνο. Η κάθε απόφαση δεν μοιάζει πια με παρόρμηση, αλλά με καλά μελετημένη κίνηση. Τώρα πια η γυναικεία ομορφιά υπάρχει ως μάσκα, που την φοράω προς τέρψιν του κοινωνικού και επαγγελματικού περίγυρου, και την πετάω βιαστικά στην καρέκλα του δωματίου μου, μόλις κλείσει πίσω μου η εξώπορτα του σπιτιού μου.
Αυτή είναι η κατάρα της εμπειρίας. Αυτή είναι η κατάρα του χρόνου που κυλά, σε φορτώνει αλήθειες και σε παρασέρνει μαζί του, όσο και να τον παρακαλάς να σε ξεχάσει έστω και για λίγο, όσο και αν του κρύβεσαι. Μα δεν θα σου πω ποτέ πως όλα περνάνε και όλα χάνονται, δεν θα σου πω ποτέ πως σε μερικά χρόνια από τώρα η μαγεία θα χαθεί, δεν έχεις ανάγκη από τέτοια λόγια. Δεν έχεις ανάγκη από τίποτα και από κανέναν. Στα μάτια μου είσαι άτρωτη, ακριβώς γιατί πιστεύεις, ελπίζεις, προσπαθείς. Ευλογημένοι οι ερωτευμένοι στους χαλεπούς καιρούς του κακού και της μιζέριας. Ευλογημένη και εγώ, που βρέθηκα για ένα έστω βράδυ στην παρέα τους.
30 Ιουνίου 2010
Ο Ήλιος καίει για μας τους straight…
Υπάρχει λόγος που δεν μιλάω. Υπάρχει καλός λόγος που σιωπώ. Δεν είναι οι πολιτικό-οικονομικές εξελίξεις που με θλίβουν, δεν είναι οι άνθρωποι που βλέπω στις πορείες να βροντοφωνάζουν μανιασμένοι για κάτι που κάποιοι υπονόμευαν λίγο-λίγο δεκαετίες τώρα μπροστά στα μάτια μας, δεν είναι καν το ζοφερό μέλλον που σκιαγραφούν για τη χώρα μας κάθε τόσο οι ειδήμονες που με κάνει να σιωπώ. Αυτό που με κάνει να σιωπώ είναι η απόλυτη σαστιμάρα που αισθάνομαι κάθε που ανοίγω την τηλεόραση. Σαστίζω, που ενώ βουλιάζουμε, η ψηφοθηρία, η γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων και ο πόλεμος εντυπώσεων και δηλώσεων συνεχίζεται ακάθεκτος με νέα «καραμέλα» αυτή τη φορά. Όλοι αναγνωρίζουν το μερίδιο ευθύνης τους, μα και όλοι γνωρίζουν τον τρόπο για να μας σώσουν. Το μεγάλο παζάρι της ελπίδας και εμείς ως γνήσιοι καταναλωτές και τζογαδόροι, ψάχνουμε απελπισμένα που θα ποντάρουμε το μοναδικό μας κεφάλαιο, αυτό της εμπιστοσύνης, που πια δεν μας περισσεύει.
Και να σου μέσα στο χαμό και το θωρηκτό-κρουαζερόπλοιο, νά σου και η εφοπλιστική οικογένεια αγκαλιά με τις μεταμεσονύχτιες βίζιτες της απόλυτης Ξανθιάς στα μουσεία. Κράτος, επιχειρήσεις, πορνεία και ιστορία, πιασμένες χέρι-χέρι σε έναν χορό άσκοπου αισθησιασμού που μας κάνει να χαμογελάμε, ενώ θα έπρεπε να κλαίμε, να σπαράζουμε στο κλάμα. Γίναμε πειραματόζωα της κάθε ξιπασμένης πλούσιας, της κάθε ξεπεσμένης ντίβας, του κάθε βαριεστημένου και μπουχτισμένου καναλάρχη. Ποντάρουν στην απελπισία μας και ως νέοι σωτήρες μας κοιμίζουν με φθηνές συνταγές. «Αυτοί είστε» μας λένε, «δεχτείτε το και διασκεδάστε το». Καλοκαιρινές εκπτώσεις, έτσι τις ονομάζω εγώ, μια και μας τραβάνε πάντα προς τα κάτω, προς τον πάτο της υπομονής και της λογικής μας.
Και οι αποκαλύψεις δεν έχουν τέλος, κάθε μέρα και μια καινούργια. Και να σου τα άρθρα στο τύπο και νά σου οι φωτογραφίες για του λόγου το αληθές. Πόση σιωπή ανεχτήκαμε; Πόση συγκάλυψη και βόλεμα σε αυτή τη χώρα; Και πόσα ακόμη αγνοούμε; Άραγε ποιανού τα συμφέροντα θα θιγούν μετά για να μπορέσουμε επιτέλους να τα μάθουμε;
Καμιά φορά παίρνω τους δρόμους, πιστεύοντας πως αν βρεθώ μέσα στο πλήθος, θα μπορέσω να σφιγομετρήσω επαρκώς το κοινό αίσθημα, θα πάρω απαντήσεις. Στη λαϊκή της γειτονιάς, οι γυναίκες ορμούν με φόρα πάνω στους πάγκους, ψάχνουν αλαφιασμένες από τον κόσμο και τη ζέστη του καλοκαιριού για το προϊόν με την καλύτερη ποιότητα και τη φθηνότερη τιμή. Είμαστε εκπαιδευμένοι στο να βρίσκουμε ποιότητα στη φθήνια. Είμαστε εκπαιδευμένοι να κρύβουμε τη φτώχεια μας, ξετρυπώνοντας τις καλύτερες προσφορές. Αυτό που δεν μάθαμε ακόμη είναι να λέμε την αλήθεια και να δεχόμαστε τις συνέπειες.
«Ποια κρίση και βλακείες, τα μαγαζιά είναι γεμάτα από κόσμο», μου λέει μια φίλη. Ναι, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τα άδεια βλέμματα επιζητούν κάτι αληθινό, κάτι καθημερινό για να ξαποστάσουν πάνω του και να ξορκίσουν τις τηλεοπτικές εικόνες. «Ομορφαίνεις», μου λένε οι φίλοι. Ναι, είναι που το βλέμμα και το μυαλό μου έχουν παγώσει, σαν αυτά που βλέπεις στις φωτογραφίες των περιοδικών, και μένω πια αναλλοίωτη στο χρόνο. Όταν το μυαλό σου πάψει να λειτουργεί, το δέρμα σου λάμπει, αυτή είναι η αλήθεια. Μια αλήθεια που την διδαχθήκαμε από μικρά παιδιά, βλέποντας ασταμάτητα τηλεόραση και διαβάζοντας τα lifestyle περιοδικά του κ. Κωστόπουλου.
13 Ιουνίου 2010
Καλοκαιρινή Βιβλίο-πρόταση με φαντασία
Η Μάγκι Στίφβατερ είναι Αμερικανίδα συγγραφέας βιβλίων φαντασίας. Ανακάλυψα το 3o της βιβλίο πριν μεταφραστεί στα ελληνικά και θυμάμαι ότι αφού το διάβασα (μέσα σε 2 μόνο μέρες) σκέφτηκα ότι η λογοτεχνία του φανταστικού για εφήβους βρήκε τη νέα Stephenie Meyer της.
Πολύ κοντά στα πρότυπα του πολυδιαβασμένου Twilight, αλλά και τόσο διαφορετικό. Όπως και το Twilight, έτσι και αυτό, στην καρδιά της υπόθεσης του έχει τον αδιέξοδο έρωτα 2 εφήβων, εκ των οποίων ο ένας δεν είναι απλός θνητός. Όπως και στο Twilight, και σε αυτή την ιστορία έχουμε να κάνουμε με προβληματικές οικογένειες, κινδύνους και ανυπέρβλητα εμπόδια που θα πρέπει οι πρωταγωνιστές να ξεπεράσουν για να παραμείνουν μαζί. Όπως και στο Twilight, έτσι και εδώ η γραφή είναι σε πρώτο πρόσωπο, όμως την αφήγηση δεν την μονοπωλεί μόνον ένας χαρακτήρας. Η αφήγηση γίνεται με μικρά κεφάλαια στα οποία εναλλάσσονται οι φωνές των δύο ηρώων, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη την ευκαιρία να τους γνωρίσει καλύτερα, δίχως την αναγκαστική θεοποίηση του ενός από τον άλλον, που τόσο επίμονα λάνσαρε η Meyer στα βιβλία της. Επιπρόσθετα, αντίθετα με το Twilight, οι ήρωες αυτής της ιστορίας δεν δεσμεύονται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της συγγραφέα, και η σχέση που αναπτύσσουν είναι πολύ πιο αληθοφανής και συνεπώς πιο κοντά σε αυτές που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι σύγχρονοι έφηβοι.
Τέλος, οι δύο έφηβοι αυτής της ιστορίας, σε αντίθεση με αυτούς του Twilight, βιώνουν όλες τις συνέπειες των καταστάσεων που έχουν στιγματίσει την έως τώρα ζωή τους. Η ανυπαρξία της οικογενειακής θαλπωρής ή η γονική απόρριψη ή και βία δεν είναι έννοιες αφηρημένες , που υπάρχουν απλώς εκεί για να εξυπηρετούν την πλοκή. Αντιθέτως, είναι προβλήματα που κυριολεκτικά στοιχειώνουν την προσωπικότητα των δύο αυτών παιδιών, όπως και κάθε εφήβου.
Πριν βιαστείτε λοιπόν να προσπεράσετε αυτό το βιβλίο, ως μια ακόμη αντιγραφή του Twilight, και αν σας αρέσει η λογοτεχνία του φανταστικού για εφήβους, καλά θα ήταν να του δώσετε μια ευκαιρία.
Για την ιστορία και μόνο αναφέρω ότι το Ρίγος έχει μεταφραστεί σε 26 γλώσσες και έχει παραμείνει για είκοσι μία εβδομάδες στα ευπώλητα των New York Times.
Επιπρόσθετα έχει κερδίσει τα παρακάτω βραβεία:
ALA 2010 Best Books for Young Adults
ALA/YALSA 2010 Quick Pick for Reluctant Readers
Publishers Weekly Best Books of 2009
Amazon’s Top Ten Books of 2009 for Teens
Border’s Original Voices Pick
Junior Library Guild Selection
Η συνέχεια του, με τίτλο Linger κυκλοφορεί στην Αμερική στις 22 Ιουλίου.
10 Ιουνίου 2010
Μαθήματα τηλεόρασης: The Edward R. Murrow's speech
Τα παρακάτω λόγια ίσως να μας θυμίσουν όσα έχουμε ξεχάσει να απαιτούμε από την ελληνική τηλεόραση του σήμερα.
Αφιερωμένο στους παραγωγούς ειδήσεων, μεσημεριανάδικων, και κάθε είδους reality της ελληνικής τηλεόρασης.
4 Ιουνίου 2010
Της (προσωπικής μας) συμφιλίωσης
Όταν φυσά απαλό αεράκι και το παράθυρο είναι ανοιχτό, πάντα μαγνητίζομαι από τις κουρτίνες του δωματίου μου. Μοιάζουν με επιδέξιους χορευτές, πότε πηδάνε με χάρη στον αέρα και πότε τεντώνονται, συστρέφονται και κουλουριάζονται, σαν σώματα φτιαγμένα από λάστιχο. Η πολυκατοικία έξω από το παράθυρο μου παραμένει σιωπηλή, λες και οι ένοικοι της να την έχουν εγκαταλείψει να ψήνετε μόνη στον καλοκαιρινό ήλιο και αυτοί να έχουν μετοικίσει σε άλλα μέρη, πιο δροσερά.
Θυμάμαι την απογοήτευση μου όταν χτίστηκε αυτό το τσιμεντένιο τέρας τόσο κοντά μου. Θυμάμαι που παρακολουθούσα τις εργασίες από το μπαλκόνι και η ψυχή μου μάτωνε, βλέποντας το πρόσωπο της γειτονιάς μου να αλλάζει και τη θέα του βουνού να χάνετε πίσω από τα σίδερα και το μπετόν. Την είχα μισήσει από την πρώτη κιόλας μέρα ζωής της, πριν καλά-καλά μετακομίσει κόσμος εντός της.
Η παρουσία της σήμαινε απλά το τέλος μιας εποχής, της εποχής των παιδικών μου χρόνων, όταν σκαρφάλωνα στη μάντρα του σπιτιού, που κάποτε έστεκε στη θέση της, και έκλεβα τζάνερα από τα δέντρα της αυλής που κρύβονταν από πίσω. Μόλις άρχισαν να μετακομίζουν και οι πρώτοι ένοικοι εντός της, συνειδητοποίησα πως έχασα ακόμη ένα πολύτιμο αγαθό, αυτό της ησυχίας.
Για χρόνια έστεκε βουβή η γειτονιά μου, μια και τα παιδιά που κάποτε έπαιζαν στους δρόμους της, τώρα πια ήταν μεγάλα, με δική τους δουλειά ή και δική τους οικογένεια. Απολάμβανα τόσο αυτή την ησυχία θυμάμαι, ήταν το καμάρι μου και όταν με επισκέπτονταν εδώ άτομα που έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή στο κέντρο της πόλης, σχολίαζαν εκστασιασμένοι την ησυχία της και εγώ φούσκωνα από υπερηφάνεια για την τύχη μου.
Ναι, τότε ένιωθα τυχερή, μα τελικά όλα είναι σχετικά σε αυτή τη ζωή. Όλα είναι σχετικά, γιατί όταν ήρθε το καλοκαίρι της απόλυτης μοναξιάς, τότε μόνον κατάλαβα πόσο τυχερή είμαι που η γειτονιά μου δεν είναι πια ήσυχη. Όταν το σπίτι άδειασε από φωνές και ανθρώπους, τότε μόνον κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να αφήνεις το παράθυρο σου ανοιχτό το βράδυ και να ακούς τους ψίθυρους, τις κουβέντες και τα γέλια των γειτόνων σου, που απολαμβάνουν τη νυχτερινή δροσιά, καθισμένοι στα μπαλκόνια τους. Τότε μόνον κατάλαβα πόσο καθησυχαστικό είναι να ξέρεις πως, καθώς η σιωπή της νύχτας απλώνεται πάνω από την πόλη, απέναντι σου υπάρχουν δεκάδες ζευγάρια μάτια που σε προστατεύουν με το βλέμμα τους και πιστεύουν πως και εσύ θα κάνεις το ίδιο γι’ αυτά, αν ποτέ χρειαστεί.
Ίσως τελικά η ησυχία να είναι υπερτιμημένη. Ίσως τελικά μαζί με την ωρίμανση, να έρχεται και η συμφιλίωση. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά που να βγήκα από το σπίτι μου και να μην εισέπραξα μία «καλημέρα» ή ένα ζεστό νεύμα. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά που να μην πέρασα πεζή έξω από την πιλοτή του τσιμεντένιου τέρατος και να μην χαμογέλασα, ακούγοντας τις τσιρίδες και τα γέλια των μικρών παιδιών, που τώρα πια παίζουν εντός της. Αυτό το δυνατό, παρατεταμένο τους γέλιο, το γεμάτο ζωή και ενθουσιασμό, είναι το σημείο αναφοράς μου, όταν θέλω να θυμηθώ για μια στιγμή την ανεμελιά των παιδικών μου χρόνων. Και αν θέλω να δω καμιά φορά το βουνό, ανεβαίνω στην ταράτσα μου. Μόνο μερικά παραπάνω σκαλιά με χωρίζουν τώρα πια από τα «θέλω» μου, θα τα σκαρφαλώσω δίχως γκρίνια και αγκομαχητά αγανάκτησης. Ναι, η γειτονιά μου άλλαξε πρόσωπο. Το ίδιο και εγώ.
31 Μαΐου 2010
Πιάσε ένα τσιγάρο, γιατί συγχύστηκα!
Παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος σήμερα. 4 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο, λένε οι στατιστικές. Και να ήταν μόνο αυτό! Πέρα από τις βλάβες στον οργανισμό μας, στην Ελλάδα βλάπτουμε σοβαρά και την τσέπη μας καπνίζοντας. Από την άλλη, αν βάλουμε στην εξίσωση και τα χημικά που εισπνέουμε μέσω της αναπνοής ή αυτά που καταναλώνουμε, μέσω του φαγητού και του νερού, τότε είμαστε και επισήμως κινούμενες χημικές βιομηχανίες. Υπογράφουμε κοινώς το πιστοποιητικό θανάτου μας, κάθε πρωί που ξυπνάμε.
Από 1η Σεπτεμβρίου 2010, το κάπνισμα απαγορεύεται και σε όλους τους χώρους διασκέδασης και εστίασης. Όμορφα. Με βλέπω με «βραχιολάκια» από το Φθινόπωρο. Πιθανώς να την γλυτώσω, αν κλειστώ σπίτι μου, αλλά ενδέχεται να το απαγορεύσουν και εκεί μέσα. Πάντα με γοήτευαν οι άντρες που φοράνε στολή, καιρός να τους γνωρίσω και από κοντά, μια και οι καπνιστές που δεν συμμορφώνονται, θα καταγγέλλονται. Πολύ κακή συνήθεια το κάπνισμα, τελικά. Και να ήταν η μόνη! Μπορώ να σκεφτώ τουλάχιστον 10 κακές συνήθειες που με ωθούν στο κάπνισμα, όπως: η μοναξιά, τα νεύρα, το άγχος, τα ψέματα, ο εγωισμός, η απανθρωπιά, τα συμφέροντα, η απάτη, οι ασυνείδητοι, οι φαφλατάδες, οι νταήδες, οι διαχωρισμοί, η διχόνοια, η αδιαφορία, οι εμμονές…ούπς! Σαν να ξεπέρασα τις δέκα. Κανένας νόμος να απαγορεύει όλα τα παραπάνω θα ψηφιστεί; Τι; Ε, λέω να συνεχίσω το κάπνισμα για λίγο ακόμη τότε.
30 Μαΐου 2010
Ποιό Sex και ποιό City;
Ποιό Sex και ποιό City;
Το παραπάνω άρθρο είναι ίσως από τις λίγες κριτικές ταινίας, που ξεφεύγει από τα τετριμμένα «η ταινία ήταν καλή» ή «η ταινία ήταν υπέροχή με καταπληκτικές ερμηνείες» και αφιερώνει και λίγο χρόνο στην ανάλυση των εικόνων και των νοημάτων που αυτή προβάλει. Διαβάζω συχνά κριτικές ταινιών, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρω έστω και μία η οποία δεν θα έχει γίνει στο πόδι ή δεν θα χρησιμοποιεί ορολογίες και αόριστες εκφράσεις (τύπου ποίηση) για να περιγράψει πειστικά τους στόχους των δημιουργών.
Σπάνια βρίσκω κάτι αξιόλογο γραμμένο στα ελληνικά. Ακόμη πιο σπάνια βρίσκω κάτι που να ξεπερνά την άκαμπτη (και συχνά ακαταλαβίστικη) φρασεολογία της τέχνης των εικόνων και να συνδέει τα νοήματα της ταινίας, τόσο με την ιστορία του κινηματογράφου, όσο και με αυτή των δημιουργών της και της κοινωνίας, γενικότερα.
Το έχω πει πολλές φορές, μα θα το πω και ακόμη μία: η επιτυχία μιας ταινίας βασίζεται κυρίως στην ιστορία που επιλέγει να εξιστορήσει. Αν δεν υπάρχει η ιστορία, τότε δεν μπορεί να απογειωθεί οπτικά η ταινία, με τη βοήθεια των ηθοποιών και όλων των υπολοίπων. Η συγκεκριμένη σειρά εξάντλησε όλες τις ιστορίες της εντός των 6 κύκλων επεισοδίων που μας χάρισε και έδεσε ότι εκκρεμότητες ίσως είχε στην ταινία που έκαναν, αμέσως μετά το τέλος της. Η ιστορία του κινηματογράφου έχει δείξει ότι σπανιότατα το sequel ξεπερνά το original, και είμαι σίγουρη πως οι συντελεστές το γνωρίζουν καλά, όμως συχνά υποκύπτουν στα αιτήματα και τις παραινέσεις των φαν, ακριβώς επειδή στόχος τους είναι το κέρδος. Δεν είναι και πολλές οι κινηματογραφικές παραγωγές που έχουν έτοιμα τα κέρδη τους (ακριβώς επειδή ξέρουν πως υπάρχει ήδη μια βάση φανατικών θαυμαστών που θα πάνε να δούνε την ταινία όσο κακή και αν είναι). Το φαινόμενο Sex& the City λοιπόν, δεν διαφέρει από άλλα προϊόντα, τα οποία ανακυκλώνουν τη φόρμουλα που τα έκαναν δημοφιλή. Ακόμη και οι φόρμουλες όμως έχουν όρια, τα οποία, δυστυχώς, όταν «ξεχειλώνουν» είναι πιθανό να δυσαρεστήσουν ακόμη και τους φανατικούς υποστηρικτές τους.
Η παραπάνω κριτική μου δίνει την ευκαιρία να γράψω δυο κουβέντες λοιπόν για τη σημασία της κριτικής. Η κριτική οποιασδήποτε μορφής τέχνης είναι –δίχως αμφιβολία- ακανθώδες θέμα. Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει, μια και η τέχνη, σε κάθε της μορφή, μπορεί να εμπεριέχει διαφορετικά νοήματα και σημασία για τον καθένα μας. Η δουλειά του κριτικού όμως δεν είναι να μας ενημερώσει για το αν είναι ή δεν είναι καλή μία ταινία. Η δουλειά του είναι να μας δώσει όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε ως θεατές , ώστε να αποφασίσουμε εάν θα επενδύσουμε το χρόνο και τα χρήματα μας σε αυτές ή όχι. Όταν μπαίνουμε λοιπόν στη διαδικασία να εκφράσουμε τη γνώμη μας για μια ταινία, όπως επιχειρείται στο εν λόγω άρθρο, είναι απαραίτητο αυτός που το κάνει να έχει όχι μόνο σφαιρική γνώση (ιστορίας και πολιτιστικής ανάλυσης) της genre του κινηματογράφου που σχολιάζει, αλλά και μια πολύ καλή αίσθηση της κοινωνικό-πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας, μέσα στην οποία δημιουργήθηκε και προβάλετε.
Επικροτώ λοιπόν το παραπάνω άρθρο, όχι επειδή μας προσφέρει τη μοναδική αλήθεια για ένα τόσο σημαντικό πολιτιστικό προϊόν (όπως είναι οι ταινίες μυθοπλασίας), αλλά επειδή το κάνει με τρόπο που θέτει καίρια ερωτήματα και προβληματισμούς για τον τύπο του ρεαλισμού που προσπαθεί να προβάλει και να προωθήσει προς κατανάλωση.
26 Μαΐου 2010
Υπάρχει η καλύτερη Ελλάδα! Δεν ήξερες, δεν ρώταγες;
Τι να πει κανείς σε μια χώρα, όπου τα ΜΜΕ της πιστεύουν σοβαρά πως μας ενδιαφέρει να μάθουμε τι έκανε η Α. Γκερέκου το πρώτο 24ωρό μετά την παραίτηση της; Βαρέθηκα να ακούω τις επιτυχίες του Βοσκόπουλου (από τον καιρό του Νώε) σε κάθε κανάλι. Το αστείο είναι πως ακριβώς οι ίδιοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί που μου ζαλίζουν το κεφάλι με τέτοια θέματα είναι αυτοί που τον τελευταίο καιρό ξεσκέπασαν –ξαφνικά- όλα τα σκάνδαλα του πολιτικού τοπίου. Κάθε μέρα βλέπουμε τα δυο πρόσωπα της Ελλάδος σε πρώτο πλάνο. Υπάρχει και ένα τρίτο όμως πρόσωπο, το πιο άγριο απ’ όλα και το πιο αμφιλεγόμενο. Αυτό της καθημερινότητας.
Ασχολούμαστε συχνά με μεγαλοστομίες και βαρύγδουπες δηλώσεις. Αν ακολουθήσουμε το τηλεοπτικό σαφάρι της εφορίας, τις ανακρίσεις και τις καταθέσεις για το Βατοπέδι, τα όργια σπατάλης στους δημόσιους οργανισμούς, τις αποκαλύψεις για τα golden boys και τα φουλάρια που αγόρασε ο Α. Σπηλιωτόπουλος θα βγάλουμε μόνον ένα συμπέρασμα: ότι τόσο καιρό κοιμόμασταν τον ύπνο του δικαίου και ξαφνικά οι αρμόδιοι φορείς θυμήθηκαν το ρόλο τους, φόρεσαν τη στολή του Ζορρό και ξεχύθηκαν στους δρόμους ως νέοι τιμωροί της διαφθοράς. Η κυβέρνηση μοιάζει να έχει μπει σε έναν αγώνα δρόμου για να μας αποδείξει πως κάνει δουλειά, πως η Ελλάδα αλλάζει. Ναι, η Ελλάδα αλλάζει, μα όλοι παραμένουν στη θέση τους. Αναρωτιέμαι απλά πως είναι δυνατόν να βάλλουν τάξη σε μια χώρα τα ίδια άτομα που ευθύνονται για την αταξία της; Αναρωτιέμαι απλά, πως είναι δυνατόν οι ίδιοι εκδότες και δημοσιογράφοι, που τόσο καιρό δεν έβγαζαν κιχ, τώρα ξαφνικά να βροντοφωνάζουν κατά της διαφθοράς και να διαπομπεύουν σε έντυπα και κανάλια τα πρόσωπα, τις επιχειρήσεις και τους δημόσιους οργανισμούς που καιρό τώρα προστάτευαν. Καλά, εγώ μπορεί να μην μάθαινα ποτέ πως υπάρχει δημόσιος οργανισμός με δεκάδες υπαλλήλους για την αποξήρανση λίμνης, η οποία έχει αποξηραθεί εδώ και μισό αιώνα, αλλά αυτοί δεν γνώριζαν; Τώρα το κατάλαβαν;
Η αλήθεια είναι πικρή, διότι μας αφορά άμεσα. Σίγουρα ξέραμε για την ύπαρξη αυτών των δημόσιων οργανισμών, απλά επειδή κάποιοι από εμάς –ή έστω και ένας γνωστός μας- δουλεύαμε (και μάλλον δουλεύουμε ακόμη) σε έναν από αυτούς τους οργανισμούς. Γνωρίζαμε για τα ρουσφέτια, την διαφθορά στο δημόσιο και την απραγία (ή νεοπλουτισμό) των ανθρώπων που εργάζονται εντός του, διότι τους βλέπαμε στις καθημερινές συναλλαγές μας και κάποιοι από εμάς τους πληρώσαμε και κάτω από το τραπέζι για να γίνει η δουλειά μας. Γνωρίζαμε όλοι καλά τον τρόπο που γίνονται τα deals στο ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, διότι εργαστήκαμε και εργαζόμαστε σε εταιρείες που εξαρτώνται από τα δημόσια κονδύλια ή την ανοχή των αρμόδιων για να συνεχίσουν να υφίστανται. Τα ξέραμε όλα, τα πάντα, και αυτά που δεν τα ξέραμε, τα υποπτευόμασταν. Και γιατί σιωπούσαμε, θα με ρωτήσετε. Ποιο απ’ όλα τα παραπάνω μας βόλευε; Θα σας ανταπαντήσω και εγώ.
Το σύστημα του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας εκπαιδεύει τους πολίτες στο μοτίβο των πελατειακών σχέσεων, αναφέρει χαρακτηριστικά ένας από τους στοχαστές της πολιτικής κοινωνιολογίας. Είμαστε τόσο καλά εκπαιδευμένοι σε αυτού του είδους τις συναλλαγές, ώστε να τις θεωρούμε πλέον φυσιολογικές. Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη και όχι μονόπλευρη. Δεν μπορούμε να προβάλουμε τους εαυτούς μας ως κακόμοιρους για πολύ ακόμη. Έχουμε πνιγεί στα μικροσυμφέροντα μας, στην ανάγκη μας να διαφυλάξουμε τα κεκτημένα μας, στην απόλυτη πεποίθηση μας πως υπάρχουμε εμείς και κανένας άλλος σ’ αυτή την πλάση.
Στο Νομό που μένω ο προεκλογικός αγώνας εν όψει του Καλλικράτη έχει ήδη ξεκινήσει. Οι δήμαρχοι οσφράνθηκαν τον ανταγωνισμό, που μεγάλωσε, και άρχισαν από νωρίς τα ρουσφέτια και τις υποσχέσεις. Στο τοπικό παράρτημα του ΟΑΕΔ οι ουρές μεγαλώνουν. Κι’ όμως, υπάρχουν ακόμη υπάλληλοι εντός του που μασουλάνε τυρόπιτα και μιλάνε με κολλητούς τους στο τηλέφωνο, λέγοντας επιδεικτικά (ώστε να ακούγονται στους ταλαίπωρους ανέργους, που συνωστίζονται σαν στοιβαγμένα ζώα στην ουρά των 2 μόνον γραφείων που λειτουργούν) πως «βολοδέρνουν» για ακόμη μια μέρα. Ποιος πρέπει να συνετίσει αυτούς τους υπαλλήλους; Εγώ ή οι συνάδελφοι τους; Και η συνέχεια είναι ακόμη καλύτερη! Φιλικό ζευγάρι μου παραπονιόταν περίλυπο πρόσφατα για την οικονομική τους κατάσταση. Ο άντρας, που δούλευε ως υπάλληλος στο Δήμο, έμεινε χωρίς δουλειά, γιατί δεν του ανανέωσαν τη σύμβαση. Η γυναίκα είναι ήδη διορισμένη εκπαιδευτικός. Έχουν ιδιόκτητο σπίτι, 3 διαμερίσματα που νοικιάζουν και μία επιχείρηση εστίασης. Το πρόβλημα τους δεν είναι λοιπόν η ανεργία του συζύγου, αλλά το γεγονός ότι η ανεργία του στάθηκε εμπόδιο στα σχέδια τους να ανακαινίσουν (για 2η φορά) το σπίτι τους.
Ναι, η Ελλάδα αλλάζει, οι Έλληνες όμως όχι. Ώπα! Καλή επιτυχία Ελλάδα!
24 Μαΐου 2010
For those about to fall, we salute you!
Τον τελευταίο καιρό το έχω ρίξει στο τσάι, την ανάγνωση και τη συμπάθεια. Ο κόσμος γύρω μου ζει το (δήθεν) προσωπικό του Βατερλό και εγώ σιωπώ. Κάθε που πάω να μιλήσω, δαγκώνω τη γλώσσα μου και μουγκρίζω διακριτικά, για να μην ταράξω την επίπλαστη ευδαιμονία των γύρω. Κρύβομαι στα σκοτάδια, σαν τους κακοποιούς και παρακολουθώ τα τεκταινόμενα, αναμασάω λέξεις, φράσεις, γκριμάτσες. Είμαι αόρατη -για κάποιους ίσως και ανύπαρκτη- μα η απειλή της παρουσίας μου τους κάνει να σιωπούν, να κοιτούν πίσω από τον κόρφο τους και να αναρωτιούνται.
Δεν με πειράζει τίποτα πια. Φυλλομέτρησα πολλές φορές τις σκέψεις μου και το συμπέρασμα δεν άλλαξε, παρά την οχλαγωγία και τις κραυγές. Ήμουν και θα είμαι το μικρό χαλικάκι, που τρύπωσε ακάλεστο μέσα στα αστραφτερά παπούτσια κάποιων. Η παρουσία μου φαντάζει ασήμαντη, μα κάθε τόσο, όταν ξεκινάνε την ολόλαμπρη πορεία τους προς τη «δόξα» που χτίζουν για τους εαυτούς τους, κάνω τη διαδρομή τους κομματάκι πιο επώδυνη.
Όλη η ζωή μου θυμίζει πόλεμο. Χιλιάδες μάχες, με μικρά αντικρίσματα. Στο σπίτι μου πολέμησα ενάντια στις ηλίθιες νοοτροπίες που χωρίζουν τα παιδιά σε αγόρια και κορίτσια. Στο σχολείο πολέμησα ενάντια στις κλίκες, στους στενόμυαλους δασκάλους, στα δήθεν της εποχής και της ηλικίας μου, στα «πρέπει» της παρέας και στα «όχι» των μεγάλων. Στο πανεπιστήμιο πολέμησα ενάντια στις μεγάλες και μικρές ιδέες ανθρώπων πολύ πιο δυνατών και έξυπνων από μένα, μα πάνω απ’ όλα πολέμησα ενάντια σε μένα την ίδια. Κάθισα τον εαυτό μου στο σκαμνί, τον έκρινα, τον ανέκρινα και τον χλεύασα πιο πολύ από τους γύρω σε κάθε του στραβοπάτημα. Στη δουλειά πολέμησα ακόμη πιο σκληρά, όμως εκεί η μάχη δεν έχει τελειωμό και είναι νωρίς ακόμη να βγάλω συμπεράσματα.
Επένδυσα σε ανθρώπινες σχέσεις και ιδέες, σε ανθρώπους και θεότητες και το αποτέλεσμα κάθε φορά μου άφηνε ένα σεντούκι γεμάτο αναμνήσεις και μια πικρή γεύση μέσα στο στόμα. Είναι φρικτός ο απολογισμός μου, όμως η δίψα να ξαναριχτώ στη μάχη μου κλέβει τον ύπνο τις νύχτες. Ναι, οι πράξεις μου φοράνε το μανδύα της αποτυχίας, μα οι σκέψεις μου την πανοπλία του πολεμιστή.
Η ζωή μου θυμίζει αρένα, που στις κερκίδες της κάθονται κάθε λογής προσωπικότητες, με την ελπίδα να δουν τα θηρία να με κατασπαράζουν. Όχι, δεν είναι που με μισούν, είναι που τα λόγια μου καμιά φορά είναι σκληρά και διάφανα, θυμίζουν καθρέπτη. Είναι που στα όνειρα μου δεν ακούω το θαυμασμό και τις φιλοφρονήσεις της βασίλισσάς, αλλά το τελευταίο χειροκρότημα του μονομάχου.
Και αν τώρα σιωπώ, είναι γιατί συχνά, μέσα στη φασαρία της μάχης, η νίκη μοιάζει να έχει το ίδιο πρόσωπο με την ήττα. Μα δεν με πειράζει τίποτα πια. Το μόνο που δεν ανέχομαι είναι να μην εκμεταλλεύομαι την κάθε ευκαιρία που μου παρουσιάζεται για να μάθω.
(Welcome σε όλους τους νέους αναγνώστες, δεν σας περίμενα, όμως χαίρομαι που σας βρήκα)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








