30 Σεπτεμβρίου 2010

Bubblegum Culture: a short story of no importance


Το μεγαλύτερο πρόβλημα του κάθε άνθρωπου σήμερα είναι η πίστη στις δυνάμεις και τις ικανότητες του.


Από τη μία πλευρά έχουμε ένα σωρό πολιτιστικών προϊόντων να μας λέει πως είμαστε «μικροί Θεοί» ή έστω πως μπορούμε να γίνουμε «μικροί Θεοί» και από την άλλη μεριά έχουμε την αλήθεια της καθημερινότητας μας, μια καθημερινότητα που σπάνια μας κάνει χάρες. Χιλιάδες βιβλία «ευαγγέλια» για την προσωπική ανάπτυξη, την αυτό-εκτίμηση και το «φως» που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Άλλες τόσες ταινίες με παρόμοια θέματα, στις οποίες πάντα, μα πάντα το σύμπαν συνωμοτεί για να βοηθήσει τον πρωταγωνιστή. Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την πραγματικότητα επισφραγίζεται με τα προγράμματα της τηλεόρασης: next top model, top chef, master chef, big brother, x-factor και πάει λέγοντας.

Χιλιάδες άνθρωποι, με απόλυτη πίστη στη μοναδικότητα και την ιδιοφυία τους, πηδάνε μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, θυμίζοντας αιχμάλωτα ζώα στο τσίρκο, για μια θέση στο όνειρο, όπως τους αρέσει να λένε. Ακόμη και στα όνειρα μας πρέπει να είμαστε ανταγωνιστικοί και ικανοί, ακόμη και σε αυτά πλέον δεν επιτρέπεται απλά να είμαστε ότι είμαστε. Και μόλις η θέση εξασφαλιστεί –με αμφίβολα συχνά κριτήρια- τότε μας πιάνουν οι ανασφάλειες. Τσακωμοί, ξεκατινιάσματα και τρικλοποδιές σε απευθείας μετάδοση, μεγενθυμένα όλα, κομμένα και ραμμένα με τρόπο τέτοιο ώστε να στοιχειοθετούν «διασκέδαση» στα μάτια του κοινού.

Χιλιοειπωμένα όλα αυτά θα μου πείτε. Θα συμφωνήσω. Ο λόγος που νιώθω την ανάγκη να τα ξαναπώ είναι απλά για να εξηγήσω, αν και κάπως αργά πια, το λόγο που διάλεξα τον τίτλο Bubblegum Culture γι’ αυτό το blog. Αρχικός σκοπός μου ήταν να καταγράφω εντός του όλα αυτά που εγώ θεωρώ «τσιχλόφουσκες της πολιτιστικής μας κουλτούρας». Η τσιχλόφουσκα έχει πολλές ιδιότητες: είναι πολύχρωμη, εύγευστη, εύκαμπτη και εύπλαστη, ξετρελαίνει τα μικρά παιδιά και σαγηνεύει τους μεγάλους, προσφέροντας τους την απόλαυση του μηχανικού, ασυναίσθητου, επαναλαμβανόμενου μηρυκασμού, που αποχαυνώνει τις αισθήσεις. Αυτό ακριβώς πιστεύω πως επιτυγχάνει και η νεωτερική ή μετά-μοντέρνα (όπως θα έλεγαν κάποιοι) κουλτούρα, με την οποία μεγαλώσαμε και με την οποία μεγαλώνουν και τα παιδιά μας.

Ως γνήσια Ελληνίδα όμως, δεν κατάφερα να κρατήσω την «ύλη» μου εντός θέματος, ίσως επειδή η κουλτούρα δεν είναι ποτέ ένα πράγμα μόνο, αλλά πολλά μαζί. Είναι αδύνατο λοιπόν να μιλήσω για τα τηλεοπτικά προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης, δίχως να αναφερθώ αναπόφευκτα και στην κατακερματισμένη και διαστρεβλωμένη ταυτότητα του νέο-Έλληνα. Και εδώ ακριβώς είναι που εγώ κάνω τη διαφορά, διότι δεν πιστεύω πως υπάρχει μια και μόνο απάντηση, αλλά χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα, που οδηγούν, όσους επιχειρούν να το σκεφτούν σοβαρά, σε μια διαδικασία συλλογισμού και βαθιάς σκέψης, όμοια με αυτή που προκαλεί το γνωστό ερώτημα: Η κότα κάνει το αυγό ή το αυγό την κότα; Κοινώς, έχουμε την κουλτούρα που μας αντιπροσωπεύει ή αυτή που μας πασάρουνε κάποιοι;



Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, αλλά αυτή είναι μόνον η προσωπική μου άποψη και θα την αναλύσω.



Σχετικά με τον πολιτισμό, έχω ακούσει πολλές γνώμες και έχω δει άλλες τόσες συμπεριφορές. Οι υπέρμαχοι της «υψηλής τέχνης» σνομπάρουν τους οπαδούς της «χαμηλής». Οι οπαδοί της «χαμηλής», αντί να απολαύσουν τη διαφορετικότητα τους, προσπαθούν να εδραιώσουν το γούστο τους ως «υψηλό». Οι οπαδοί προσπαθούν να γίνουν ειδήμονες και οι ειδήμονες είτε κρύβονται πίσω από την ιδιότητα τους, είτε απολογούνται για τις απόψεις τους, αποφεύγοντας συστηματικά να παραδεχτούν πως παράλληλα είναι και οι ίδιοι οπαδοί. Όσο για τους δημιουργούς, εκεί το τοπίο είναι θολό και επικίνδυνο. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν ανταπόκριση από τους κριτικούς, αλλά όχι από το κοινό. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν φίλους. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν και βρίσκουν ερωτικούς συντρόφους. Υπάρχουν αυτοί που δημιούργησαν κάποτε και τώρα ψάχνουν για μαθητές ή οπαδούς. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν για να θρέψουν το αδηφάγο ‘εγώ’ τους, ‘πρώτου βαθμού συγγενείς’ της προηγούμενης κατηγορίας δημιουργών. Υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν για να πλουτίσουν ή να διατηρήσουν τον πλούτο τους και υπάρχουν και αυτοί που δημιουργούν λόγω κάποιας ανεξήγητης, εσωτερικής ανάγκης, δίχως ποτέ να ζυγιάσουν στο μυαλό τους τα υπέρ και τα κατά. Η εμπειρία μου ως τώρα μου έχει δείξει πως οι τελευταίοι είναι και αυτοί με τη μεγαλύτερη απήχηση στο κοινωνικό σύνολο.

Κάποιοι από αυτούς έχουν «προβολή» και κάποιοι όχι. Ποιανού ο ‘λόγος’ περνάει δεν είναι αποτέλεσμα τύχης ή ταλέντου, τουλάχιστον όχι πάντα. Στην Ελλάδα, ποιανού η κουλτούρα προβάλετε είναι συχνά αποτέλεσμα διεργασιών που ποτέ δεν φτάνουν στα αυτιά μας, παρά μόνον ως κουτσομπολιά και φήμες. Κάπως έτσι, χωρίς εμείς να το αντιληφθούμε απόλυτα, καταλήγουμε να συνυπάρχουμε –είτε το θέλουμε, είτε όχι- με τις Τατιάνες και τις Τζούλιες αυτής της πλάσης, διότι εμείς μπορεί να τις απορρίπτουμε, αλλά ο διπλανός μας, ο φίλος μας, ο σύντροφός μας, ο γείτονας μας, μέχρι και το αφεντικό μας μπορεί να τις θαυμάζει. Είναι λοιπόν αδύνατο να μην λερώσει λίγο από το ‘γκλίτερ’ τους και εμάς, είναι αδύνατο να κατασκευάσουμε από μόνοι μας τα δικά μας πρότυπα και να τα εδραιώσουμε στη συνείδηση των γύρω. Και ποιος μας λέει, στην τελική, πως το δικό μας πρότυπο είναι και το πιο σωστό;



Δεν διάλεξα τυχαία όμως τα ονόματα των κυριών που αναφέρω παραπάνω, ούτε τυχαίο είναι που επικεντρώνομαι στις ‘κυρίες’ και όχι στους ‘κυρίους’ της lifestyle δικτατορίας μας.

.

Ο λόγος που πολλές από τις αναρτήσεις μου έχουν «άρωμα γυναίκας» είναι απλά επειδή πιστεύω ακράδαντα πως οι γυναίκες είναι οι πιο ευάλωτοι –αν και πρόθυμοι- παίκτες αυτού του παιχνιδιού. ‘God help you, if you’re an ugly girl, of course too pretty is also your doom, cause everyone harbors a secret hatred for the prettiest girl in the room’. Αυτοί οι στοίχοι εμπερικλείουν όλη, πιστεύω, την αλήθεια της καθημερινότητας πολλών γυναικών, μα γι’ αυτό δεν φταίει εξολοκλήρου η κουλτούρα μας, φταίει και η οικογένεια μας. Τόσες και τόσες μαμάδες προτρέπουν τις όμορφες κόρες τους να προβάλουν την ομορφιά τους, άλλες τόσες προτρέπουν τις κόρες τους να την ‘κατασκευάσουν’, ως το μοναδικό τους εφόδιο σε αυτή τη ζωή, ενώ οι πιο έξυπνες από αυτές τις προτρέπουν να σπουδάσουν, με την κρυφή ελπίδα πως πριν την απόκτηση του πτυχίου, θα έχουν ήδη αποκτήσει σύζυγο. Αλίμονο στις άσχημες, που αν δεν επενδύσουν στην καριέρα τους, τον προσποιούμενο ‘ανδρισμό’ τους και την οικονομική τους εξασφάλιση, τότε πιθανώς θα καταλήξουν κομπάρσοι στις ‘λαμπρές’ ζωές των γύρω.



Σκληρά λόγια; Ίσως, μα και τόσο αληθινά μερικές φορές. Τόσο αληθινά, ώστε να επικροτούμε τις ‘πολυδιάστατες’, όπως λέει η κυρία Καγιά, γυναικείες προσωπικότητες, δίχως να καταλαβαίνουμε πως ουσιαστικά εννοεί τις διχασμένες και εύπλαστες προσωπικότητες. Τόσο αληθινά, ώστε να δεχόμαστε να βλέπουμε, δίχως να επαναστατούμε, την κυρία Καγιά και τους συνεργάτες της να προτρέπουν με εξωφρενική φυσικότητα ήδη σκελετωμένες κοπέλες να κάνουν δίαιτα. Τόσο αληθινά, ώστε να δεχόμαστε ανενόχλητοι την τηλεοπτική παρέλαση εκατοντάδων στάρλετ ή celebrities, οι οποίες δεν έχουν κανένα ταλέντο να επιδείξουν, πέρα από αυτά που τους χάρισε η φύση ή ο πλαστικός τους χειρούργος. Τόσο αληθινά, ώστε να γελάμε με τον εξευτελισμό και τη γελοιοποίηση των λιγότερο όμορφων γυναικών σε απαράδεκτες παραγωγές, όπως το ‘Μια νύφη για το γιο μου’. Θα μου πείτε ‘αυτά υπάρχουν παντού στον κόσμο’. Σίγουρα, μα μόνο στην Ελλάδα τα βλέπουμε με τέτοια συχνότητα και μόνον εδώ τόσες πολλές ‘στάρλετ’ το έχουν κάνει επάγγελμα για ΤΟΣΟ μεγάλο χρονικό διάστημα.



Και επανέρχομαι στην αρχική μου σκέψη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του κάθε ανθρώπου σήμερα είναι να πιστέψει στις δυνάμεις και τις ικανότητες του. Αυτό είναι το μοναδικό του όπλο και η καλύτερη άμυνα του στο χάος των αντικρουόμενων μηνυμάτων που τον σφυροκοπούν. Για να το επιτύχει, θα πρέπει πρώτα να καταλάβει τα πάντα γύρω του και τη θέση του εντός τους. Όταν το καταφέρει –πράγμα δύσκολο, αναμφίβολα- θα καταλάβει αυτόματα και τα όρια του, αλλά και τις προοπτικές του εντός του συνόλου. Η συνειδητοποίηση όμως δεν επιτυγχάνετε μόνον μέσα από τα βιβλία και τα κηρύγματα. Η συνειδητοποίηση είναι αποτέλεσμα προσπάθειας, σκέψης, μα και τύχης, της τύχης να έχεις τους σωστούς ανθρώπους δίπλα σου. Η τσιχλόφουσκα της κουλτούρας μας, έχει και αυτή τη θέση της στη ζωή μας. Τη χρειαζόμαστε για να ξεφεύγουμε, να χαλαρώνουμε που και πού, ίσως και να ανακαλύπτουμε νέα, χρήσιμα, κάποιες φορές πολύτιμα πράγματα για εμάς και τους γύρω. Το θέμα είναι να μην εγκλωβιστούμε στην ευδαιμονία του μηρυκασμού της και να μην αφήσουμε τη γλυκιά, συνθετική της γεύση να δηλητηριάσει τον οργανισμό μας.



Edit:Τι βιντεάκι θα κολλούσε σε αυτή την ανάρτηση άραγε; Δεν μπορούσα να σκεφτώ κανένα καλύτερο και πιο επίκαιρο. Thank you for your patience.


26 Σεπτεμβρίου 2010

Smoking Area: Ο εμίρης και ο κακομοίρης

Καπνίζω όπως τα φουγάρα της βιομηχανικής περιοχής. Όσοι έχουν βρεθεί σε βιομηχανικές περιοχές, καταλαβαίνουν τι εννοώ. Όποιος βρεθεί σε βιομηχανική περιοχή, να τραβήξει και μια φωτογραφία του περιβάλλοντα χώρου, μια και τείνουν να εκλείψουν και αυτές, όπως και κάθε ίχνος ανάπτυξης στην Ελλάδα. Καλά που ήρθαν οι εμίρηδες για να μας σώσουν. Κάθε που τους βλέπω κάτι παθαίνω. Αμύθητα πλούτη, δεκάδες διάδοχοι και άλλες τόσες επίσημες και ανεπίσημες σύζυγοι. Το πρότυπο του «άντρα-πασά» σε όλη του τη γκλαμουριά. Και αυτά τα παγωμένα χαμόγελα στα πρόσωπα των πολιτικών μας! Αυτές οι χειραψίες! Μου φέρνουν στο μυαλό το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μούρ, όπου το μοντάζ μας γεμίζει με έναν καταιγισμό πλάνων από τις εκατοντάδες συναντήσεις μεταξύ της «πρώην» ισχυρής αμερικανικής οικογένειας με τον αραβικό επιχειρηματικό κόσμο, ενώ στο φόντο παίζει δυνατά το ‘Sunny Happy People’ των REM.
Οι σχέσεις της Αμερικής μαζί τους τελικά καλά κρατούν, και ως Αμερικανό-τραφής ο Γιώργος μας, ακολουθεί τα βήματα των πολιτικών του ινδαλμάτων. Βλέπω τα πλάνα και καπνίζω σαν φουγάρο. Αναρωτιέμαι, ως Αγγλό-τραφής που είμαι, αν τα πτυχία μου θα έχουν κάποια βαρύτητα και αν, όταν οι εμίρηδες σώσουν τη χώρα με τις επενδύσεις τους, θα δεχτούν να με προσλάβουν στις επιχειρήσεις τους, μπας και βγω από την προσωπική μου οικονομική κρίση.

Λένε πως οι άνεργοι έχουν φτάσει το 1 εκατομμύριο στην Ελλάδα. Βλέπω τα νούμερα και καπνίζω μανιωδώς, μπας και μουδιάσει το κεφάλι μου. Δεν ξέρω για την υπόλοιπη Ελλάδα, ξέρω όμως πως πέρυσι τέτοια εποχή, οι άνεργοι στην παρέα μου ήταν 2 και τώρα γίναμε 4! Πρέπει λοιπόν να ελαττώσω το κάπνισμα, μια και τώρα πια τα τσιγάρα θα τα παίρνουμε διά 4 και όχι διά 2. Και μια και θεωρούνται «είδη πολυτελείας», θα κόψουμε το φαγητό και θα καπνίζουμε όλοι μανιωδώς, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μας πως απολαμβάνουμε και εμείς λίγη από την πολυτέλεια που υπάρχει σε αφθονία στην καθημερινότητα των επενδυτών μας. Θα καπνίζουμε μανιωδώς, διαβάζοντας τις εφημερίδες και βλέποντας τις ατελείωτες συζητήσεις στα δελτία ειδήσεων, προσπαθώντας να αποφασίσουμε ποιος από τους οικονομικούς αναλυτές θα πέσει μέσα στις προβλέψεις του για το πότε ακριβώς θα βγούμε από την κρίση.

Η ουσία είναι μία: καπνίζω πολύ. Μα δεν είναι το μόνο πράγμα που κάνω «πολύ». Φοβάμαι πολύ, ανησυχώ πολύ, και θλίβομαι ακόμη περισσότερο. Το κράτος προσπαθεί να με σώσει από τον ίδιο μου τον εαυτό, απαγορεύοντας το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους. Μα μένω σε μια χώρα, όπου ο ήλιος λάμπει 6 τουλάχιστον μήνες το χρόνο και όσο ο καιρός κρατάει, τόσο εγώ θα καπνίζω όπου βρεθώ, μπας και κατευνάσω το φόβο μέσα μου. Διότι, πλέον, φοβάμαι. Φοβάμαι πως το κράτος προσπαθεί να με κρατήσει ζωντανή και υγιής, μόνο και μόνο για να εισπράττει τους φόρους μου, να περικόβει τις αμοιβές μου και να αποφεύγει συστηματικά το κόστος της δωρεάν περίθαλψής μου. Και εγώ θα συνεχίσω να καπνίζω, μήπως και το νέφος του καπνού από τα τσιγάρα μου τους πνίξει, πριν προλάβουν να πνίξουν αυτοί εμένα.

15 Σεπτεμβρίου 2010

Φιλοσοφικές και λογοτεχνικές ανησυχίες: eucatastrophe!

Eucatastrophe! Αυτή η μικρή, ασήμαντη λεξούλα είναι επινόηση του Τόλκιν, ενός μεγάλου πανεπιστημιακού καθηγητή γλωσσολογίας και ίσως του μεγαλύτερου μυθοπλάστη ολόκληρης της Δύσης. Δεν χρειάζεται νομίζω να πω πολλά για τον ίδιο, έχει χυθεί ήδη πολύ μελάνι για τα επιτεύγματα και τη μοναδική τεχνική του. Αυτό που εγώ θαυμάζω στον Τολκιν, ως απλή αναγνώστρια, είναι η ικανότητα του να επινοεί πρώτα τις λέξεις και μετά την ιστορία τους. Αυτό όμως που πραγματικά μου αρέσει στον Τόλκιν, ως ερασιτέχνης δημιουργός, είναι η ικανότητα και το πείσμα του, η εσωτερική του ανάγκη, αν θέλετε, να αφοσιωθεί σε κάτι τόσο μεγάλο και πολύπλοκο, όσο η 3λογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, δίχως λεπτό να σκεφτεί τους αναγνώστες του.


Ο Τόλκιν –όπως λένε όσοι έχουν μελετήσει το έργο και τη βιογραφία του- ξεκίνησε να γράφει μόνο και μόνο επειδή δεν έβρισκε τις σωστές ιστορίες να διαβάσει, που θα τον ικανοποιούσαν ως αναγνώστη. Επίσης, εξαιτίας της εκτεταμένης γνώσης του στη γλωσσολογία και κατ’ επέκταση την Άγγλο-σαξονική μυθολογία, γνώριζε πως υπήρχε ήδη ένα κενό στην ιστορία του λαού του, το οποίο θα μπορούσε να γεμίσει, και το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με άλλα λόγια, τα κίνητρα του για να γράψει ήταν καθαρά εσωτερικής φύσης, αφορούσαν αποκλειστικά δικά του ενδιαφέροντα (όπως η γλώσσα, ο μύθος και η ιστορία) και ανάγκες (όπως η ανάγνωση καλών ιστοριών).

Επιπρόσθετα, ο τρόπος που επέλεξε να γράψει τις ιστορίες του επιβεβαιώνει όλα τα παραπάνω: η τριλογία του Άρχοντα είναι χωρισμένη σε βιβλία, τα οποία ακολουθούν την πορεία διαφορετικών χαρακτήρων, χωρίς απαραίτητα να σέβονται τη χρονολογική σειρά των γεγονότων ή την ανάγκη του σύγχρονου αναγνώστη για σασπένς στην πλοκή. Ο Τόλκιν βέβαια δεν έχει ανάγκη δημιουργίας σασπένς στις ιστορίες τους –αν και η πλοκή τους παραμένει συναρπαστική χωρίς πολλά τερτίπια και λογοτεχνικά τεχνάσματα- απλά επειδή έχει με το μέρος του δυο σημαντικά στοιχεία: πρώτον τη δημιουργία συναρπαστικών χαρακτήρων και δεύτερον τη σύλληψη μιας πολύ καλής ιστορίας, την οποία και διηγείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μαγνητίζει τον αναγνώστη.

Αυτή η ανάρτηση όμως δεν έχει ως σκοπό της τον έπαινο και την ανάλυση της λογοτεχνικής ιδιοφυίας του Τόλκιν, αυτό είναι δουλειά των επαγγελματιών της λογοτεχνίας και των καθηγητών του πανεπιστημίου. Εγώ θέλω να μείνω κολλημένη στον όρο που δημιούργησε ο Τόλκιν για να χαρακτηρίσει την κορύφωση της δράσης στην πλοκή των έργων του, αυτή τη μικρή λεξούλα –eucatastrophe- που όμως μέσα της κλείνει τόση μεγάλη ελπίδα! Ο όρος δημιουργήθηκε για να σημάνει τη ξαφνική αλλαγή των γεγονότων σε μια ιστορία, η οποία, κόντρα στο σχεδόν σίγουρο αφανισμό των ηρώων που υπονοεί η έως τότε πλοκή, σηματοδοτεί εν τέλει την αναπάντεχη σωτηρία τους. Το μυστικό και η διαφορά αυτού του όρου, σε σχέση με τον όρο «από μηχανής θεός», είναι ότι η σωτηρία των πρωταγωνιστών δεν έρχεται από ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο, αλλά μέσα από τους ίδιους τους ήρωες και την έως τότε πλοκή του έργου.

Αν φανταστούμε λοιπόν πως για μια στιγμή, όλοι εμείς είμαστε οι μικροί, ασήμαντοι ήρωες των δικών μας καθημερινών μύθων, όπως οι ήρωες του Τόλκιν, και ζούμε το δικό μας προσωπικό δράμα, που όμως, γεωγραφικά τουλάχιστον, μας φέρνει όλους κοντά, μια και ζούμε στην ίδια χώρα, με τα ίδια ερεθίσματα, τα ίδια προβλήματα και λίγο-πολύ τις ίδιες ανησυχίες, μήπως δεν είναι δυνατό –λέω εγώ τώρα- να υπάρξει κάποια στιγμή και για εμάς η δική μας, συλλογική eucatastrophe;

Ξεκινάω αυτό το Φθινόπωρο λοιπόν έτσι, με αυτή την τόσο παράξενη ανάρτηση, διότι θέλω να φέρω την τέχνη πιο κοντά στη ζωή. Μέσα στην απελπισία των ημερών, όπου το μέλλον μας μοιάζει προδιαγεγραμμένο από τα οικονομικά επιτελεία του πλανήτη και η καθημερινότητα μας συχνά τυλίγεται σαν θηλιά γύρω από το λαιμό μας, εμποδίζει την ανάσα μας και στρεβλώνει την κρίση μας, εγώ κρατώ την ουσία της σκέψης ενός μεγάλου καλλιτέχνη και ενός χαρισματικού δασκάλου: ακόμη και ο πιο ασήμαντος άνθρωπος του πλανήτη μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας και ακόμη και στις πιο δύσκολες και ζοφερές στιγμές της ζωής μας υπάρχει ελπίδα.

Δεν θα ευχηθώ λοιπόν καλό Φθινόπωρο, θα πω απλά eucatastrophe στη ζωή όλων μας.

25 Αυγούστου 2010

Welcome to the Jungle of the West!

Α! Καλοκαίρι! Αύγουστος! Έχουν γεμίσει τα μπλόκς και τα Free Press με ειδυλλιακά τοπία, γαλάζιες και βαθύ μπλε εικόνες, έχουν γεμίζει με την έντονη παλέτα της καλοκαιρινής φύσης. Τι ευτυχισμένες μέρες για όσους ακόμη παραθερίζουν και πόσο νοσταλγική είναι η διάθεση όσων επέστρεψαν ήδη! Όλα αυτά αφορούν βέβαια ένα κομμάτι του πληθυσμού της πολύπαθης αυτής χώρας, διότι υπάρχουν και οι άλλοι –ανάμεσα τους και εγώ- που γαντζωθήκαν στο μπετό του μπαλκονιού τους, ως άλλες γοργόνες στην πρύμη πλοίου, και σιγοψήθηκαν, σαν τα αυγά στο καυτό λάδι του πυρωμένου τηγανιού, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια για να τους λυτρώσουν από την παρατεταμένη ανυνδρία του καλοκαιριού.
Το καλό όμως είναι πως έχουμε και εμείς –οι θεματοφύλακες του αστικού μπετόν- ιστορίες να πούμε, απλά δεν είναι τόσο ειδυλλιακές, όσο των υπολοίπων.

Η ζέστη έγινε ο καλύτερος μου φίλος αυτόν τον Αύγουστο. Με ακολουθούσε παντού, και όπως όλοι οι φίλοι, δεν με άφηνε να ολοκληρώσω τίποτα απ’ όσα ξεκινούσα. Την ξόρκισα με όλα τα τεχνητά μέσα που βρήκα στη διάθεση μου, μα με περίμενε κάθε τόσο έξω από την πόρτα μου. Την ίδια στιγμή ο μισός πλανήτης μαστίζονταν από φωτιές και παρατατεμένο καύσωνα, ενώ ο άλλος μισός από καταρρακτώδεις βροχές και πλημμύρες. Το χάος μέσα μας το κληροδοτήσαμε και γύρω μας. Εμείς οι δυτικοί τελικά θα πρέπει να αισθανόμαστε παντοδύναμοι, μια και καταφέραμε να αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά των εποχών και να απορυθμίσουμε τον πλανητικό θερμοστάτη.

Η δουλειά ήταν ο πιο πιστός μου σύντροφος αυτό το καλοκαίρι. Όταν οι πόλεις άρχισαν να αδειάζουν η μία μετά την άλλη, τα πλήκτρα του δικού μου υπολογιστή έπιασαν φωτιά, το μυαλό μου έπρεπε να τρέξει με χίλια και το θεσμοθετημένο οχτάωρο έγινε μακρινό παρελθόν για την καθημερινότητα μου. Στον καιρό του εργασιακού φόβου και της κακοπληρωμένης ανασφάλειας δεν λες ποτέ «όχι» σε όποια δουλειά και αν σου ανατεθεί, ακόμη και αν οι όροι της είναι αντιστρόφως ανάλογοι της αμοιβής της. Άραγε πόσοι έδωσαν τη ζωή τους στη Δύση για να μας εξασφαλίσουν το 8ωρο και τον κατώτατο μισθό και πόσοι άλλοι πλούτισαν και δοξάστηκαν για να τα ροκανίσουν με τη συναίνεση μας; Ποια ομάδα άραγε υπερτερεί αριθμητικά, αν τις βάλουμε δίπλα-δίπλα; Επειδή όλοι ξέρουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, καταλαβαίνει άραγε κανείς μας πόσο στρεβλό και παράλογο είναι να εξυπηρετούμε τα «θέλω» των λίγων και να καταδυναστεύουμε αυτά των πολλών;

Τον τελευταίο καιρό όμως, τώρα που οι εκδρομείς επέστρεψαν και η θερμοκρασία έπεσε αισθητά, ο τρόμος και η απέχθεια είναι οι πιο πιστοί μου συνοδοιπόροι. Λίγες μέρες πριν, μερικούς μόνο δρόμους μακριά από το σπίτι μου, μια 90χρονή κυρία βγήκε –όπως κάθε πρωί- στην αυλή της μονοκατοικίας της για να ποτίσει τις λιγοστές της γλάστρες. Ένας άντρας –γιατί άνθρωπο δεν τον λες, όσο και αν προσπαθήσεις- την ακινητοποίησε, τη λήστεψε και την χτύπησε τόσο άσχημα, ώστε να την στείλει κατ’ ευθείαν στην εντατική. Μερικές εβδομάδες πριν από αυτό το περιστατικό, κάποιος μπήκε δυο φορές στην αυλή του δικού μου σπιτιού και πήρε ότι μπορούσε να κουβαλήσει. Τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση, όχι τόσο εξαιτίας των γεμάτων με τέτοιες ειδήσεις τηλεοπτικών δελτίων που ακούω κάθε μέρα, όσο εξαιτίας των δεκάδων επαιτών που βλέπω στους δρόμους της πόλης, αλλά πλέον και της γειτονιάς μου.
Ο κοινωνικός ιστός της Ελλάδας έχει πια αλλάξει δραματικά και μόνον όσοι τη ζήσαμε πολύ πριν το ΔΝΤ ή το αλόγιστο άνοιγμα των συνόρων μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε πόσο. Θυμάμαι πως ως έφηβη, μετά από τα ξενύχτια στα διάφορα νυχτερινά κέντρα της πόλης, γύριζα τα ξημερώματα σπίτι μου με τα πόδια. Άραγε, τώρα που μεγάλωσα, είμαι το ίδιο θαρραλέα; Θαρραλέα δεν είμαι σίγουρα, μα δεν πολυσυμπαθώ και τον εκφοβισμό και την καταστροφολογία, γι’ αυτό και δεν θα υποκύψω σε αυτόν, ακόμη και αν με φλερτάρει.
Μπορεί να έχασα για βράδια ολόκληρα τον ύπνο μου, μα το πρόβλημα έχει αιτίες και ενόχους, και μια και οι ένοχοι δεν λογοδοτούν ποτέ, πέφτει στις πλάτες μας –για ακόμη μια φορά- η υποχρέωση να το αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Ψηλές, μεταλλικές πόρτες και κάγκελα σε κάθε παράθυρο, τα σπίτια μας μοιάζουν πια με οχυρά και κάθε που κάποιος μας χτυπά του κουδούνι, κρυφοκοιτάμε σιωπηλά τη μορφή του μέσα από τις τραβηγμένες κουρτίνες πριν ανοίξουμε. Κάποιες φορές μάλιστα δεν ανοίγουμε και καθόλου, προσποιούμαστε απλά πως λείπουμε, ενώ το δάκτυλο μας σχηματίζει ήδη το νούμερο της Ασφάλειας στο καντράν του τηλεφώνου. Όσοι δεν εμπιστευόμαστε δε την Αστυνομία, αναλαμβάνουμε αυτόβουλα το ρόλο της, με αεροβόλα, καραμπίνες και συχνές περιπολίες γύρω από το σπίτι μας. Ζούμε σε ένα μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο και δεν το ξέρουμε, δεν το αντιλαμβανόμαστε απλά επειδή τα σπίτια μας δεν έχουν γίνει ακόμη ερείπια και τα δέντρα στάχτη. Μα αυτές είναι Χολιγουντιανές εικόνες καταστροφής, βασισμένες απλά στο συλλογικό υποσυνείδητο της Δύσης, η οποία επιμένει να αυταπατάται πως εάν δεν πέσει και το τελευταίο υλικό σύμβολο της κυριαρχία της, ο νόμος της ζούγκλας δεν θα επικρατήσει. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική, ζούμε ήδη στη ζούγκλα του νέου δυτικού κόσμου, όπου οι τοίχοι του σπιτιού μας είναι η μόνη μας ασφάλεια και συνάμα η αυτοσχέδια φυλακή μας, όπου η οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση εγκυμονεί κινδύνους και οι συνάνθρωποι μας είναι ανταγωνιστές στο στίβο της επιβίωσης- ο θάνατος σου, η ζωή μου!
Δεν χρειαζόμαστε την επιστημονική φαντασία, η αλήθεια μας είναι πιο ζοφερή και τρομαχτική. Δεν χρειαζόμαστε διαστημικά κουστούμια και όπλα με ακτίνες λέιζερ, η πανοπλία της καχυποψίας, του φόβου και των σφιγμένων μυών, κάθε που κάποιος άγνωστος μας πλησιάζει, είναι αρκετή αμφίεση στη Δύση.
Χθες βράδυ, ανάμεσα στους εφιάλτες, βρήκα τη λύση. Σήμερα έβγαλα ένα μεγάλο καλάθι σταφύλια στην αυλή και το άφησα σε εμφανές σημείο, ώστε όποιος πεινάει, δεν έχει παρά να απλώσει το χέρι του μέσα από τα κάγκελα και να πάρει όσα θέλει. Σε αυτό το μετά-Αποκαλυπτικό κόσμο του ανταγωνσιμού για επιβίωση, εγώ απαντώ με ένα καλάθι σταφύλια. Προτιμώ να μοιράζομαι, παρά να ανταγωνίζομαι.

21 Ιουλίου 2010

Περί έρωτος και άλλων δεινών…


Μπορεί να φταίει ο ήλιος του καλοκαιριού, που σαν εστία φωτιάς που δεν λέει να κοπάσει καταμεσής του καταγάλανου, καλοκαιρινού ουρανού, καίει ανενόχλητος την κορυφή του κεφαλιού μου, εισχωρεί μέσα από τις ρίζες των μαλλιών μου και υπερθερμαίνει τον εγκέφαλο μου. Τον ζεσταίνει σε τέτοιο σημείο, που η απαισιοδοξία και η κυνικότητα που κατοικοεδρεύει μέσα του λιώνει και κατρακυλά σαν δροσερό νεράκι στους ώμους και το στέρνο μου, φωλιάζει στο στήθος μου και ξαλαφρώνει τη ψυχή μου. Αυτό πρέπει να φταίει, αλλιώς δεν έχω λόγια να δικαιολογήσω αυτή την ανάρτηση.
Χθες βράδυ πέρασαν οι ώρες δίχως να το καταλάβω. Καθισμένη σε μια άνετη πολυθρόνα, χάζευα τα φωτάκια της πόλης και του βουνού που τρεμοέπαιζαν μπροστά μου, καθώς υποδέχονταν τη σκιά της πρώτης νύχτας. Κουρνιασμένη σε μια γωνιά του μπαλκονιού σου, με μοναδικό φως τη μπλε οθόνη του λαπτοπ, σε άκουγα να μιλάς για τον έρωτα σου. Η ιστορία σου είναι μία, μα οι λέξεις που την πλαισιώνουν είναι χιλιάδες, κάθε μία στεφανωμένη με όλη τη γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Δισταγμός, ευφορία, πάθος, γαλήνη, ευτυχία, αισιοδοξία, ανυπομονησία, αμφιβολία, καχυποψία, ευαισθησία, φόβος, πόνος και θυμός. Τα πέρασες όλα, ένα προς ένα, μα διστάζεις να φτάσεις στα δικά μου συμπεράσματα, διστάζεις να πεις τη λέξη που άνθρωποι σαν εμένα έχουν συνοδοιπόρο τους, τη λέξη απογοήτευση. Και όσο εσύ δεν έλεγες να την ξεστομίσεις, τόσο εγώ έβλεπα στα μάτια σου το εκτυφλωτικό φως του ανθρώπου που μόλις έζησε την πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής του. Τόσο εγώ έβλεπα στο πρόσωπο σου μια ομορφιά και μια λάμψη, που θα την ζήλευαν και τα πιο ακριβοπληρωμένα μοντέλα του πλανήτη. Έβλεπα πάνω σου την αναμφισβήτητη ομορφιά της ερωτευμένης γυναίκας.
Και εκεί, σε εκείνη την πολυθρόνα, με μοναδικό σκηνικό τα αχνά φώτα της πόλης και ηχητικό χαλί τη φωνή σου, θυμήθηκα πως κάποτε σου έμοιαζα πολύ. Κάποτε οι έρωτες είχαν μαγεία μέσα τους και την προοπτική ενός μέλλοντος γεμάτου χαμόγελα και μικρών στιγμών ιδιωτικής ευδαιμονίας. Κάποτε, η κάθε νέα γνωριμία ήταν και ένας νέος, ανεξερεύνητος κόσμος, γεμάτος ανέλπιστα δώρα. Κάποτε, η γυναικεία ομορφιά ήταν απλά ο μανδύας μου για να μαγεύω καρδιές και να μαγεύομαι.
Τώρα, η κάθε γνωριμία μοιάζει πια με έναν ασταμάτητο διάλογο με τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε λέξη μοιάζει χιλιοειπωμένη, φέρνει στο μυαλό μου δεκάδες καταστάσεις και πρόσωπα που πέρασαν και χάθηκαν στο χρόνο. Η κάθε απόφαση δεν μοιάζει πια με παρόρμηση, αλλά με καλά μελετημένη κίνηση. Τώρα πια η γυναικεία ομορφιά υπάρχει ως μάσκα, που την φοράω προς τέρψιν του κοινωνικού και επαγγελματικού περίγυρου, και την πετάω βιαστικά στην καρέκλα του δωματίου μου, μόλις κλείσει πίσω μου η εξώπορτα του σπιτιού μου.
Αυτή είναι η κατάρα της εμπειρίας. Αυτή είναι η κατάρα του χρόνου που κυλά, σε φορτώνει αλήθειες και σε παρασέρνει μαζί του, όσο και να τον παρακαλάς να σε ξεχάσει έστω και για λίγο, όσο και αν του κρύβεσαι. Μα δεν θα σου πω ποτέ πως όλα περνάνε και όλα χάνονται, δεν θα σου πω ποτέ πως σε μερικά χρόνια από τώρα η μαγεία θα χαθεί, δεν έχεις ανάγκη από τέτοια λόγια. Δεν έχεις ανάγκη από τίποτα και από κανέναν. Στα μάτια μου είσαι άτρωτη, ακριβώς γιατί πιστεύεις, ελπίζεις, προσπαθείς. Ευλογημένοι οι ερωτευμένοι στους χαλεπούς καιρούς του κακού και της μιζέριας. Ευλογημένη και εγώ, που βρέθηκα για ένα έστω βράδυ στην παρέα τους.  

30 Ιουνίου 2010

Ο Ήλιος καίει για μας τους straight…

Υπάρχει λόγος που δεν μιλάω. Υπάρχει καλός λόγος που σιωπώ. Δεν είναι οι πολιτικό-οικονομικές εξελίξεις που με θλίβουν, δεν είναι οι άνθρωποι που βλέπω στις πορείες να βροντοφωνάζουν μανιασμένοι για κάτι που κάποιοι υπονόμευαν λίγο-λίγο δεκαετίες τώρα μπροστά στα μάτια μας, δεν είναι καν το ζοφερό μέλλον που σκιαγραφούν για τη χώρα μας κάθε τόσο οι ειδήμονες που με κάνει να σιωπώ. Αυτό που με κάνει να σιωπώ είναι η απόλυτη σαστιμάρα που αισθάνομαι κάθε που ανοίγω την τηλεόραση. Σαστίζω, που ενώ βουλιάζουμε, η ψηφοθηρία, η γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων και ο πόλεμος εντυπώσεων και δηλώσεων συνεχίζεται ακάθεκτος με νέα «καραμέλα» αυτή τη φορά. Όλοι αναγνωρίζουν το μερίδιο ευθύνης τους, μα και όλοι γνωρίζουν τον τρόπο για να μας σώσουν. Το μεγάλο παζάρι της ελπίδας και εμείς ως γνήσιοι καταναλωτές και τζογαδόροι, ψάχνουμε απελπισμένα που θα ποντάρουμε το μοναδικό μας κεφάλαιο, αυτό της εμπιστοσύνης, που πια δεν μας περισσεύει.
Και να σου μέσα στο χαμό και το θωρηκτό-κρουαζερόπλοιο, νά σου και  η εφοπλιστική οικογένεια αγκαλιά με τις μεταμεσονύχτιες βίζιτες της απόλυτης Ξανθιάς στα μουσεία. Κράτος, επιχειρήσεις, πορνεία και ιστορία, πιασμένες χέρι-χέρι σε έναν χορό άσκοπου αισθησιασμού που μας κάνει να χαμογελάμε, ενώ θα έπρεπε να κλαίμε, να σπαράζουμε στο κλάμα. Γίναμε πειραματόζωα της κάθε ξιπασμένης πλούσιας, της κάθε ξεπεσμένης ντίβας, του κάθε βαριεστημένου και μπουχτισμένου καναλάρχη. Ποντάρουν στην απελπισία μας και ως νέοι σωτήρες μας κοιμίζουν με φθηνές συνταγές. «Αυτοί είστε» μας λένε, «δεχτείτε το και διασκεδάστε το». Καλοκαιρινές εκπτώσεις, έτσι τις ονομάζω εγώ, μια και μας τραβάνε πάντα προς τα κάτω, προς τον πάτο της υπομονής και της λογικής μας.
Και οι αποκαλύψεις δεν έχουν τέλος, κάθε μέρα και μια καινούργια. Και να σου τα άρθρα στο τύπο και νά σου οι φωτογραφίες για του λόγου το αληθές. Πόση σιωπή ανεχτήκαμε; Πόση συγκάλυψη και βόλεμα σε αυτή τη χώρα; Και πόσα ακόμη αγνοούμε; Άραγε ποιανού τα συμφέροντα θα θιγούν μετά για να μπορέσουμε επιτέλους να τα μάθουμε;
Καμιά φορά παίρνω τους δρόμους, πιστεύοντας πως αν βρεθώ μέσα στο πλήθος, θα μπορέσω να σφιγομετρήσω επαρκώς το κοινό αίσθημα, θα πάρω απαντήσεις. Στη λαϊκή της γειτονιάς, οι γυναίκες ορμούν με φόρα πάνω στους πάγκους, ψάχνουν αλαφιασμένες από τον κόσμο και τη ζέστη του καλοκαιριού για το προϊόν με την καλύτερη ποιότητα και τη φθηνότερη τιμή. Είμαστε εκπαιδευμένοι στο να βρίσκουμε ποιότητα στη φθήνια. Είμαστε εκπαιδευμένοι να κρύβουμε τη φτώχεια μας, ξετρυπώνοντας τις καλύτερες προσφορές. Αυτό που δεν μάθαμε ακόμη είναι να λέμε την αλήθεια και να δεχόμαστε τις συνέπειες.
«Ποια κρίση και βλακείες, τα μαγαζιά είναι γεμάτα από κόσμο», μου λέει μια φίλη. Ναι, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τα άδεια βλέμματα επιζητούν κάτι αληθινό, κάτι καθημερινό για να ξαποστάσουν πάνω του και να ξορκίσουν τις τηλεοπτικές εικόνες. «Ομορφαίνεις», μου λένε οι φίλοι. Ναι, είναι που το βλέμμα και το μυαλό μου έχουν παγώσει, σαν αυτά που βλέπεις στις φωτογραφίες των περιοδικών, και μένω πια αναλλοίωτη στο χρόνο. Όταν το μυαλό σου πάψει να λειτουργεί, το δέρμα σου λάμπει, αυτή είναι η αλήθεια. Μια αλήθεια που την διδαχθήκαμε από μικρά παιδιά, βλέποντας ασταμάτητα τηλεόραση και διαβάζοντας τα lifestyle περιοδικά του κ. Κωστόπουλου.

13 Ιουνίου 2010

Καλοκαιρινή Βιβλίο-πρόταση με φαντασία

Η Μάγκι Στίφβατερ είναι Αμερικανίδα συγγραφέας βιβλίων φαντασίας. Ανακάλυψα το 3o της βιβλίο πριν μεταφραστεί στα ελληνικά και θυμάμαι ότι αφού το διάβασα (μέσα σε 2 μόνο μέρες) σκέφτηκα ότι η λογοτεχνία του φανταστικού για εφήβους βρήκε τη νέα Stephenie Meyer της.
Πολύ κοντά στα πρότυπα του πολυδιαβασμένου Twilight, αλλά και τόσο διαφορετικό. Όπως και το Twilight, έτσι και αυτό, στην καρδιά της υπόθεσης του έχει τον αδιέξοδο έρωτα 2 εφήβων, εκ των οποίων ο ένας δεν είναι απλός θνητός. Όπως και στο Twilight, και σε αυτή την ιστορία έχουμε να κάνουμε με προβληματικές οικογένειες, κινδύνους και ανυπέρβλητα εμπόδια που θα πρέπει οι πρωταγωνιστές να ξεπεράσουν για να παραμείνουν μαζί. Όπως και στο Twilight, έτσι και εδώ η γραφή είναι σε πρώτο πρόσωπο, όμως την αφήγηση δεν την μονοπωλεί μόνον ένας χαρακτήρας. Η αφήγηση γίνεται με μικρά κεφάλαια στα οποία εναλλάσσονται οι φωνές των δύο ηρώων, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη την ευκαιρία να τους γνωρίσει καλύτερα, δίχως την αναγκαστική θεοποίηση του ενός από τον άλλον, που τόσο επίμονα λάνσαρε η Meyer στα βιβλία της. Επιπρόσθετα, αντίθετα με το Twilight, οι ήρωες αυτής της ιστορίας δεν δεσμεύονται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της συγγραφέα, και η σχέση που αναπτύσσουν είναι πολύ πιο αληθοφανής και συνεπώς πιο κοντά σε αυτές που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι σύγχρονοι έφηβοι.
Τέλος, οι δύο έφηβοι αυτής της ιστορίας, σε αντίθεση με αυτούς του Twilight, βιώνουν όλες τις συνέπειες των καταστάσεων που έχουν στιγματίσει την έως τώρα ζωή τους. Η ανυπαρξία της οικογενειακής θαλπωρής ή η γονική απόρριψη ή και βία δεν είναι έννοιες αφηρημένες , που υπάρχουν απλώς εκεί για να εξυπηρετούν την πλοκή. Αντιθέτως, είναι προβλήματα που κυριολεκτικά στοιχειώνουν την προσωπικότητα των δύο αυτών παιδιών, όπως και κάθε εφήβου.
Πριν βιαστείτε λοιπόν να προσπεράσετε αυτό το βιβλίο, ως μια ακόμη αντιγραφή του Twilight, και αν σας αρέσει η λογοτεχνία του φανταστικού για εφήβους, καλά θα ήταν να του δώσετε μια ευκαιρία.
Για την ιστορία και μόνο αναφέρω ότι το Ρίγος έχει μεταφραστεί σε 26 γλώσσες και έχει παραμείνει για είκοσι μία εβδομάδες στα ευπώλητα των New York Times.
Επιπρόσθετα έχει κερδίσει τα παρακάτω βραβεία:
ALA 2010 Best Books for Young Adults
ALA/YALSA 2010 Quick Pick for Reluctant Readers
Publishers Weekly Best Books of 2009
Amazon’s Top Ten Books of 2009 for Teens
Border’s Original Voices Pick
Junior Library Guild Selection

Η συνέχεια του, με τίτλο Linger κυκλοφορεί στην Αμερική στις 22 Ιουλίου.

10 Ιουνίου 2010

Μαθήματα τηλεόρασης: The Edward R. Murrow's speech


 Επίκαιρος. Ουσιώδης. Ξεκάθαρος, μας υπενθυμίζει κάτι που τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια έχουν ξεχάσει: ότι υπάρχουν ηθικές υποχρεώσεις σε αυτούς που επιλέγουν, καθορίζουν και παράγουν τηλεοπτικά προγράμματα. Το πιο ισχυρό μέσο στον πλανήτη, η τηλεόραση, βιώνει τη χειρότερη ίσως παρακμή του.
Τα παρακάτω λόγια ίσως να μας θυμίσουν όσα έχουμε ξεχάσει να απαιτούμε από την ελληνική τηλεόραση του σήμερα.

 



Αφιερωμένο στους παραγωγούς ειδήσεων, μεσημεριανάδικων, και κάθε είδους reality της ελληνικής τηλεόρασης.

4 Ιουνίου 2010

Της (προσωπικής μας) συμφιλίωσης

Όταν φυσά απαλό αεράκι και το παράθυρο είναι ανοιχτό, πάντα μαγνητίζομαι από τις κουρτίνες του δωματίου μου. Μοιάζουν με επιδέξιους χορευτές, πότε πηδάνε με χάρη στον αέρα και πότε τεντώνονται, συστρέφονται και κουλουριάζονται, σαν σώματα φτιαγμένα από λάστιχο. Η πολυκατοικία έξω από το παράθυρο μου παραμένει σιωπηλή, λες και οι ένοικοι της να την έχουν εγκαταλείψει να ψήνετε μόνη στον καλοκαιρινό ήλιο και αυτοί να έχουν μετοικίσει σε άλλα μέρη, πιο δροσερά.
Θυμάμαι την απογοήτευση μου όταν χτίστηκε αυτό το τσιμεντένιο τέρας τόσο κοντά μου. Θυμάμαι που παρακολουθούσα τις εργασίες από το μπαλκόνι και η ψυχή μου μάτωνε, βλέποντας το πρόσωπο της γειτονιάς μου να αλλάζει και τη θέα του βουνού να χάνετε πίσω από τα σίδερα και το μπετόν. Την είχα μισήσει από την πρώτη κιόλας μέρα ζωής της, πριν καλά-καλά μετακομίσει κόσμος εντός της.
Η παρουσία της σήμαινε απλά το τέλος μιας εποχής, της εποχής των παιδικών μου χρόνων, όταν σκαρφάλωνα στη μάντρα του σπιτιού, που κάποτε έστεκε στη θέση της, και έκλεβα τζάνερα από τα δέντρα της αυλής που κρύβονταν από πίσω. Μόλις άρχισαν να μετακομίζουν και οι πρώτοι ένοικοι εντός της, συνειδητοποίησα πως έχασα ακόμη ένα πολύτιμο αγαθό, αυτό της ησυχίας.
Για χρόνια έστεκε βουβή η γειτονιά μου, μια και τα παιδιά που κάποτε έπαιζαν στους δρόμους της, τώρα πια ήταν μεγάλα, με δική τους δουλειά ή και δική τους οικογένεια. Απολάμβανα τόσο αυτή την ησυχία θυμάμαι, ήταν το καμάρι μου και όταν με επισκέπτονταν εδώ άτομα που έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή στο κέντρο της πόλης, σχολίαζαν εκστασιασμένοι την ησυχία της και εγώ φούσκωνα από υπερηφάνεια για την τύχη μου.
Ναι, τότε ένιωθα τυχερή, μα τελικά όλα είναι σχετικά σε αυτή τη ζωή. Όλα είναι σχετικά, γιατί όταν ήρθε το καλοκαίρι της απόλυτης μοναξιάς, τότε μόνον κατάλαβα πόσο τυχερή είμαι που η γειτονιά μου δεν είναι πια ήσυχη. Όταν το σπίτι άδειασε από φωνές και ανθρώπους, τότε μόνον κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να αφήνεις το παράθυρο σου ανοιχτό το βράδυ και να ακούς τους ψίθυρους, τις κουβέντες και τα γέλια των γειτόνων σου, που απολαμβάνουν τη νυχτερινή δροσιά, καθισμένοι στα μπαλκόνια τους. Τότε μόνον κατάλαβα πόσο καθησυχαστικό είναι να ξέρεις πως, καθώς η σιωπή της νύχτας απλώνεται πάνω από την πόλη, απέναντι σου υπάρχουν δεκάδες ζευγάρια μάτια που σε προστατεύουν με το βλέμμα τους και πιστεύουν πως και εσύ θα κάνεις το ίδιο γι’ αυτά, αν ποτέ χρειαστεί.

Ίσως τελικά η ησυχία να είναι υπερτιμημένη. Ίσως τελικά μαζί με την ωρίμανση, να έρχεται και η συμφιλίωση. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά που να βγήκα από το σπίτι μου και να μην εισέπραξα μία «καλημέρα» ή ένα ζεστό νεύμα. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά που να μην πέρασα πεζή έξω από την πιλοτή του τσιμεντένιου τέρατος και να μην χαμογέλασα, ακούγοντας τις τσιρίδες και τα γέλια των μικρών παιδιών, που τώρα πια παίζουν εντός της. Αυτό το δυνατό, παρατεταμένο τους γέλιο, το γεμάτο ζωή και ενθουσιασμό, είναι το σημείο αναφοράς μου, όταν θέλω να θυμηθώ για μια στιγμή την ανεμελιά των παιδικών μου χρόνων. Και αν θέλω να δω καμιά φορά το βουνό, ανεβαίνω στην ταράτσα μου. Μόνο μερικά παραπάνω σκαλιά με χωρίζουν τώρα πια από τα «θέλω» μου, θα τα σκαρφαλώσω δίχως γκρίνια και αγκομαχητά αγανάκτησης. Ναι, η γειτονιά μου άλλαξε πρόσωπο. Το ίδιο και εγώ.

31 Μαΐου 2010

Πιάσε ένα τσιγάρο, γιατί συγχύστηκα!


Παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος σήμερα. 4 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο, λένε οι στατιστικές. Και να ήταν μόνο αυτό! Πέρα από τις βλάβες στον οργανισμό μας, στην Ελλάδα βλάπτουμε σοβαρά και την τσέπη μας καπνίζοντας. Από την άλλη, αν βάλουμε στην εξίσωση και τα χημικά που εισπνέουμε μέσω της αναπνοής ή αυτά που καταναλώνουμε, μέσω του φαγητού και του νερού, τότε είμαστε και επισήμως κινούμενες χημικές βιομηχανίες. Υπογράφουμε κοινώς το πιστοποιητικό θανάτου μας, κάθε πρωί που ξυπνάμε.
Από 1η Σεπτεμβρίου 2010, το κάπνισμα απαγορεύεται και σε όλους τους χώρους διασκέδασης και εστίασης. Όμορφα. Με βλέπω με «βραχιολάκια» από το Φθινόπωρο. Πιθανώς να την γλυτώσω, αν κλειστώ σπίτι μου, αλλά ενδέχεται να το απαγορεύσουν και εκεί μέσα. Πάντα με γοήτευαν οι άντρες που φοράνε στολή, καιρός να τους γνωρίσω και από κοντά, μια και οι καπνιστές που δεν συμμορφώνονται, θα καταγγέλλονται. Πολύ κακή συνήθεια το κάπνισμα, τελικά. Και να ήταν η μόνη! Μπορώ να σκεφτώ τουλάχιστον 10 κακές συνήθειες που με ωθούν στο κάπνισμα, όπως: η μοναξιά, τα νεύρα, το άγχος, τα ψέματα, ο εγωισμός, η απανθρωπιά, τα συμφέροντα, η απάτη, οι ασυνείδητοι, οι φαφλατάδες, οι νταήδες, οι διαχωρισμοί, η διχόνοια, η αδιαφορία, οι εμμονές…ούπς! Σαν να ξεπέρασα τις δέκα. Κανένας νόμος να απαγορεύει όλα τα παραπάνω θα ψηφιστεί; Τι; Ε, λέω να συνεχίσω το κάπνισμα για λίγο ακόμη τότε.