22 Απριλίου 2013

Γιατί ο «Μύθος», της Βίβιαν Φόρτη, δεν είναι το νέο Twilight.


Πρόσφατα διάβασα το «Μύθο», μετά από προτροπή φίλης, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ. Αφού το τελείωσα, για να έχω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη του έργου, έκανα αυτό που κάθε οπαδός του είδους θα πρέπει να κάνει: έψαξα συνεντεύξεις, κριτικές και το προσωπικό blog της συγγραφέως. Αυτό που με ξένισε αρχικά ήταν οι πυκνές αναφορές των λογοτεχνικών κριτικών πως το εν λόγω βιβλίο είναι μοναδικό, το πρώτο ή από τα λίγα του είδους στην εγχώρια λογοτεχνία του φανταστικού. Εξ’ αρχής, τέτοιες κριτικές πρέπει να προσπερνιόνται, δίχως καν να διαβαστούν, διότι, δηλώσεις σαν τις παραπάνω, καταμαρτυρούν την άγνοια των εν λόγω κριτικών σε ότι αφορά τον πλούτο μικρών και μεγάλων διηγημάτων, ιστοριών και μυθιστορημάτων που κυκλοφορούν από έλληνες συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού στη χώρα μας (επαγγελματιών και μη, δες www.sff.gr).  Στην Ελλάδα, όμως, είσαι ότι δηλώσεις και οι κριτικές βιβλίων –πλέον- είναι περισσότερο κομμάτι των δημοσίων σχέσεων ενός οίκου ή ενός συγγραφέα, παρά εμπεριστατωμένες απόψεις ανθρώπων που –τουλάχιστον- έχουν μια σφαιρική –έστω- γνώση του λογοτεχνικού χώρου τα έργα του οποίου αξιολογούν.
Δεν είναι, βέβαια, αυτός ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ με το εν λόγω βιβλίο. Ο λόγος είναι κάποια από τα σχόλια αναγνωστών που διάβασα αναρτημένα στο site του εκδοτικού οίκου -στο οποίο διαφημίζεται το παραπάνω βιβλίο- στα οποία τονίζονται οι ομοιότητες της ιστορίας του «Μύθου» με το Twilight, της Stephenie Meyer. Αν και η αίσθηση Déjà vu είναι απολύτως δικαιολογημένη από μερίδα αναγνωστών του «Μύθου», παρόλα αυτά, προσωπικά πιστεύω πως ο «Μύθος» δεν θα μπορούσε –σε καμιά περίπτωση- να θεωρηθεί το νέο Twilight για λόγους που θα αναλύσω παρακάτω.
Η Meyer, απόφοιτη Αγγλικής Φιλολογίας, εμπνεύστηκε την ιστορία της μέσα από ένα όνειρο. Σε καμία συνέντευξη της δεν παραδέχεται πως είναι οπαδός της γοτθικής λογοτεχνίας ή της λογοτεχνίας του φανταστικού, χώροι από τους οποίους θα μπορούσε να εμπνευστεί το θέμα του βιβλίου της, παρόλα αυτά, η γραφή της και η κατάργηση κάποιων ‘κανόνων’ σε ότι αφορά τα φανταστικά πλάσματα της γοτθικής λογοτεχνίας (π.χ. βρικόλακες που δεν καίγονται στον ήλιο)  δείχνουν πως γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ όσα παραδέχεται για το εν λόγω λογοτεχνικό είδος (βρικόλακες που περπατούν τη μέρα βλέπουμε και στις ιστορίες του κατά πολύ προγενέστερου της Christopher Pike).
Η Βίβιαν Φόρτη, απόφοιτή Γαλλικής Φιλολογίας, εμπνεύστηκε την ιστορία της σε μια εκδρομή-επίσκεψη σε ένα από τα πολλά σημεία –πλούσια σε αρχαιοελληνικούς μύθους- που υπάρχουν στη χώρα μας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η μυθολογία μας είναι η ‘μαμά’ όλων των μυθολογιών, πλούσια σε έρωτες και ενώσεις μεταξύ θεών/αθανάτων  και θνητών, από την οποία, όμως, δανείζονται και αναπαράγουν στοιχεία πολλές μυθολογίες ανά τον κόσμο, είτε αρχαίες είτε σύγχρονες. Κατά αυτή την άποψη, η επιλογή της Β. Φόρτη να χρησιμοποιήσει ως αφετηρία της ιστορίας της την αρχή όλων των μύθων και μάλιστα μύθων οικείων προς το ελληνικό κοινό, λειτουργεί σίγουρα υπέρ της. Η ιδέα είναι σαφώς πιο πρωτότυπη από αυτή της Meyer, η οποία κινείται στα ήδη καθορισμένα και με μακρά ιστορία όρια της γοτθικής λογοτεχνίας του φανταστικού.
Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ακριβοδίκαιοι, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στη Meyer μία –έστω- πρωτιά, η οποία λειτούργησε σαφώς υπέρ και της Φόρτη: την ανακάλυψη ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού, εφηβικής κυρίως ηλικίας, που διψά για ιστορίες έρωτα με υπερφυσικά στοιχεία. Είτε μας αρέσει είτε όχι, το βιβλίο της Meyer ‘γέννησε’ μια στρατιά από αναγνώστες, είτε γιατί ήδη προϋπήρχε και δεν μπορούσε να εκφραστεί είτε γιατί ‘παρασύρθηκε’ από αυτό που διάβασε. Πλέον, το είδος της εφηβικής, αισθηματικής  λογοτεχνίας του φανταστικού σαρώνει σε όλο τον κόσμο εξαιτίας της, πράγμα που δεν είχαν καταφέρει να κάνουν συγγραφείς όπως η L.J. Smith πολύ νωρίτερα. Όπως είναι λογικό, για να επιχειρήσουμε να δικαιολογήσουμε την επιτυχία της Meyer έναντι προγενέστερων συγγραφέων, που ασχολήθηκαν με παρόμοια θέματα, θα πρέπει να εξετάσουμε δύο παραμέτρους: η πρώτη είναι η κουλτούρα και η χρονική στιγμή στην οποία εμφανίστηκε το βιβλίο της (από πολιτισμική-κοινωνιολογική σκοπιά) και η δεύτερη είναι η ίδια η ιστορία και οι χαρακτήρες του βιβλίου. Εδώ, θα επικεντρωθούμε –αναγκαστικά- στο δεύτερο, γιατί το πρώτο απαιτεί πολύ έρευνα και χώρο για ανάλυση.
Η ιστορία της Meyer επικεντρώνεται στη γνωριμία και τον έρωτα που αναπτύσσεται μεταξύ μίας θνητής, έφηβης κοπέλας, της Μπέλλα, και ενός αθανάτου βρικόλακα, του Έντουαρντ. Ομοίως, η ιστορία της Φόρτη αφορά μια θνητή, νέα κοπέλα, τη Δάφνη, και έναν αθάνατο θεό του Ολύμπου, τον Φοίβο ή Απόλλωνα. Στην περίπτωση της Μπέλλα, έχουμε να κάνουμε με μια μοναχική έφηβη, από διαλυμένη οικογένεια, με χαμηλή αυτοπεποίθηση, η οποία μετακομίζει σε μια άγνωστη για εκείνη πόλη, ώστε να ζήσει με τον πατέρα της, τον οποίον έβλεπε έως τότε σπανίως, λόγω του διαζυγίου των γονιών της. Αντιθέτως, η Δάφνη είναι μια θνητή νέα, με υπερβολικά μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητες της, πολύ περήφανη για τη μόρφωση της (όλα σχεδόν τα αποφθέγματα της είναι είτε στα αρχαία ελληνικά είτε στίχοι ποιημάτων του Καβάφη και του Ελύτη!), υπερβολικά οξυδερκής και δυναμική για την ηλικία της, με μια υγιής άποψη για την εξωτερική της εμφάνιση και απόλυτα προσκολλημένη στις απόψεις και ιδέες της οικογένεια της (η περίοδος της αμφισβήτησης που φέρνει η εφηβεία, προφανώς, έχει ξεχαστεί) που, όμως –παραδόξως- δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνική.
Κατά τα’ άλλα, και οι δύο ηρωίδες βρίσκονται σε ‘ξένους’ τόπους και πρέπει να προσαρμοστούν στη νέα τους πραγματικότητα. Και οι δύο ηρωίδες είναι νέες και άπειρες.  Οι αποφάσεις της Μπελλα, όμως, οι αμφιβολίες και οι φόβοι της, η αμφιταλάντευση της μεταξύ της  ασφάλειας και της περιπέτειας αναλύεται και ξετυλίγεται λεπτομερώς μέσα σε 4 βιβλία. Αντιθέτως, η Δάφνη συμπεριφέρεται σαν ‘έτοιμη από καιρό’ για τη μεγάλη περιπέτεια, ενεργεί με απόλυτη σιγουριά και είναι επιθετική, απαιτητική και βάζει όρια στο φλερτ της με τον Φοίβο, μέχρι αυτός να της αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Όπως και η Μπέλλα, δηλώνει αθεράπευτα ερωτευμένη με έναν αθάνατο άντρα, αλλά , σε αντίθεση με πολλές άλλες παρόμοιες λογοτεχνικές ηρωίδες (π.χ. Μπέλλα), αυτό που δείχνει να προέχει για εκείνη είναι κυρίως η αξιοπρέπεια της και λιγότερο ο έρωτας. Η Δάφνη δεν είναι παρορμητική, δεν εξωτερικεύει –ούτε καν στις κολλητές της- τα αισθήματα της, είναι απόλυτα εγκρατής μέχρι να σιγουρευτεί για το Φοίβο, δεν τον βλέπει στα όνειρα της και προτιμά να το ξεπεράσει, παρά να μπλέξει μαζί του, όταν αντιλαμβάνεται πως κάτι της κρύβει.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Φόρτη προσπάθησε να φτιάξει μια πιο δυναμική, πιο ‘επιθετική’ ηρωίδα ρομαντικής ιστορίας -σαν αυτές στα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστιν- πράγμα που ‘σπάει’ το λογοτεχνικό καλούπι που υπάρχει σήμερα, που θέλει τις ηρωίδες αυτών των ιστοριών πιο μπερδεμένες συναισθηματικά και ανυπεράσπιστές. Αυτή την εκδοχή  θα μπορούσα να την δεχτώ και να την επικροτήσω, αν η Δάφνη δεν ήταν μόλις 19 χρονών, υπερβολικά προσκολλημένη στο μπαμπά, τη μαμά και τα αδέρφια της και τόσο άπειρη συναισθηματικά και ερωτικά. Με άλλα λόγια, η Δάφνη είναι μια 19χρονή κοπέλα, που όμως, σκέφτεται, μιλά και ενεργεί σαν μια –τουλάχιστον- 30χρονη γυναίκα. Σίγουρα, τέτοιες γυναίκες υπάρχουν γύρω μας, όμως, στα πλαίσια της ιστορίας του «Μύθου», η μικρούλα, άπειρη, αντικοινωνική και ολίγον τι μαμμόθρεπτη, Δάφνη δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια ωριμότητα εξαιτίας –και μόνον- της παιδείας της. Δυστυχώς, η προσωπικότητα της Μπέλλα, όσο εκνευριστική και επαναλαμβανόμενη και αν είναι σε πολλά σημεία και των 4 βιβλίων, είναι πολύ πιο ρεαλιστική και τυπική της εφηβικής ψυχολογίας, από αυτή της Δάφνης. Ακριβώς επειδή η αυτοπεποίθηση της Δάφνης και η πίστη στη δύναμη-εξυπνάδα του μυαλού της είναι τόσο προβεβλημένη μέσα στο βιβλίο, δυσκολεύτηκα αρκετά να την δω ως μια απλή, 19χρονη φοιτήτρια. Για μένα, η Δάφνη είναι μια ώριμη γυναίκα, φυλακισμένη ‘με το ζόρι’ στο κορμί και τις συνήθειες μιας 19χρονής φοιτήτριας, μια αντίθεση που περισσότερο με απωθεί, παρά με τραβά, ως αναγνώστρια, δεδομένου ότι προσδίδει μια αίσθηση διχασμένης προσωπικότητας στην ηρωίδα.
Παρόμοια είναι και τα θέματα που προκύπτουν ως προς την ανάπτυξη του υπερφυσικού χαρακτήρα του μυθιστορήματος, του Φοίβου. Όπως και ο Έντουαρντ στο βιβλίο της Meyer, ο Φοίβος είναι ευγενικός, ιππότης, προστατευτικός και τρυφερός, αλλά και πιο  μεγάλος ηλικιακά, πιο πεπειραμένος και πιο σοφός από τη Δάφνη. Είναι, επίσης, πιο δυνατός σωματικά και ικανός πολεμιστής, δεδομένης της θεϊκής, αθάνατης υπόστασης του. Οι ομοιότητες, όμως, σταματούν εκεί.
Ο Φοίβος αποκαλύπτει πολύ λίγα στοιχεία του παρελθόντος και του χαρακτήρα του στη Δάφνη, με το πρόσχημα ότι έτσι μόνο την προστατεύει. Οι υπερφυσικές του δυνάμεις, πέρα από το να μαντεύει τις σκέψεις των άλλων και το μέλλον, αποσιωπούνται συστηματικά εντός της αφήγησης, με εξαίρεση τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου. Όλη του η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από σύντομες σκηνές, που μοιάζουν με στιγμιότυπα, μεταξύ του εαυτού του και των λοιπών θεών του Ολύμπου, καθώς και τις ατελείωτες ερωτήσεις της Δάφνης, σε μια προσπάθεια, όχι τόσο να τον γνωρίσει καλύτερα, όσο να λύσει τους γρίφους όλων των μύθων της αρχαίας Ελλάδας και να βρει την απάντηση στο ερώτημα της αθανασίας. Αν και ως αφηγηματική τεχνική παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, με τις πληροφορίες που μας δίνει για τη γέννηση και ερμηνεία πολλών εκ των μύθων, παρόλα αυτά δεν προσθέτει υπόσταση και ουσία, σάρκα και οστά στο αντικείμενο του πόθου της Δάφνης, μια και μαθαίνουμε πολύ περισσότερα για την οικογένεια του και την ιστορία της, παρά για τον ίδιο.
Αντιθέτως, ο ήρωας της Meyer, από την πρώτη κιόλας στιγμή δεν κρύβει τη δυνατή, υπερφυσική και επικίνδυνη φύση του, σε κάποια σημεία μάλιστα υπερηφανεύεται για αυτή και ας είναι η αιτία του πόνου και της απέχθειας του προς τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσα από την ιστορία του και τη σχέση του με τα μέλη της οικογένειας του αποκαλύπτει κυρίως το χαρακτήρα και τα συναισθήματα του, εξηγεί τις επιλογές και τη στάση ζωής που επέλεξε ο ίδιος και όχι τη γενικότερη ιστορία και συνήθειες των βρικολάκων από την αρχή του χρόνου. Με άλλα λόγια, η προσωπικότητα του Έντουαρντ είναι συγκεκριμένη, διαφορετική και μοναδική και ας ανήκει σε μια πολύ συγκεκριμένη  –λογοτεχνικά τουλάχιστον- ομάδα μυθικών όντων. Σε αντίθεση με το Φοίβο, η φύση του αθανάτου δεν τον καθορίζει απόλυτα, δεν του προσδίδει όλες του τις δυνάμεις  (μαντική, ευαισθησία, καλλιτεχνική φύση κτλ) αλλά αποτελεί, απλά ένα κομμάτι του χαρακτήρα του. Αυτή και μόνο η διαφορά στο τρόπο παρουσίασης του ήρωα, κάνει τον Έντουαρντ πολύ πιο ‘ζωντανό’ χαρακτήρα στο χαρτί, απ’ ότι το Φοίβο. Δυστυχώς, πέρα από την ομορφιά, την ευγένεια, την υπερ-προστατευτικότητα και το χρέος του προς την θεϊκή του ταυτότητα και οικογένεια, ο Φοίβος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άντρας που αγαπά η Δάφνη, ένα άδειο κοινώς δοχείο για να συγκρατεί εντός του τα όνειρα, τα συναισθήματα και τη μελλοντική πορεία της ηρωίδας μας.
Κατά τ’ άλλα, η δομή των δύο βιβλίων φαίνεται να ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία: η θνητή ζει μια πολύ ήσυχη και μοναχική ζωή μέχρι που μαγεύεται από τον αθάνατο, ο αθάνατος βλέπει κάτι το ξεχωριστό στη θνητή, που κανείς άλλος δεν εντοπίζει εύκολα, και οι δύο προσπαθούν να αποφύγουν την ερωτική έλξη, διάφορες  καταστάσεις, όμως, τους φέρνουν ξανά κοντά και αναγκάζονται να αποδεχτούν και να ομολογήσουν των έρωτα τους. Μεγάλο κομμάτι της αφήγησης επικεντρώνεται στη γνωριμία τους, καθώς ο ένας μαθαίνει τον άλλο (αν και στη περίπτωση του Μύθου, οι πληροφορίες για τον Φοίβο δίνονται με το σταγονόμετρο και αργούμε πολύ να τον καταλάβουμε ως χαρακτήρα). Η ειδυλλιακή ηρεμία του νέου ζευγαριού αναστατώνεται πότε από πρακτικά θέματα (π.χ. τι θα πούμε στους γύρω και στους γονείς μας) και πότε από υπερφυσικά εμπόδια (βρικόλακες, λυκάνθρωπούς και Τιτάνες). Γάμοι, παιδιά και τα σχετικά –ότι, δηλαδή, ολοκληρώνει έναν έρωτα- φέρνουν μαζί τους εμπόδια, δυσκολίες και κινδύνους που οι δύο εραστές πρέπει να υπερνικήσουν. Στο τέλος, η αγάπη τους θριαμβεύει και βρίσκουν και συμμάχους (κυρίως τις οικογένειες τους και τους φίλους που αποκτούν). Υπό αυτή την έννοια, αν αφήσουμε εσκεμμένα στην άκρη τις μικροδιαφορές σε επίπεδο μυθολογίας, διαλόγων και μεμονωμένων περιστατικών, όντως, ο «Μύθος» θα μπορούσε να θεωρηθεί από κάποιους το νέο, ελληνικό Twilight (τριλογία το ένα, τετραλογία το άλλο, τα sequels είναι της μόδας). Δυστυχώς, όμως, λόγω της μικρής του έκτασης και του τρόπου με τον οποίον ξετυλίγονται οι χαρακτήρες και οι μεταξύ τους σχέσεις, ο «Μύθος» υστερεί σημαντικά σε βάθος και ουσία απ’ το Twilight της Meyer.
Η Φόρτη αδυνατεί να δώσει μέσα από το πρώτο της βιβλίο το χώρο και το χρόνο που χρειάζονται δύο τόσο διαφορετικά πλάσματα για να ερωτευτούν τόσο βαθιά και αφήνει υπερβολικά πολλά κενά, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε ότι αφορά την αφήγηση της γύρω από τα υπερφυσικά στοιχεία της ιστορίας της. Δεν είναι μόνον η Δάφνη που ψάχνει για την αλήθεια πίσω από τους θεούς και τους μύθους, είμαστε και εμείς οι ίδιοι, οι αναγνώστες της, που πρέπει να μαντεύουμε τι, ποιος, που και γιατί μέσα από τα σύντομα και αόριστα στιγμιότυπα που μας προσφέρει εκτός της αφήγησης Δάφνης-Φοίβου. Μια τεχνική που θα μπορούσε να δημιουργήσει σασπένς, αν η συγγραφέας είχε κάνει τον κόπο, έστω εισαγωγικά, να μας πει λίγα πράγματα για τα πρόσωπα, την παρούσα κατάσταση και τα προβλήματα των θεών που μας παρουσιάζει, έστω και μέσα από τα μάτια του Φοίβου.


3 Μαρτίου 2013

Μαθηματικές εξισώσεις…


Δύσκολο πολύ να συντάξεις κείμενο μετά από τόση συγγραφική απραξία. Είναι μια ιδιότυπη, προσωπική ήττα η επιστροφή στη συγγραφή για εμένα. Είναι μία περίτρανη απόδειξη πως οι ήχοι απέτυχαν, οι πράξεις έπεσαν στο κενό και οι σκέψεις, τα σχέδια, οι προσπάθειες βρήκαν τοίχο και οπισθοχώρησαν.
Αν υπάρχει κάτι που με χαρακτηρίζει αυτό είναι η προσπάθεια. Προσπαθώ τόσο πολύ για όσα με ενδιαφέρουν, που κοντράρω το σύμπαν ολόκληρο, δεν το αφήνω να ‘αναπνεύσει’ και να ‘συνωμοτήσει’ υπέρ μου. Και αν οι μανιακές, επίμονες, εξοντωτικές προσπάθειες μου κουράζουν και μπλοκάρουν τόσο το σύμπαν, φανταστείτε λίγο τι μπορεί να δημιουργούν στους ανθρώπους γύρω μου! Στους κακόμοιρους ανθρώπους, που ούτε τόσο δυνατοί, ούτε τόσο σοφοί, ούτε και τόσο συντονισμένοι και πειθαρχημένοι είναι, όσο το σύμπαν!
Άλλη μια κλασική περίπτωση, λοιπόν, ανθρώπου που πιστεύει πως κάνει το σωστό, μέχρι να ανακαλύψει ότι η ανάγκη του να κάνει το σωστό, εν τέλει δημιουργεί απόλυτο χάος σε αυτούς που προσπαθεί να ευεργετήσει. Υπάρχει αυτή η εκδοχή της ιστορίας, ναι, υπάρχει, όμως, ακόμη μία. Αυτή που λέει ότι πάντα προσπαθώ για τα λάθος πράγματα ή άτομα. Τώρα, το πώς φτάνει κανείς να επιλέγει τα λάθος πράγματα ή άτομα, είναι μια εξίσωση που –αυτό τον καιρό- προσπαθώ να λύσω. Γιατί –έχω πλέον καταλάβει πως- οι λάθος επιλογές δεν είναι πάντα προσωπική μας ευθύνη, όσο και αν οι ψυχολόγοι/ψυχίατροι/γκουρού προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.
Λέμε και πιστεύουμε πως τα πάντα εξαρτώνται από εμάς στη ζωή μας, μα δεν είναι αλήθεια.  Οι σχέσεις που χτίζουμε με τους γύρω είναι 50% τύχη, 25% προσωπική προσπάθεια και θέληση και 25% προσπάθεια και θέληση των άλλων να μας παραχωρήσουν λίγο από το χρόνο και το χώρο μέσα τους. Συνεπώς, το 75% των προσωπικών μας σχέσεων είναι αποτέλεσμα παραγόντων που ΔΕΝ είμαστε σε θέση να ελέγξουμε ή να επηρεάσουμε οι ίδιοι με τις πράξεις μας.
 Ο παράγοντας τύχη είναι ο πρώτος και πιο σημαντικός. Περιλαμβάνει εντός του πολλούς άλλους παράγοντές, η ευθυγράμμιση και εναρμόνιση των οποίων δεν είναι διόλου εύκολο να επιτευχθεί: π.χ. ο σωστός τόπος, η σωστή στιγμή, η σωστή διάθεση, η σωστή ατμόσφαιρα, η σωστή παρέα, η σωστή συνομιλία, η σωστή συμπεριφορά, οι σωστές συνθήκες (γενικώς) και πάνω απ’ όλα, η αμοιβαία έλξη (είτε ερωτική είτε απλά φιλική). Πόσες φορές δεν βγήκατε έξω ή πήγατε κάπου έχοντας όλες τις ‘σωστές’ προϋποθέσεις, αλλά συναντήσατε ‘μη διαθέσιμους’ ή αλλιώς ‘ασύμβατους’ με εσάς ανθρώπους; Πάω στοίχημα πως ήταν εκατοντάδες οι φορές και δεν είστε οι μόνοι. Το ποσοστό και ο παράγοντας, λοιπόν, τύχη είναι δύσκολο και απατηλό, είναι παντελώς αστάθμητο και συνεχώς αλλάζει τις συνιστώσες  του. Κανείς δεν το ορίζει απόλυτα, κανείς δεν μπορεί να το ερμηνεύσει με σαφήνεια και συχνά-πυκνά, κάποιοι από εμάς δεν το αντιλαμβανόμαστε καν όταν εμφανίζεται. Για αυτό η ελπίδα είναι συχνά αόριστη, πεθαίνει τελευταία και οι παλιοί έλεγαν « αν έχεις τύχη διάβαινε…».
Αν, λοιπόν, είστε μόνοι, αν προσπαθείτε συνέχεια να θεμελιώσετε σχέσεις με τους γύρω ή έναν/μία συγκεκριμένο/η και δεν σας βγαίνει, μην φανταστείτε ότι φταίτε ολοκληρωτικά. 50% αυτού που σας συμβαίνει είναι  καθαρή τύχη και  μόνον 25% καθαρή θέληση (του άλλου, αν η δική σας είναι δεδομένη). Σε αυτή την περίπτωση, όπως σωστά συμβουλεύουν οι γκουρού της προσωπικής ευτυχίας, η μόνη σας επιλογή για να ‘προκαλέσετε’ την τύχη σας είναι να συνεχίσετε να της στήνετε σκηνικά, στα οποία θα μπορεί να ‘ανθίσει’.
Εδώ, όμως, είναι που ξεκινάνε τα δύσκολα. Ας υποθέσουμε πως οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν και πιάσατε (επιτέλους) το Τζακ Ποτ! Πάνω στη χαρά και την ευδαιμονία σας, κάνατε και το λάθος να πιστέψετε πως όλη σας η κακοτυχία (μέχρι χθες) είχε τελικά λόγο ύπαρξης: να σας φέρει έως αυτό το σημείο. Πάνω στη φούρια σας να χαρείτε όσα στερηθήκατε τόσα χρόνια, μήνες, μέρες και βασιζόμενοι σε ένα αλλοτινό –μα καθόλου λογικό ή ασφαλές ακόμη- συναίσθημα πληρότητας, αρχίζετε τις ονειροπολήσεις. ‘Τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή τη ζωή’, βροντοφωνάζετε, επιλέγοντας –ουσιαστικά- να αγνοήσετε το καθοριστικότατο 50% της τύχης, που σας έφερε ως εδώ. Ένα 50%, το οποίο, όπως προείπα, δεν χαλιναγωγείται, δεν ορίζεται, δεν έχει σαφή χαρακτηριστικά, πέρα από αυτά του συγχρονισμού σε μια δεδομένη στιγμή. Ναι, αυτή η δεδομένη στιγμή που όλα γύρω μας και μέσα μας εναρμονίζονται τόσο, είναι –όντως- σπάνια, αλλά αυτό δεν αποτελεί εγγύηση πως είναι και μακρόβια ή σωστή.
Κοινώς, η τύχη μπορεί και να σας οδηγήσει –για ακόμη μία φορά- στη λάθος επιλογή. Σε ένα τέτοιο σκηνικό –το οποίο, δυστυχώς, είναι αρκετά συχνό- το 25% της θέλησης και προσπάθειας σας δεν έχει και ΤΟΣΟ μεγάλη βαρύτητα. Σίγουρα παίζει κάποιο σημαντικό ρόλο, αλλά, αν προσκρούει ή δεν βρίσκει ανάλογη ανταπόκριση από το 25% του άλλου, τότε ο ρόλος του αναλώνεται στη διαιώνιση του λάθους και της προσωπικής δυστυχίας.
Εδώ οι ψυχολόγοι/θεραπευτές θα σας πουν ότι υπάρχει τρόπος να εναρμονιστούν τα ποσοστά. Δεν έχουν άδικο, υπάρχει. Ο τρόπος είναι απλός: θα πρέπει και τα δύο ποσοστά (25% και 25%) να δίνουν το 100% της προσπάθειας τους. Αυτό δεν είναι θέμα τύχης, είναι καθαρά θέμα θέλησης. Είναι, επίσης, πολύ πιο δύσκολο και πολύπλοκο από την εξίσωση της τύχης για να επιτευχθεί.
Πριν, λοιπόν, πέσετε σε βαριά μελαγχολία για τη μαύρη την τύχη σας, αναρωτηθείτε τα εξής: κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες κερδίσατε το Τζακ Ποτ; Ήταν βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες; Δώσατε πραγματικά και ειλικρινά το 25% της προσπάθειας και θέλησης που σας αναλογεί; (αυτό ξανασκεφτείτε το πριν απαντήσετε, η άρνηση και ο εγωισμός είναι μάστιγα, μπορεί να έχετε το μικρόβιο και εσείς). Και τέλος, λάβατε πραγματικά και ειλικρινά το 25% που αναλογεί στους άλλους ή τα λόγια τους δεν συνοδεύτηκαν σχεδόν ποτέ και από τις ανάλογες πράξεις;
Αν έχετε τις απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω, τη λύσατε την εξίσωση. Αν, πάλι, όχι, τότε κάντε αυτό που σας έλεγαν οι μαθηματικοί σας στο σχολείο: γυρίστε στην αρχή της εξίσωσης, πάρτε ένα-ένα τα βήματα προσεχτικά και εντοπίστε το λάθος.  Αν πάλι δείτε ότι τα λάθη είναι υπερβολικά πολλά και τα ποσοστά μπερδεύονται επικίνδυνα, υπάρχει πάντα και η γομολάστιχα. Χρατς χράτς και φτου απ’ την αρχή…

8 Αυγούστου 2012

Μην ενοχλήστε κύριοι!


Όταν αφήνεις πίσω σου αυτά που σε χαρακτηρίζουν νομίζω πως μετατρέπεσαι αυτόματα σε φάντασμα. Είσαι άυλος, άοσμος, άχρωμος και συνεπώς ανύπαρκτος στα μάτια των γύρω. Υπάρχεις μέσα από την ανυπαρξία σου. Γίνεσαι λευκός καμβάς, για να περνάει ο καθένας και να απλώνει την μπογιά του πάνω σου. Τα χρώματα που σε ντύνουν σε κάνουν ξαφνικά ελκυστικό, μα σε μετατρέπουν και σε κλόουν: αποκτάς, δηλαδή, άθελα σου το ρόλο του διασκεδαστή, έναν ρόλο που απαιτεί –απ’ τη φύση του- τη δική σου γελοιοποίηση προς τέρψη των άλλων.
Οι κλόουν, όμως, κάνουν καριέρα. Η γελοιοποίηση τους είναι ο βιοπορισμός τους. Η δική μας προθυμία να μετατραπούμε σε κλόουν για τους γύρω από πού πηγάζει;; Ιδού η απορία….
Λείπω μήνες τώρα από αυτό το blog. Το παράτησα για να κάνω καριέρα ως κλόουν στη ζωή των γύρω, για να διασκεδάζω τυχάρπαστους και να τρέφω τις φανταστικές μου ανάγκες. Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι κερδίζω απ’ όλα αυτά. Σαν κάνω το λογαριασμό πάντα βλέπω ότι οι νόμοι της αγοράς, τελικά, έγιναν και νόμοι διαπροσωπικών σχέσεων. Ότι δίνεις, παίρνεις, εκτός και αν δεν είσαι ψυλλιασμένος καταναλωτής και απλά αρπάζεις ότι βρεις μπροστά σου, καταλήγοντας να πληρώνεις μια περιουσία για πράγματα που αξίζουν πενταροδεκάρες. Δεν είναι καινούργιο το συμπέρασμα, αλλά είναι μεγάλη μάστιγα η ελπίδα και η ξεροκεφαλιά, που μας ωθεί να μην μαθαίνουμε ποτέ από τα λάθη μας, να μην διαβάζουμε ποτέ λογικά τα σημάδια.
Κουράστηκα να κάνω τον κλόουν. Κουράστηκα, ίσως επειδή δεν ήμουν ποτέ λευκός καμβάς, απλά ντυνόμουν στα λευκά για να βρω ποια χρώματα ταιριάζουν στα δικά μου. Ίσως απλά να συνειδητοποιώ –όπως όλοι μας- πως ο καιρός της πλαστής ευδαιμονίας πέρασε ανεπίστρεπτη και πλέον ο «προσωπικός μου λογαριασμός» είναι συνεχώς μείον σε αγάπη, υπομονή, κατανόηση, ικανοποίηση, ποτέ πιστωτικός. Ίσως πάλι και οι κλόουν κάποτε να βγαίνουν στη σύνταξη, να κουράζονται απ’ την πολύ γελοιότητα που αναγκάζονται να πωλήσουν και να θέλουν απλά να ξαναβρούν λίγη από τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και ας ψωμολυσσάξουν. Ίσως απλά να θέλω να επιστρέψω. Νομίζω πως ναι, θέλω απλά να επιστρέψω σε εμένα…..


2 Φεβρουαρίου 2012

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει....


Σταμάτησα να βλέπω ειδήσεις. Σταμάτησα τη στιγμή που είδα την υποδοχή που είχε ο νέος μας, αυτό-διόριστος και με το «έτσι θέλω», πρωθυπουργός από τους ευρωπαίους και μη «παίκτες» του εξωφρενικού σκηνικού στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε τα τελευταία τρία (τουλάχιστον) χρόνια. Έκλεισα την τηλεόραση και δεν την άνοιξα ξανά. Από τότε, όποτε πέφτω σε ειδήσεις ή εκπομπές πολιτικού σχολιασμού και επικαιρότητας είναι σαν να ακούω ποπ επιτυχίες από το ραδιόφωνο: ακούω ένα συνεχή και ενοχλητικό θόρυβο που απλά με συνοδεύει γλυκά και νωχελικά σε οτιδήποτε άλλο κάνω εκείνη τη στιγμή. Κάθε κουβέντα, σχόλιο, ανάλυση που πιάνει στον αέρα το αυτί μου, μόλις φτάσει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού μου –δυστυχώς- μου επιβεβαιώνει τον ίδιο φόβο, αυτόν που γεννήθηκε μέσα μου τη μέρα του αυτό-διορισμού της νέας μας κυβέρνησης: ότι δηλαδή έχουμε (και επισήμως πλέον) δικτατορία.  
Ζούμε σε σκηνικό απόλυτης κατάρρευσης. Οι κοινωνίες , από την αρχή του χρόνου, δομήθηκαν πάνω σε κοινά συμφωνημένους και αποδεκτούς θεσμούς, ιδέες, ακόμη και συνήθειες. Ναι, ξέρω, δεν συμφωνούν όλοι οι άξονες σκέψης και κοσμοθεωρίας με αυτή την άποψη, όμως, ακόμη και να δεχτούμε ότι η συναίνεση «των πολλών» στα πρότυπα ζωής και οικονομίας που οικοδόμησε η Δύση ήταν κατά 30% (πως αλλιώς άλλωστε θα επιβίωναν ως σήμερα;) ακόμη και αυτό είναι ένα ποσοστό που δείχνει πως υπήρξε –‘έστω- και μία κάποια συναίνεση. Κοινώς, αν δεν συμφωνήσουμε όλοι, πως είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι τα νομίσματα που ανταλλάσουμε λέγονται «ευρώ» και οι τρόποι ανταλλαγής και χρήσης τους είναι συγκεκριμένοι; Πως είναι δυνατό να δεχτούμε ότι η Ε.Ε. είναι πιο πάνω από κάθε εθνική κυβέρνηση και οι επιταγές της πρέπει να ακολουθούνται; Πως είναι δυνατό, δίχως συναίνεση, να δεχτούμε ότι οι αποφάσεις μιας χούφτας εθνικών πολιτικών θα πρέπει να τηρηθούν για να συνεχίσουμε να συνυπάρχουμε και να υπάρχουμε γενικότερα;
Ναι, είναι περίπλοκη πλέον η κατάσταση, όμως, όσο περίπλοκη και να γίνει, αυτό δεν αναιρεί την ουσία των πραγμάτων στα μάτια μου: η ουσία είναι πως τα πάντα είναι συμφωνία, τα πάντα είναι συναίνεση ή θα έπρεπε να είναι συναίνεση μεταξύ του πλήθους ανθρώπων που κατοικούν πάνω σε αυτή την γη και αυτών που έχουν τις «φαεινές» ιδέες για το «πως» θα πρέπει να ζούμε όλοι μαζί σε μια συλλογικότητα. Αν υποθέσουμε ότι η συναίνεση μεταξύ των δύο πλευρών που προανέφερα είναι απαραίτητη (φτάσαμε να υποθέτουμε αυτά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα), τότε ζούμε σίγουρα μια ιδιότυπη δικτατορία. Η κυβέρνηση που αποφασίζει το μέλλον μας ΔΕΝ είναι εκλεγμένη, αλλά διορισμένη. Οι αποφάσεις που παίρνει δε , όχι μόνον δεν είναι προς το συμφέρον της συλλογικότητας, αλλά βρίσκουν τη σθεναρή αντίδραση και αντίσταση από την πλειοψηφία των ανθρώπων. Και αυτό που μόλις είπα ξεπερνά τα στενά όρια της χώρας μας (βλέπε Η.Π.Α., Ισπανία, Γαλλία κτλ). Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες της απόλυτης και βάναυσης κατάρρευσης όλων των «κοινωνικών συμβολαίων» που ίσως κάποτε προϋπήρξαν.
Δεν λέω ότι με ενδιαφέρει η επιστροφή στο «παλιό», ας μην παρεξηγούμε. Η πράξη έδειξε πως τα «συμβόλαια» που στήσαμε δεν ήταν και τα πλέον ασφαλή για την πλειοψηφία του κόσμου. Το θέμα είναι πως δεν μας δόθηκε –και όπως βλέπω δεν προβλέπεται να μας δοθεί- ποτέ η ευκαιρία ή η δυνατότητα της επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του «συμβολαίου». Ζούμε σε μια εποχή επιβολής και επιταγών. Ζούμε σε έναν κόσμο, που όσο και αν καυχιόμαστε και προσπαθούμε, δεν ελέγχουμε πλέον καμία έκφανση της ζωής μας, ούτε καν αυτή της προσωπικής ζωής. Οι ανακοινώσεις, οι δηλώσεις, οι αποφάσεις εισβάλουν με το έτσι θέλω στα σπίτια μας και εμείς συνεχίζουμε ότι κάναμε εκείνη τη στιγμή, προσποιούμενοι πως αυτά που ακούμε είναι ποπ τραγουδάκια, σκουπίδια κοινώς, μεταμφιεσμένα ως «σωτηρία» της βαρεμάρας μας, με εύπεπτούς στίχους και μασκαρέματα της αλήθειας.
Η δικτατορία της οικονομίας είναι πλέον –επίσημα και απροκάλυπτα- και δικτατορία πολιτική. Μέσα σε αυτή την θρασύτατη επιβολή καλούμαστε να ονειρευτούμε, να δημιουργήσουμε, να αναπτυχθούμε, να αγαπήσουμε, να μοχθήσουμε, να ζήσουμε και να μεγαλώσουμε παιδιά. Και όταν ρωτάω: «Γιατί δεν αντιδρούμε», μου απαντούν «για να μην χάσουμε και τα λίγα που έχουμε». Εμπεδώσαμε τόσο πολύ το μερίδιο μας στην ευθύνη;;; Μάλλον, αλλιώς δεν εξηγείται ΤΟΣΗ σιωπή. Ποιος σας είπε, όμως, ότι η ενοχή εξιλεώνεται με τη σιωπή;;; Δεν μάθαμε ακόμη ότι τα λάθη διορθώνονται μόνον όταν αποφασίσουμε να κάνουμε το σωστό;;; Είμαι η μόνη –τελικά- που νιώθει πως πλέον ΔΕΝ έμεινε τίποτα να χάσουμε;;;

12 Σεπτεμβρίου 2011

Απολογία Νο 2


συγγνώμη (η) (προφέρεται κ. συγνώμη) 1. (α) η έκφραση τής μετάνοιας κάποιου για λόγο ή πράξη του εις βάρος άλλου: σας ζητώ συγγνώμη για ό,τι είπα εναντίον σας || τι να την κάνω τη ~ σου; (β) η αποδοχή τής μετάνοιας (κάποιου) από το πρόσωπο που έχει θιγεί από λόγο ή πράξη του: δίνω τη ~ μου (συγχωρώ) συν. συγχώρεση 
Μια λεξούλα μόνο, συγνώμη ή συγγνώμη ή όπως αλλιώς θέλετε. Πόσες  φορές την εκστομίσαμε και πόσες από αυτές τις φορές που την είπαμε την εννοούσαμε πραγματικά; Διαβάζω πως: η λέξη προέρχεται από το «συν + γνώμη» (συν + γιγνώσκω: έχω την ίδια γνώμη με κάποιον, αλλάζω γνώμη, μετανοώ). Το να ζητάς, συνεπώς, συγνώμη σημαίνει αυτομάτως πως μπαίνεις στη θέση του άλλου και υιοθετείς τη γνώμη του πάνω στο θέμα της διαφωνίας που ίσως είχες μαζί του. Αν κάθε φορά, λοιπόν, που λέγαμε ‘συγνώμη’ σε κάποιον μπαίναμε πραγματικά στη θέση του και βλέπαμε τα πράγματα μέσα από το δικό του πρίσμα, τότε α) θα ήμασταν ένας πολύ πιο υπεύθυνος και ευαίσθητος λαός και β) οι παρεξηγήσεις μεταξύ μας θα μειώνονταν αισθητά με τα χρόνια. Και όμως, παρά τη συχνότητα της χρήσης του ‘συγνώμη’ στην καθημερινότητα μας, παραμένουμε ο πιο εγωπαθής και εγωκεντρικός λαός της Ευρώπης.
Άκουσα πρόσφατα κάποιον να λέει πως ο μέσος νεοέλληνας έχει υψηλή αυτοεκτίμηση και μια εικόνα του εαυτού του την οποία συντηρεί μόνο με λόγια και ποτέ με πράξεις ή δράση. Αν αυτό αληθεύει έστω και στο ελάχιστο, τότε πολλά από τα ‘συγνώμη’ που εκστομίσαμε κατά καιρούς είναι κενά νοήματος και συνεπώς και πραγματικής μετάνοιας. Εγώ μπορώ να σκεφτώ ήδη αρκετές περιπτώσεις στις οποίες το ‘συγνώμη’ μου ήταν βιαστικό, κενό ή ακόμη και βεβιασμένο. Πολλές, δε, φορές λέμε απλά ‘συγνώμη’ για να βάλουμε μια τελεία στη διαφωνία, να αποφύγουμε την κουβέντα, μέχρι και να προσποιηθούμε πως είμαστε ανώτεροι πνευματικά και ψυχικά από το συνομιλητή μας, που ίσως έχει αρχίσει να χάνει τη ψυχραιμία του πάνω στην έξαψη της διαφωνίας του μαζί μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλό –έστω εμείς- να γνωρίζουμε πως οι κενές λέξεις δεν είναι σημάδι ούτε ευφυΐας ούτε ανωτερότητας. Οι κενές νοήματος λέξεις είναι απλά σημάδι της δικής μας αδυναμίας να μετακινηθούμε από τις θέσεις μας, να ακούσουμε τον άλλο και να αλλάξουμε γνώμη ή έστω να δούμε τη δική του οπτική πάνω σε κάποιο θέμα.
Το μυστικό όλων των λέξεων είναι πως η ετοιμολογία τους μας δείχνει συχνά και το σωστό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς που θα έπρεπε να έχουμε όταν τις χρησιμοποιούμε. Απ’ όλες τις λέξεις που λέμε καθημερινά, το ‘συγνώμη’ είναι ίσως η πιο κακοποιημένη και κενή πραγματικού νοήματος. Η χρήση της είναι τόσο κοινή και διαδεδομένη που η διαστρεβλωμένη της έννοια έχει πλέον επικρατήσει της πραγματικής. Γι’ αυτό και καμιά φορά τα ‘συγνώμη’ μας τα συνοδεύει δικαίως η απάντηση: Να τη χέσω τη συγνώμη σου!
Σήμερα είπα, ίσως, για πρώτη φορά ‘συγνώμη’, χρησιμοποιώντας την πραγματική του έννοια. Τη στιγμή που το ξεστόμισα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδα καθαρά και την ευεργετική του ιδιότητα, διότι, όταν λες πραγματικά ‘συγνώμη’, δεν υιοθετείς απλώς τη γνώμη του άλλου, αλλά βλέπεις καθαρά και το λάθος της δικής σου γνώμης. Τα πραγματικά ‘συγνώμη’ είναι ο καθρέπτης του χαρακτήρα μας, είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουμε τις δικές μας αδυναμίες, τα δικά μας όρια και σφάλματα, κάτι που ίσως να μην το επιτυγχάναμε ποτέ, αν δεν συνυπήρχαμε ‘θορυβωδώς’ με τους άλλους. Το σημερινό μου ‘συγνώμη’ ήταν άβολο και επώδυνο, με βύθισε στη σκέψη και τη μετάνοια, το μόνο σίγουρο τρόπο, δηλαδή, προς την πραγματική αλλαγή.
Καλημέρα και καλή ακρόαση! Πατήστε play, αξίζει τον κόπο…

20 Αυγούστου 2011

Απολογία


Έχετε δει κάτι αναποφάσιστους τύπους που βολτάρουν έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων ή τις εισόδους των πολυκατοικιών, μιλώντας στον εαυτό τους, κοιτώντας έντονα το κενό, καπνίζοντας νευρικά, χωρίς όμως να αποφασίζουν να κάνουν το επόμενο βήμα; Ε, κάπως έτσι είμαι και εγώ αυτό τον καιρό. Δεν το αποφασίζω, γενικά. Δεν το αποφασίζω για τίποτα στη ζωή μου. Κοιτώ νευρικά τις «εισόδους» που χάσκουν γύρω μου και στο μυαλό μου φτιάχνω και από ένα πιθανό σενάριο για την κάθε μία. Βέβαια, το ανησυχητικό δεν είναι τόσο η αναποφασιστικότητα μου να περάσω τις «εισόδους», το ανησυχητικό είναι η βεβαιότητα μου πως, μόλις διασχίσω το κατώφλι τους, θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου.
Υπάρχουν μέρες που δεν συμβαίνει τίποτα αξιομνημόνευτο στη ζωή μας, μέρες που χάνονται και περνούν δίχως να τις απολαύσουμε ή να τις επεξεργαστούμε, μέρες που δεν αφήνουν μνήμες και αποφάσεις πίσω τους. Υπάρχουν, όμως, και μέρες, ώρες, στιγμές που μπορούν να φέρουν τον κόσμο σου ανάποδα. Τον τελευταίο καιρό είχα και από τα δύο είδη μέρας και η εναλλαγή των συναισθημάτων με έκανε να χάσω την ισορροπία μου για τα καλά. Μια ισορροπία που είχε χτιστεί σιγά-σιγά, με προκατ υλικά και πρόχειρες λύσεις, όπως και όλα στη χώρα που ζω. Τα προκατ κτήρια, όμως, τα ρίχνει είτε ο άνεμος είτε οι μπουλντόζες. Άντε τώρα να βρεις την πόρτα και τα παράθυρα μέσα στο σωρό από χαλάσματα που σε περικυκλώνει…
Τα πάντα, λοιπόν, για την ώρα είναι under construction. Λυπάμαι για την καθυστέρηση και την απουσία μηνών, αλλά όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ ζορίζομαι να κάνω, να λέω και να νιώθω πολλά πράγματα συγχρόνως. Είμαι σαν τις μηχανές, το έχω ξαναπεί, κάποιες στιγμές το OFF πρέπει να πατηθεί και να αρχίσει η συντήρηση, αλλιώς η υπερφόρτιση θα οδηγήσει στην υπερβολή, κάτι για το οποίο –όπως ανακαλύπτω- φημίζομαι.
Είναι μακρύς ο δρόμος αυτό το χειμώνα, μακρύς και δύσβατος, μα, δεν σας το κρύβω, έχω καταφέρει πλέον να αποκτήσω μια αναισθησία που, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να μοιάζει και με αισιοδοξία. Το μότο μου για φέτος λέω να είναι το «άγνοια κινδύνου». Άγνοια κινδύνου στο τρόπο που επαναστατούμε, που λέμε ότι μας χαλάει, που εκφράζουμε αυτά που θέλουμε, που προσεγγίζουμε τους ανθρώπους και που βουτάμε στις καταστάσεις.  Άγνοια κινδύνου στα αισθήματα και στις αποφάσεις. Δεν είναι τυχαία αυτή η απόφαση μου, όχι. Το διάλεξα γιατί σιχάθηκα την ακατάσχετη επιχειρηματολογία των τελευταίων μηνών στο δημόσιο διάλογο και το φόβο, τα ‘πρέπει’ και τα μικροσυμφέροντα στον ιδιωτικό.
Εύχομαι «άγνοια κινδύνου» σε όλους μας!

3 Ιουλίου 2011

Θα τον πουλήσουμε τον Ήλιο; Σίγουρα, Ναι!


Βρήκα το βίντεο εξόχως καταθλιπτικό, εξόχως ειρωνικό, εξόχως πικρό και όμως, τόσο φρέσκο. Διάβασα χιλιάδες κείμενα που με λέξεις προσπαθούν να αναλύσουν την επικαιρότητα. Αυτό το βίντεο, με μουσική επένδυση ένα από τα πλέον γνωστά τραγούδια-ορόσημο της τωρινής κυβέρνησης, συνοψίζει καλύτερα από κάθε κείμενο όσα δεν μπορούν να ειπωθούν πειστικά με λέξεις. Ο λαός –που κάποτε όλα τα κόμματα εξυμνούσαν- έφτασε σήμερα να αναλύεται, να χλευάζεται, να κατηγορείται, να τεμαχίζεται, να φτύνεται, να ξυλοκοπείται και να αμφισβητείται πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο σε αυτή τη χώρα και μάλιστα από τους ίδιους ανθρώπους που κάποτε τον εξυμνούσαν και τους οπαδούς τους.


Όσο για τους πεφωτισμένους-διανοούμενους της κομματοκρατίας, που βιάστηκαν να γράψουν επικήδειους για τους «Αγανακτισμένους» τα παρακάτω βίντεο με καλύπτουν ως απάντηση.


Καληνύχτα, Ήλιε, καληνύχτα….




30 Ιουνίου 2011

Ήρθε η ώρα….


«Έχουμε πόλεμο» διαλαλούσαν κάποιοι στην αρχή της εποχής του Μνημονίου και σήμερα βγήκαν αληθινοί. Θα μπορούσαμε να μαζευτούμε όλοι μαζί, με τα θεωρητικά βιβλία μας παραμάσχαλα και τα ψαγμένα μας αποφθέγματα και να διαφωνούμε για ώρες: είναι η μούντζα, το γιούρτωμα, το γιουχάισμα ή το σπάσιμο των μαρμάρων και ο πετροπόλεμος σημάδι ώριμων, δημοκρατικών, κοινωνικά συνειδητοποιημένων πολιτών ή όχι; Είναι οι «αγανακτισμένοι» μια μορφή ψυχολογικής εκτόνωσης ή είναι ένα σημάδι πως ο κόσμος ξεπερνά τις διαφορές του και συσπειρώνεται κάτω από μια κοινή δυσαρέσκεια για την παρούσα πολιτική και οικονομική κατάσταση. Είναι η βία και τα επεισόδια μορφή αποδεκτού αγώνα; Μήπως η απεργίες είναι η σωστή μορφή ή μήπως η δύναμη μας είναι στη ψήφο μας τελικά και όχι στην παρουσία μας στις πλατείες; Να χαμογελάσουμε κρυφά –όπως έκανε ο πρόεδρος της Βουλής ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για το Μεσοπρόθεσμο- ή να τα κάνουμε όλα λίμπα και μετά να βάλουμε και μια μεγάλη φωτιά να ησυχάσουμε; Όντως, ήρθε η ώρα που όλοι φοβόμασταν, η ώρα που θα πρέπει να διαλέξουμε στρατόπεδο, να σκεφτούμε σοβαρά τις επιλογές μας, να διαβάσουμε «πίσω από τις γραμμές» και να αποκωδικοποιήσουμε τα κρυφά χαμόγελα και τις δηλώσεις ευφορίας και ανακούφισης των συνομιλητών μας.
Τα εδάφια του Μεσοπρόθεσμου ξεπερνάνε κάθε ευφάνταστο σενάριο τρόμου, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για εκτιμήσεις και αναλύσεις, είναι σαφή και θα πρέπει να είσαι μεγάλος μαέστρος της προπαγάνδας και της αληθοφανής επιχειρηματολογίας για να πείσεις και τον πιο αδαή πως αυτή ήταν –αν όχι η μόνη- τουλάχιστον η καλύτερη λύση.
Βλέποντας σήμερα το σκηνικό, όπου εντός του Κοινοβουλίου 155 εκλεγμένοι εκπρόσωποι μας –αψηφώντας τη γενική ανησυχία και δυσαρέσκεια- ψήφισαν την καταδίκη ενός μεγάλου κομματιού του ελληνικού λαού (γιατί, μην γελιέστε, κάποιοι δεν θα πάθουν τίποτα) και το ξεπούλημα όλης της χώρας, ενώ εκτός του Κοινοβουλίου, η οργή ξεχείλιζε και ο κόσμος πνίγονταν στα αέρια και τα χημικά, αισθάνομαι πως τίποτα δεν έχει αλλάξει, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο. Το σκηνικό με γυρνά στην αρχή, σε ένα επώδυνο deja-vu όπου οι κοινοβουλευτικοί μας εκπρόσωποι συνομιλούν και αφουγκράζονται μόνον τους ομότιμους τους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας, ενώ τα ΜΑΤ βαράνε και οι 10, 20, 200 αν θέλετε ανταπαντούν με πέτρες, καδρόνια και ότι άλλο έφεραν μαζί τους ή του χορηγήθηκε ποικιλοτρόπως. Κάπου ανάμεσα στέκει και μια άλλη μερίδα ανθρώπων, αυτοί που πάντα φώναζαν και οδύρονταν πως βαδίζουμε προς το γκρεμό αλλά και αυτοί που –ίσως και κάπως αργά πια- συνειδητοποίησαν πως α) σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει μόνον το ‘’εγώ’’ τους και β) τα προνόμια και το βόλεμα σε αυτή τη χώρα δεν είναι εσαεί. Αυτή η μερίδα είναι και η πιο θλιβερή απ’ όλες, όχι μόνο γιατί έφαγε ξύλο και δακρυγόνα με τη σέσουλα, αλλά γιατί θα φάει και στην πορεία την ευθεία βολή στην καρδιά από το όπλο του κ. Πρωθυπουργού, ξέρετε, αυτό που είχε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το ξεπούλημα του μέλλοντος μας. Ανήκω και εγώ σε αυτή τη μερίδα, είμαι ήδη στημένη στον τοίχο, περιμένω το εκτελεστικό απόσπασμα.
Κάπου εδώ οι πρώην και νυν οπαδοί των κομμάτων θα μπορούσαν να σας κάνουν μια ωραία αναδρομή στο παρελθόν, να σας παραθέσουν καλά μελετημένα μοντέλα, παραδείγματα και ιστορικά γεγονότα ή ακόμα οικονομικές αναλύσεις για να σας πείσουν για το οτιδήποτε: είτε το γιατί δεν υπήρχε άλλη λύση, είτε το γιατί αυτή ήταν η χειρότερη λύση, αλλά η πιο συμφέρουσα για κάποιους. Η επιχειρηματολογία ανθεί σε αυτή τη χώρα, ειδικά τέτοιες ώρες, αυτό που μας λείπει σίγουρα είναι η κοινή λογική.
Αναρωτιέμαι: ποίοι είστε εσείς; Ποιοι είστε που μπαίνετε στη διαδικασία να επιχειρηματολογήσετε υπέρ ενός κειμένου που σκοπό έχει τη λεηλασία και την αφαίμαξη; Με ποια κίνητρα και ποια ανταλλάγματα το κάνετε και είστε τόσο σίγουροι, τόσο δυνατοί και εξασφαλισμένοι πως αν αρχίσουμε να βουλιάζουμε δεν θα θιγούν και τα δικά σας συμφέροντα; Με ποια προοπτική, με ποιο όραμα υπερθεματίζετε υπέρ μιας τόσο καταστροφικής λύσης;
Τα λόγια περισσεύουν τέτοιες ώρες. Κάποιοι, ήδη, μιλούν για κοινωνική αντίσταση, για αντίδραση στην εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου. Και εγώ ερωτώ: ποια αντίσταση και πως; Με ποιους τρόπους θα αποφύγει ο πολίτης τους άμεσους και έμμεσους φόρους, τις έκτακτες και μη εισφορές από το μισθό του, το μαρασμό της αγοράς και την περεταίρω μείωση των συντάξεων; Πως θα αντισταθεί, όταν σε λίγο καιρό θα πρέπει να πληρώνει ιδιώτες για να κάνει ένα μπάνιο, να διασχίσει ένα δρόμο, να πάει το παιδί σου σε έναν –πρώην- δημοτικό παιδικό σταθμό; Ποίο το μέλλον των κοινωνικών υπηρεσιών τώρα πια, ενός τόσο σημαντικού και ήδη τόσο υποτιμημένου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας;
Είμαστε η χώρα των πειραμάτων τελικά. Από το πατερναλιστικό, υπερδιογκωμένο, υδροκέφαλο κράτος πλέον περνάμε στην εποχή του ανύπαρκτου κράτους και του σκληρού, αδίστακτου καπιταλισμού, όπου όλα θα γίνονται για τα έσοδα, ώστε να αποπληρώνουμε δόσεις. Ω! Τι λαμπρό μέλλον!
Δεν έχω απαντήσεις σήμερα, μόνο μια απέραντη θλίψη, έναν κρυφό φόβο, καθώς χιλιάδες εφιαλτικά σενάρια περνάνε από το μυαλό μου. Κάπου είχα γράψει πως είμαστε η αδικημένη γενιά του ’80 και μου είχαν απαντήσει πως πρέπει μόνοι μας να σώσουμε τον εαυτό μας, να μην περιμένουμε βοήθεια από πουθενά. Και όμως, αυτές οι «αμερικανιές» δεν είναι η απάντηση. Αν μη τι άλλο, σε αυτή τη χώρα το «εγώ» και το «μόνος μου», το «εγώ και κανένας άλλος» μας έφαγε και μας καταπόντισε. Η ευθύνη είναι συλλογική, είμαστε μέλη μιας κοινωνίας και η κοινωνία μας απαρτίζεται από μέλη, πρέπει να σεβαστούμε και να μας δείξουν σεβασμό. Δεν θα το επιτύχουμε ποτέ εάν δεν πάψουμε να σκεφτόμαστε ως μονάδες.
Ήρθε, όντως, η ώρα. Ήρθε η ώρα που όλοι φοβόμασταν. Πρέπει να διαλέξουμε τι θέλουμε: θέλουμε να είμαστε υπεύθυνα μέλη του συνόλου ή μονάδες; Θέλουμε να ψηφίζουμε και να αγωνιζόμαστε για το κοινό καλό ή για τον εαυτό μας μόνο; Τι διαλέγουμε; Είναι, πλέον, αυτή η ώρα…..

9 Ιουνίου 2011

Ασυμφωνία χαρακτήρων


Πέρασα πάνω από μία ώρα κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή μου, αποσβολωμένη, διαβάζοντας την ανάρτηση στο iNews τόσες φορές που την έμαθα απ’ έξω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να πατήσω το «Χ» και να την κλείσω. Άρχισα να την απαγγέλω απ’ έξω, λες και ήταν σχολικό ποίημα.
«Ιδιαίτερα σκληρούς όρους περιλαμβάνει η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι πολυήμερες διαπραγματεύσεις κυβέρνησης και τρόικας, προκειμένου η χώρα μας να πάρει το «πράσινο φως» για την εκταμίευση της πέμπτης δόσης.
Η κυβέρνηση επιδιώκει με τα νέα μέτρα την άντληση 6,5 δισ. ευρώ, ωστόσο αναμένεται να προσκρούσει στις έντονες κοινωνικές αντιστάσεις των εργαζομένων, που θα υποστούν νέο γύρο «αιματηρών» περικοπών.

Η συμφωνία, μεταξύ άλλων προβλέπει μείωση των αποδοχών για τους δημόσιους υπαλλήλους, που θα δουν τους μισθούς τους να μειώνονται κατά 8% από την 1η Ιουλίου, μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κατά 2% και «κούρεμα» κατά 2%-4% των υψηλών συντάξεων.
Επίσης, η κυβέρνηση θα επιβάλλει νέα, έκτακτη εισφορά σε ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, με όριο τις 300-350 χιλιάδες ευρώ, σε κατόχους σκαφών αναψυχής και ΙΧ πολυτελείας άνω των 2.000 κυβικών, καθώς και σε ιδιοκτήτες κατοικιών με πισίνες.
Ιδιαίτερο πλήγμα αναμένεται να προκαλέσει σε χιλιάδες φορολογούμενους η μείωση του αφορολογήτου ορίου στις 6.000 ευρώ, έναντι του σημερινού 12.000 ευρώ, για τους ελεύθερους επαγγελματίες και στα 10.000 ευρώ για τους μισθωτούς. Παράλληλα, στις συντάξεις άνω των 1.700 ευρώ θα επιβληθεί μεγάλη μείωση, λόγω της αύξησης του ΛΑΦΚΑ, μέχρι 40%.»
Και όμως, υπάρχουν ανάμεσα μας συμπολίτες μας που δεν θέλουν να βγούμε από το Μνημόνιο. Ναι, σιχτιρίζουν τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση, αλλά και πάλι το βλέπουν ως τη μόνη λύση σωτηρίας. Ίσως και να έχουν δίκιο, η μαφία –είτε οικονομική είτε πολιτική- έχει τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και συμφωνίας. Ίσως τελικά να είναι η διαπραγμάτευση ο μόνος δρόμος, όμως, δεν μπορώ να καταλάβω –ειλικρινά- πως κανείς μπορεί να επαναπαυτεί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ μαφιόζων και  καιροσκόπων για να εξασφαλίσει το μέλλον του. Ίσως αυτοί οι κώδικες να μην είναι κατανοητοί από εμάς τους αδαείς μικροαπατεώνες της καθημερινότητας. Και είμαστε μικροαπατεώνες, το είπε ποικιλοτρόπως και ο συντάκτης του παρακάτω κειμένου στο protagon.gr : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=7193
Δεν χρειάζεται βέβαια να διαβάσω τα κείμενα άλλων για να δω σε συνεχής αναπαραγωγή αυτά τα σχόλια, τα ακούω στις καθημερινές μου συζητήσεις με φίλους και γνωστούς. Χθες έγινα πάλι μάρτυρας μιας –κλασικής πλέον- ελληνικής σκηνής: μαιευτήρας σε δημόσιο νοσοκομείο ζήτησε 500 ευρώ φακελάκι για καισαρική και ο συνάδελφος του –και δις καταδικασμένος για διάφορα- αναισθησιολόγος ζήτησε 300 ευρώ. Φυσικά η εγκυμονούσα τα έσκασε κανονικά και στους δύο γιατρούς και εγώ πέρασα ένα βράδυ ολόκληρο ακούγοντας το δριμύ κατηγορώ της κοινής μας φίλης προς τη νοοτροπία της εγκυμονούσας.  Δυστυχώς, εγώ δεν μπορώ να τα βάλω με την εγκυμονούσα. Να με συγχωρείται, αλλά δεν μπορώ να τα βάλω με τους εκφοβισμένους, προτιμώ να κοιτάξω στα μάτια τους εκφοβιστές. Στην εν λόγω ιστορία, οι τρομοκράτες είναι απλοί πολίτες, που όμως, πέρα από θέση σε δημόσιο ίδρυμα, έχουν και επιστημονική κατάρτιση, άκρως απαραίτητη για τη ζωή ή το θάνατο πλήθους ανθρώπων. Ναι, είμαστε εμείς που συντηρούμε το κακό σε αυτή τη χώρα, αλλά –πείτε την αλήθεια- όταν κινδυνεύει η υγεία σας και η υγεία του αγέννητου παιδιού σας και το φακελάκι στο δημόσιο σας βγαίνει πιο φτηνό από τη νοσηλεία στην ιδιωτική κλινική, τι θα κάνατε; Θα κάνατε υψηλή φιλοσοφία και αντίσταση ή θα κάνατε ότι μπορείτε για να σωθείτε;
Το θέμα δεν είναι ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος, το θέμα είναι ότι σε μια δημοκρατική χώρα, με νομοθετικό και δικαστικό σύστημα, κανείς πολίτης δεν θα έπρεπε να μπαίνει σε τέτοια διλλήματα, κανείς δεν θα έπρεπε να βάζει σε ζυγαριά την ηθική του ή τα φρονήματα του και να ταλανίζεται για να πάρει τέτοιες αποφάσεις ζωής ή θανάτου. Σε μία δημοκρατία θα έπρεπε να είμαστε όλοι εξασφαλισμένοι για τα αυτονόητα, όπως είναι το δικαίωμα στη δωρεάν και υπεύθυνη ιατρική περίθαλψη.  Δεν ξέρω, αλήθεια, αν φταίει το σύστημα (που και αυτό απαρτίζεται από άτομα-πολίτες) ή αν φταίμε εμείς για τα αδιέξοδα, γιατί αυτή η σύγκρουση που παίζει καιρό τώρα μεταξύ μας (εσύ φταις, όχι, ο άλλος φταίει, όχι ο παραδίπλα φταίει για όλα) μου θυμίζει πολύ την αναπάντητη ερώτηση: κάνει η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα;
Όσο συνεχίζουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας με γνώμονα μόνο  το τι έκαναν ή τι δεν έκαναν σωστά οι γύρω μας, ουσιαστικά αποφεύγουμε να δούμε τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση τη συνολική εικόνα. Με άλλα λόγια, βαρέθηκα να διαβάζω αναρτήσεις για τους κακούς, ανεύθυνους, βολεμένους πολίτες και τους ανεύθυνους, ανίκανους πολιτικούς που χρόνια τώρα υποστήριζαν. Ναι, φταίμε όλοι και η συνειδητοποίηση της ευθύνης μας είναι ένα καλό, πρώτο βήμα, μόνο που στην παρούσα φάση θα πρέπει να τρέξουμε, όχι να μπουσουλάμε, σπρώχνοντάς στην πορεία μας όσους μπουσουλάνε πλάι μας, επειδή φταίνε –και καλά- πιο πολύ από εμάς. Μια ματιά στα νέα μέτρα που «κλείδωσαν» θα μας/σας πείσει, νομίζω, ως προς το γιατί αυτό είναι αναγκαίο.
Δεν σας κρύβω ότι κουράστηκα. Κουράστηκα πολύ να γράφω τα ίδια και τα ίδια σε αυτό το μπλόγκ. Κουράστηκα γιατί μια ζωή ήμουν έξω από το χορό των συμφερόντων, των επιχειρήσεων, των κολιγιών, των κομμάτων, της κουμπαριάς, των κομματικών-ιδεολογικών-λογοτεχνικών (μέχρι) κύκλων, μια ζωή ήμουν το outsider & underdog, αυτή που δεν υπολόγιζε κανείς, είτε γιατί δεν μιλούσε και κοιτούσε τη δουλειά της είτε γιατί δεν πλαθόταν για να χωρέσει στα σχήματα και τα σύνολα που ήδη υπήρχαν. Και όμως, δεν έχω δικαίωμα να κατηγορώ και να εχθρεύομαι κανέναν σας, δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου. Δεν το επιτρέπω όχι γιατί είμαι καλύτερη, αλλά γιατί δεν βγάζει και πουθενά. Σας χρειάζομαι για να υπάρξω και με χρειάζεστε για να υπάρξετε. Όταν αυτό το καταλάβουμε, το διαισθανθούμε καλά, τότε μόνο θα πιστέψω πως η αλλαγή είναι εφικτή, πως υπάρχει ελπίδα για αυτή τη τόσο διχασμένη, ανασφαλής και φανατισμένη χώρα.
Δεν θα κάνω άλλη ανάρτηση για το θέμα. Απλά κουράστηκα.

8 Ιουνίου 2011

Ας το φιλοσοφήσουμε, λοιπόν, το θέμα!


Στις δεκαετίες του ’20 και του ‘ 30, η μόρφωση θεωρούνταν από τους νεοέλληνες ως μέσο κοινωνικής ανέλιξης, γι’ αυτό και ακόμη και τα πιο φτωχά στρώματα (που τότε ήταν οι αγρότες) επιθυμούσαν να διασφαλίσουν με κάθε τρόπο τη στοιχειώδης εκπαίδευση για τα παιδιά τους (δηλαδή τα αρσενικά παιδιά τους, κυρίως). Σύμφωνα με τους ιστορικούς που διδάσκονται στα τμήματα κοινωνιολογίας των ελληνικών ΑΕΙ, λοιπόν, σε μια κοινωνία δίχως σαφή ταξικά όρια (όπως παρουσιάζεται η τότε ελληνική κοινωνία), η κοινωνική ανέλιξη δεν ήταν μόνον επιθυμητή, αλλά και εύκολη και ένας από τους τρόπους για να επιτευχθεί ήταν και μέσω της εκπαίδευσης. Επίσης, μια άλλη έκφανση αυτής της νοοτροπίας, είναι και η διαχρονική απέχθεια του έλληνα για τη χειρωνακτική και την εξαρτημένη εργασία. Σύμφωνα, πάντα, με τις ίδιες πηγές, ένας από τους λόγους που η ελληνική βιομηχανία δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην χώρα ήταν η έλλειψη εργατικών χεριών, μια και οι εργάτες εγκατέλειπαν τα εργοστάσια για να ξεκινήσουν δικά τους μικροεπαγγέλματα. Το πιο σημαντικό, ίσως, στοιχείο αυτής της τάσης είναι ότι τα μικροεπαγγάλεματα δεν επέφεραν περισσότερα κέρδη απ’ ότι η εξαρτημένη εργασία, λόγω του κατακερματισμού της αγοράς. Κοινώς, δεν γινόταν για το κέρδος, ήταν θέμα νοοτροπίας.
Τα φαινόμενα επίδειξης γνώσεων με σκοπό την ανέλιξη και αδυναμίας να διαπραγματευτούμε, να εξελιχθούμε ή να συνυπάρξουμε με άλλους σε χώρους ή καταστάσεις που δεν έχουμε εμείς απόλυτα το πάνω χέρι δεν είναι καινούργια, λοιπόν, για τους έλληνες, είναι μάλλον διαχρονικά. Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, η εξέλιξη δεν εξαρτάται μόνον από το άτομο, εξαρτάται κατά πολύ και από τις συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη περίοδο, όμως, για να αντιστρέψω το επιχείρημα, τις συνθήκες –εν μέρει- τις διαμορφώνουν και τα άτομα. Αυτό ως υπενθύμιση προς αυτούς που χάνουν το σάλιο τους στηλιτεύοντας τον ατομικισμό του σύγχρονου έλληνα, αλλά και προς αυτούς που χρησιμοποιούν τη γνώση τους με ιδιαίτερο ζήλο και στόμφο στην καθημερινότητα τους για ανεξήγητούς και ασαφείς ακόμη λόγους. Ειδικά οι τελευταίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον και θα μπορούσε κάλλιστα να γραφεί διατριβή ολόκληρη πάνω τους. Το κακό είναι ότι για να πεισθούν να συμμετάσχουν σε σχετική έρευνα, θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουν πως αυτό που τους συμβαίνει κρύβει μια μορφή παθογένειας, πράγμα δύσκολο να το παραδεχτεί ο οποιοσδήποτε από εμάς, ομολογουμένως.
Υπάρχουν και άλλα στοιχεία στα ιστορικά βιβλία, πολλά στοιχεία και διάσπαρτα, τα οποία αν συνδεθούν σε μια μεγάλη εικόνα, τότε είναι πολύ πιο εύκολο να καταλάβει κανείς τα ‘πως’ και τα ‘γιατί’ του σήμερα. Για παράδειγμα, δεν είναι τυχαίο ότι είμαστε από τα πρώτα κράτη στα Βαλκάνια που επένδυσαν στη δημιουργία εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο πως η ανάγκη που γέννησε την εθνική μας ταυτότητα πήγαζε τότε από τη συνειδητοποίηση τόσο της ανομοιογένεια μας ως έθνος, όσο και από τα οράματα των τότε διοικούντων να πλησιάσουμε με κάποιο τρόπο τα δυτικά πρότυπα.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι το θέμα της εθνικής ταυτότητας (βλέπε εθνικισμός, φασισμός, θρησκεία, γλώσσα) μας απασχολεί μέχρι και σήμερα, μια και σε περιόδους αναταραχής αισθανόμαστε πως είναι το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να μας ενώσει ή να μας στυλώσει ηθικά. Δεν είναι, επίσης, τυχαίο πως η συνεχής σύγκριση-κόμπλεξ κατωτερότητας-και-κατά συνέπεια απέχθεια προς τους ξένους καθορίζει τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας. Βλέπετε, όταν προσπαθήσαμε να προσαρμοστούμε στα δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς και ανάπτυξης, δεν είχαμε τα απαραίτητα εφόδια για να τα προσεγγίσουμε και να τα αφομοιώσουμε επαρκώς. Αντί, λοιπόν, να βρούμε τρόπους να χτίσουμε μια ταυτότητα ή μια αίσθηση του συλλογικού εαυτού μας, όπου θα συνυπάρχουν πολλά και διαφορετικά στοιχεία σε ένα –ίσως και λίγο αντικρουόμενο- όλον, εμείς πιάσαμε τα δύο άκρα: είτε απόλυτη αποδοχή είτε απόλυτη απόρριψη των εξωτερικών ερεθισμάτων ή προσταγών. Κάποιοι το κατάφεραν, βέβαια, αλλά που βρίσκονται και πόσο ακούγονται σήμερα και πάντα είναι κάτι που χωρά πολύ συζήτηση.
Δεν θα μιλήσω για συγκρούσεις, ασυνεννοησία, μυστικές συμφωνίες και γραφειοκρατικές και πολιτικές λοβιτούρες, η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από αυτές και η διόγκωση αυτής ακριβώς της νοοτροπίας μας έχει φέρει στο σήμερα, στην απόλυτη σιχαμάρα του συστήματος και την αγανάκτηση. Διότι, κακά τα ψέματα, συμφωνίες και συστήματα που χτίζονται σε τέτοια πρότυπα –πρότυπα που θυμίζουν μαφία- δεν διασφαλίζουν ποτέ τους εμπλεκόμενους, ούτε τους εξουσιάζοντες ούτε τους εξουσιαζόμενους. Έχετε δει πως δίνουν οι μαφιόζοι τα χέρια και μετά, όταν τα συμφέροντα της μίας ομάδας έρθουν και ακουμπήσουν πάνω στα όρια των συμφερόντων της άλλης, το πρόβλημα λύνετε απλά και μεθοδικά: ξεπάστρεμα του αντιπάλου. Στη σύγχρονη κομματοκρατία δεν είδαμε ακόμα αυτόματα όπλα, μα είδαμε κουκουλώματα και ομερτά και στο καπάκι πολιτικά καρφώματα, αδειάσματα και καρατομήσεις, όλα με το γάντι και μπόλικη ρητορεία, διότι ο δημόσιος βίος και λόγος, απαιτεί και κάποιες συνθήκες για να νομιμοποιείται στα μάτια του όχλου-λαού και να μην γίνεται ένα με τα κατακάθια της κοινωνίας μας.
Το μεγαλύτερο, ίσως, ενδιαφέρον –ώστε να καταλάβουμε επαρκώς το πώς δουλεύει η κοινοβουλευτική δημοκρατία στο τόπο μας- το παρουσιάζουν οι οπαδοί των κομμάτων και όχι τόσο οι πολιτικοί. Οι οπαδοί είναι που –πιθανώς- με το λόγο και τις πράξεις τους έχουν την πιο άμεση και ορατή επιρροή στην κοινή γνώμη.  Εδώ χρειάζεται πολύ έρευνα και προσοχή, ώστε να μην χρεώσεις άτομα και ομάδες με αναίτια και αστήρικτα σιχτίρια ή εύσημα. Πάμε στους οπαδούς και τους αγανακτισμένους, λοιπόν. Κάποιοι από τους αγανακτισμένους είναι και οπαδοί κομμάτων, αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Είδαμε, ας πούμε, την προσπάθεια των συνδικάτων να εισχωρήσουν και αυτοί στις κινητοποιήσεις και το γιουχάισμα που αποκόμισαν. Είδαμε και την προσπάθεια πολιτικών οπαδών να κάνουν το ίδιο και να απορρίπτονται από το πλήθος. Η δυσαρέσκεια ήταν διάχυτη και από τις δύο ομάδες. Προς τι, όμως, η δυσαρέσκεια, κύριοι και κυρίες; Σε αυτό τον κόσμο, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος και προφανώς τα δικά σας αποτελέσματα δεν έπεισαν. Ναι, σε μια δημοκρατία δεν επιτρέπεται τέτοια τρομοκρατία, αλλά με την ίδια λογική, σε μια δημοκρατία επιτρέπεται και η μαζική έκφραση δυσαρέσκειας ή κριτική των ατόμων-ομάδων που εμπλέκονται με τα κοινά. Αν δεν σας θέλουν εκεί, μάλλον θα υπάρχουν λόγοι. Αντί, λοιπόν, να αναλογιστούμε τους λόγους και να τους αξιολογήσουμε, οι οπαδοί με δημόσιο βήμα πέρασαν στη φιλοσοφία-αντεπίθεση. Και πως αντιμετωπίζουν οι οπαδοί με δημόσιο βήμα την παρούσα κατάσταση; Ποικιλοτρόπως, θα έλεγα, μα σίγουρα όχι αποτελεσματικά. Κάντε ένα γύρω στην μπλογκόσφαιρά και θα δείτε τι εννοώ. Οι απόψεις που κυκλοφορούν είναι αρκετές για να προκαλέσουν πανικό, στην καλύτερη και σχιζοφρένεια, στη χειρότερη.
Ξεκινήσαμε με σοκ και απέχθεια για την απολιτικ χροιά της μάζας, λες και αυτό δεν το γνωρίζαμε, λες και πέσαμε από τα σύννεφα που ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας απεχθάνεται πλέον τα κόμματα. Τα πρόσφατα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών ξεχάστηκαν. Η αποχή ξεχάστηκε. Πάμε παρακάτω. Μετά ήρθε –και πάλι- ο φόβος της ανομοιογένειας των αιτημάτων ή της –φαινομενικής- έλλειψης αιτημάτων. Λες και η αγανάκτηση δεν έχει ταυτότητα, λες και η επικαιρότητα των τελευταίων 2 ετών δεν μας χτύπησε καμπανάκια, λες και δεν συνυπάρχουμε και δεν συζητάμε μεταξύ μας, λες και η γκρίνια, η μιζέρια, η κατάθλιψη δεν έχουν ξεκάθαρες αιτίες ξαφνικά. Όπως σωστά έγραψε γνωστή μπλόγκερ, όταν τα αιτήματα είναι κάτω από μια κομματική σημαία, οι διαφορές κρύβονται και ας υπάρχουν, όταν δεν είναι, τότε τις θεωρούμε μέγα πρόβλημα!
Βγήκαν και τα ψηφίσματα των συνελεύσεων στη δημοσιότητα και υπερτονίστηκε για άλλη μια φορά το πόσο ανώριμοι και άξεστοι είμαστε, σε σύγκριση με τους Ισπανούς. Μετά, βέβαια, μάθαμε ότι η πλατεία χωρίζεται πλέον σε ομάδες (κάτω πλατεία, πάνω πλατεία κτλ), όμως ποτέ δεν μάθαμε ποιοι συντάσσουν αυτά τα ψηφίσματα, ποιοι τα διοχετεύουν στη δημοσιότητα και πόσοι τα επικροτούν από τους συγκεντρωμένους. Και μετά ήρθε το δίλλημα της άμεσης δημοκρατίας: το πέρασμα από τον άκρατο κυνισμό στον ουτοπικό ρομαντισμό της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας, δίχως να αναρωτηθούμε ποιος διοχετεύει αυτές τις ιδέες προς συζήτηση ή έστω, δίχως να αναλογιστούμε αν η γενικότερη σύγχυση του καινούργιου σκηνικού επιτρέπει και δικαιολογεί απόλυτα τέτοια ψυχανεμίσματα και αναρωτήσεις.
Και μαζί ήρθε και ο προβληματισμός: ποιοι είναι όλοι αυτοί στις πλατείες, σε ποια ιδεολογία ανήκουν, τι φοράνε, πως μουντζώνουν, τι φωνάζουν, τι λένε, ποιον ψηφίζουν και σε ποιο κοινωνικό στρώμα ανήκουν ακριβώς; Θυμάσαι εκείνη την κυρία που κλαίγονταν που της έκοψαν 1000 ευρώ από το μισθό της, όλα σε επιδόματα; Ε, πιθανώς να είναι τώρα μία από τους χιλιάδες αγανακτισμένους, πράγμα που σημαίνει τι ακριβώς; Μα φυσικά ότι η αγανάκτηση έχει και διαχωριστικές γραμμές τελικά και δεν θα κατέβω εγώ να διαδηλώσω δίπλα της, διότι δεν βγάζω ούτε καν τα μισά απ’ όσα της έκοψαν και την ώθησαν να αγανακτήσει. Ώρα να χωριστούμε σε ομάδες και πάλι, διότι πολύ μπουρδουκλωθήκαμε μεταξύ μας και η ιστορία μας, αλλά και τα πολιτικά μας φρονήματα δεν μας το επιτρέπουν. Λες και η δικιά μας ιδεολογία είναι αλάνθαστη, δεν είναι κομμάτι μιας γενικότερης νοοτροπίας που επέτρεψε –ας πούμε- στην εν λόγω κυρία να βολευτεί επί χρόνια ολόκληρα στην ευημερία των επιδομάτων της. News Flash: το ίδιο σύστημα που τη διόρισε στο δημόσιο και της έδωσε παχυλά επιδόματα, είναι αυτό που στέρησε ευκαιρίες και απολαβές από εσένα και στην πορεία πήρε πίσω τα όσα έδωσε και σε αυτούς που αρχικά ευνόησε. Ο εχθρός σου δεν είναι η κυρία που στέκει δίπλα σου, ο εχθρός σου είναι μια ολόκληρη νοοτροπία που βρίσκει εκφραστές στα πρόσωπα κάποιων και πρόθυμους οπαδούς στα πρόσωπα άλλων. Πόσοι, όμως, είναι αυτοί; Τους μετρήσαμε ποτέ ποσοτικά; Να ένα καλό ερώτημα, που αν απαντηθεί με ακρίβεια, μπορεί να μας βοηθήσει να αποφύγουμε τους συναισθηματισμούς και τα σιχτίρια για ένα ολόκληρο έθνος. Βέβαια, για να μετρηθεί με ακρίβεια, χρειάζεται να κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό για να διενεργήσει εκτεταμένες έρευνες. Για την ώρα οι ‘’εξειδικευμένοι’’ της χώρας είτε είναι άνεργοι και προς μαζική μετανάστευση, είτε φιλοσοφούν ως οπαδοί κομμάτων και ιδεολογιών, είτε ασχολούνται με το να βρίσκουν λύσεις για τα κομματικά και κρατικά επιτελεία.
Κάποιοι δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τις διαχωριστικές γραμμές, λοιπόν. Αυτοί που το κατάφεραν –έστω και στο ελάχιστο- μπήκαν σε νέους προβληματισμούς: και τώρα τι; Κάποιοι προβληματίζονται για το ενδεχόμενο εξόδου από το μνημόνιο και τις επιπτώσεις στην οικονομία, άλλοι υποστηρίζουν την έξοδο από το μνημόνιο, αλλά φοβούνται το κενό εξουσίας που την ακολουθεί. Άλλοι πάλι μιλάνε για σωστή εφαρμογή του και άλλη για διαπραγμάτευση των όρων του. Άλλοι –και εδώ επικρατεί ίσως η μεγαλύτερη σχιζοφρένεια του δημόσιου λόγου- επιχειρούν α) να εξηγήσουν την κατάσταση με φιλοσοφικούς, κοινωνιολογικούς και πολιτικούς όρους ή αναδρομή στο παρελθόν και β) να αναλογιστούν τι δεν έκαναν σωστά και τι πρέπει να κάνουν τώρα για να πάρουν τους απολιτίκ με το μέρος τους. Υπάρχουν και άλλοι, αυτοί που από τις πολλές αναδρομές στο παρελθόν, οσφρίζονται ήδη την πιθανότητα μιας νέας δικτατορίας ή μιας εθνικιστικής έξαρσης.
Δεδομένης της ιστορικής μας πορείας και της νοοτροπίας μας ως προς αυτά που μας ενώνουν, δεν μου προκαλεί εντύπωση η ροπή που παίρνει η σκέψη μας. Πιστεύουμε ακράδαντα πως οι έλληνες δεν μαθαίνουν ποτέ από τα λάθη τους, είναι χαμηλού νοητικού επιπέδου, συναισθηματικοί και αυθόρμητοι, έρμαια των δημαγωγών και πάντα κατώτερα ξαδέρφια των ευρωπαίων. Κοινώς, έχουμε τη χειρότερη εντύπωση για τους εαυτούς μας, πράγμα που μπορεί να μην είναι απόλυτα λάθος, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι ακριβές, ελπιδοφόρο και ευνοϊκό προς οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής.  Από την άλλη πάλι, οι διαφορετικές προβλέψεις για την τροπή που μπορεί να πάρει η παρούσα κατάσταση δείχνουν, αν μη τι άλλο, πως η ανομοιογένεια που επικρατεί σε επίπεδο σκέψης και ιδεολογίας στην Ελλάδα δεν επιτρέπει γενικεύσεις για το χαρακτήρα του πλήθους, μα ούτε και την επιβολή μιας καθολικής και περιοριστικής λύσης.
Και ξαφνικά βρισκόμαστε σε αυτό που οι «φίλοι» μας οι ξένοι αποκαλούν uncharted territory… Τώρα είναι η στιγμή που τα πιο προοδευτικά, τα πιο ψύχραιμα και διαβασμένα μυαλά της χώρας αυτής, φωνές που κάποτε ίσως να ήταν στο περιθώριο, θα μπορούσαν να μας καθησυχάσουν, να μας καθοδηγήσουν ή έστω να μας κατανοήσουν. Και τι κάνουν;
Κάποτε υπήρξε ένα κίνημα ακαδημαϊκής σκέψης που υποστήριζε πως οι διανοούμενοι της ακαδημίας φιλοσοφούν και γνωμοδοτούν για την κοινωνία και την πολιτική, κλεισμένοι ερμητικά στους «γυάλινους πύργους» τους, αποκομμένοι ουσιαστικά από το ίδιο το αντικείμενο της μελέτης τους, παράγοντας θεωρίες που έχουν περισσότερη αξία για τους ομότιμους τους και λιγότερο για την ίδια την κοινωνία που επιχειρούσαν να επηρεάσουν ή να αλλάξουν. Πολύ φοβάμαι πως το πιο δυναμικό, το πιο ικανό, το πιο ίσως ελπιδοφόρο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας κάνει αυτό ακριβώς που περιγράφεται παραπάνω: φλυαρεί –σε θεωρητικό επίπεδο πάντα- άσκοπα με τους ομότιμους-ομοϊδεάτες του, καταλήγοντας πάντα στο συμπέρασμα πως οι υπόλοιποι είναι πολύ λίγοι-παραπλανημένοι-άξεστοι και βολεμένοι για να τους κατανοήσουν. Όσοι πάλι δεν πέφτουν σε αυτή την παγίδα, απλά σιωπούν ή και μεταναστεύουν σε άλλες χώρες, διαβλέποντας ήδη τις ανούσιες προοπτικές μιας εμπλοκή τους σε τέτοιους διαλόγους.
Αν κοιτάξουμε προσεκτικά την εικόνα που έχουμε μπροστά μας αυτή τη δεδομένη χρονική στιγμή θα βρούμε πολλά νέα, αλλά και πολλά παλιά κομμάτια της ιστορικής μας πορείας ως λαός. Θα δούμε που γυρνάει η σκέψη μας όταν μας καταβάλει ο φόβος. Θα δούμε πως και γιατί πάντα πρέπει να διαχωρίζουμε τους εαυτούς μας από τους άλλους, γιατί δεν έχουμε υπομονή να ακούσουμε την άλλη άποψη, γιατί δεν μπορούμε να σκεφτούμε πέρα από ομάδες και κόμματα, ιδεολογίες και περιχαρακώσεις. Θα καταλάβουμε γιατί το καινούργιο μας τρομάζει και πρέπει να επιστρέφουμε συνεχώς στο παρελθόν και σε υπάρχοντα νοητικά σχήματα για να καταλάβουμε το παρόν. Σε αυτή τη δύσκολη και περίεργη φάση, όμως, θα πρέπει να υπάρξει αλληλοβοήθεια και όχι φαγωμάρα. Θα πρέπει αρχικά όλοι εμείς να κοπιάσουμε για να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε την κατάσταση και τον εαυτό μας, αλλά και όσοι ήδη πιστεύουν πως γνωρίζουν και έχουν τις ιδέες, να βγουν από τους πύργους τους, να αναθεωρήσουν τις θεωρίες τους και να κάνουν αυτό που είτε η επιστήμη είτε η συνείδηση τους προστάζει: να τις διαχύσουν με απλή και κατανοητή επιχειρηματολογία και γλώσσα σε ολόκληρη την κοινωνία, ώστε να τη διαφωτίσουν και να την πληροφορήσουν, πριν οποιαδήποτε λύση ή συμφωνία να αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα. Διότι, ας μην γελιόμαστε, δεν υπάρχει τόσο έλλειμμα παιδείας, όσο έλλειμμα σωστής πληροφόρησης και ψύχραιμου διαλόγου.