13 Απριλίου 2010

This could have been anyone's story.....


Η Βάλια προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της, μα τα ένιωθε πρησμένα και υγρά. Έκανε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη, μα το κορμί της δεν υπάκουε τις εντολές που του έδινε. Τα πόδια της έκαιγαν, λες και κάποιος έχυνε πάνω τους καυτό νερό. Αναρωτήθηκε σιωπηλά αν θα έπρεπε να ανησυχήσει, μα η μνήμη της την βοήθησε, προβάλλοντας με απίστευτη ταχύτητα δεκάδες εικόνες από το προηγούμενο βράδυ. Δεν της πήρε πολύ ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει τι της συνέβαινε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την είχε πάρει ο ύπνος με το κορμί της να πονά και τα δάκρυα να πλημμυρίζουν ακόμη τα μάτια της. Η ιστορία επαναλαμβάνονταν σχεδόν κάθε βράδυ από τη μέρα που παντρεύτηκε.

Τη θυμόταν ακόμη εκείνη τη μέρα με κάθε λεπτομέρεια. Η ζέστη ήταν αφόρητη, Αύγουστος μήνας, μα αυτή άστραφτε φορώντας το ολόλευκο, στράπλες νυφικό της και τα ολόφρεσκα, ροζ τριαντάφυλλα στα μαύρα της μαλλιά. Το αψεγάδιαστο πρόσωπο της έκανε τον κόσμο που την περίμενε ανυπόμονος στα σκαλιά της εκκλησίας να σιωπήσει για μερικά δευτερόλεπτα, κοιτάζοντας την όλο θαυμασμό. Θυμόταν ακόμη το ανήσυχο βλέμμα του πατέρα της και του αδερφού της, καθώς την βοηθούσαν να βγει από το στολισμένο με λουλούδια αυτοκίνητο και ν’ ανέβει τα σκαλιά. Η σιωπή και τα γεμάτα αμηχανία χαμόγελα τους, κάθε που τα φλας των φωτογραφικών μηχανών άστραφταν, την έκανε να θέλει να βάλει τα κλάματα, να τους ζητήσει συγνώμη. Κανείς τους δεν ήθελε αυτό το γάμο, μα όλοι υποχώρησαν στις πιέσεις της, όταν ανακάλυψε πως είχε μείνει έγκυος.

Τα νέα του μωρού τους είχαν αφήσει όλους άφωνους, ακόμη και την ίδια. Όλοι τους περίμεναν να αφήσει πίσω τη σχέση της με το Δημήτρη και να εγγραφεί στη σχολή που χρόνια τώρα έλεγε πως θέλει να παρακολουθήσει. Το ίδιο ακριβώς πίστευε και η ίδια πως θα έκανε, μα ο ερχομός του παιδιού άλλαξε τα πάντα μέσα της. Οι ισορροπίες χάθηκαν και το συναίσθημα κάλυψε τη λογική, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της. Όσο και να το αναμάσησε μέσα στο μυαλό της, δεν μπορούσε να πάρει την απόφαση να δολοφονήσει το παιδί της. Οι γονείς της την είχαν μεγαλώσει αλλιώς, της είχαν μάθει από μικρή να σέβεται τη ζωή σε κάθε της μορφή. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που της έμαθαν όλα αυτά, ήταν αυτοί, που όταν τους ανακοίνωσε την απόφαση της να κρατήσει το παιδί, την κοιτούσαν αμίλητοι, τα πρόσωπα τους γεμάτα ανησυχία και απογοήτευση.

Η δική της έκφραση θα ήταν γεμάτη τρόμο, αν είχε τη δύναμη εκείνη τη στιγμή να μοιραστεί μαζί τους τις σκέψεις της. Μόλις τα πρώτα προβλήματα μεταξύ της ίδιας και του Δημήτρη έκαναν την εμφάνιση τους, η Βάλια προσπάθησε με κάθε τρόπο να κρατήσει την προσωπική της ζωή κρυφή από τους γονείς της. Τα ψέματα που ήταν αναγκασμένη να τους λέει την πονούσαν και την κούραζαν, μα δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο τρόπο να τους προστατεύσει από τις επιλογές της. Στο μπερδεμένο της μυαλό, έβλεπε τον εαυτό της σαν έναν μεγάλο και δυνατό κυματοθραύστη. Οι γονείς της ήταν η στεριά της και τα λόγια και οι πράξεις του άντρα που αγάπησε ήταν τα κύματα που έσκαγαν με φόρα πάνω της, μα, ευτυχώς, δεν έφταναν ποτέ στη στεριά για να την καταστρέψουν.
Κανείς τους δεν το γνώριζε, μα ο Δημήτρης την είχε χαστουκίσει με περίσσια δύναμη, όταν του είχε ανακοινώσει την εγκυμοσύνη της. Δεν ήταν το χαστούκι που την πόνεσε τόσο, όσο τα βαριά του λόγια για την ίδια και την οικογένεια της. Πάντα σχολίαζε με τον χειρότερο τρόπο τους οικείους της, λες και του χρωστούσαν κάποια χάρη για κάποιο ευεργέτημα που τους έχει κάνει, το οποίο αρνούνταν οι ίδιοι να αναγνωρίσουν. Τα θυμωμένα μάτια του, οι φλέβες του λαιμού του, που διαγράφονταν πεντακάθαρα λόγω της οργής που διαστρέβλωνε τη φωνή του, το βαρύ του χέρι πάνω στο πρόσωπο της, όλα αυτά δεν την τρόμαζαν πια. Αυτό που την έκανε να κουλουριάζεται στο πάτωμα και να κλαίει σιωπηλά με τα μάτια κλειστά ήταν τα λόγια του. Αυτά τα λόγια που, σαν γίνουν προτάσεις, μοιάζουν με φονικά όπλα.

Η Βάλια δεν γνώριζε πως οι λέξεις είχαν τέτοια καταστροφική δύναμη, μέχρι που γνώρισε τον Δημήτρη. Τον γλυκομίλητο, ευυπόληπτο και πάντα χαμογελαστό Δημήτρη. Ούτε και η ίδια δεν είχε φανταστεί τι έκρυβε κάτω από τη μάσκα του γλυκού του χαμόγελου. Κάποτε τα δυο του χέρια ήταν η αρχή και το τέλος της σκέψης της. Τα μάτια του, ο τρόπος που την κοίταζε, όλο θαυμασμό και ανάγκη, ήταν το καταφύγιο της απ’ όλους και όλα. Αυτά τα ίδια μάτια ήταν τώρα ο κρυφός της εφιάλτης. Αυτά τα ίδια χέρια κατέληγαν συχνά, όταν έχανε τελείως τον έλεγχο της αρρωστημένης του οργής, να σφίγγουν το λαιμό της, να της κλέβουν τον αέρα. Μα ήταν τα λόγια του που άφηναν τις χειρότερες μελανιές μέσα της. Οι βρισιές, οι απειλές, οι κατηγόριες, τα πικρόχολα σχόλια, που πάντα έβρισκαν με απίστευτη ακρίβεια το στόχο τους. Αυτά ήταν που την έκαναν κάθε βράδυ να κλαίει κουλουριασμένη στο πάτωμα και όχι η κλωτσιές που δεχόταν, καθώς προσπαθούσε να συρθεί πάνω του και να βρει καταφύγιο κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας.

Οι πληγές που δεν φαίνονται είναι οι χειρότερες, μα το να μένουν έτσι, αόρατες στους γύρω, βόλευε τους πάντες. Ακόμη και την ίδια την Βάλια. Μετά το βεβιασμένο γάμο της, ο φόβος της μήπως και αμαυρωθεί η εικόνα του αγαπημένου ζευγαριού που ήθελε να προβάλει προς τα έξω ο άντρας της, επισκίαζε αυτόν που αισθανόταν για τον ίδιο τον Δημήτρη. Όταν λοιπόν η βαριά πόρτα του διαμερίσματος που μοιραζόταν έκλεινε, κανείς δεν γνώριζε το μαρτύριό της. Έτσι τουλάχιστον πίστευε η ίδια, αν και κάποιος πρέπει να είχε ακούσει τόσο καιρό τις φωνές της, τα κλάματα, τους ήχους που άφηνε το κορμί της, καθώς έπεφτε πάνω στα έπιπλα και το ξύλινο πάτωμα, από τις σπρωξιές και τις κλωτσιές που δεχόταν. Ποιος όμως θα μπορούσε να την σώσει; Το τρίπατο οίκημα στο οποίο έμενε, φιλοξενούσε μόνον τους συγγενείς του άντρα της και κανείς τους δεν τολμούσε να επέμβει σε όσα άκουγε. Οι ίδιοι ισχυριζόταν πως ο άντρας της τους είχε απαγορεύσει οποιαδήποτε παρέμβαση στα οικογενειακά του. Αυτή όμως γνώριζε πως δεν ήταν οι δικές του ρητές εντολές που κρατούσαν την οικογένεια του έξω από τα «του οίκου» του. Η αλήθεια ήταν πως οι δικοί του ενδόμυχα επικροτούσαν τις φωνές και τους ξυλοδαρμούς, ως τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ των ζευγαριών. Πως αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει τη σιωπή τους;
Η Βάλια προσπάθησε, για ακόμη μια φορά, να ανοίξει τα μάτια της. Ένα δυνατό φως εισέβαλε μέσα τους και την έκανε να μορφάσει γεμάτη δυσαρέσκεια. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα της, δίνοντας χρόνο στην όραση της να προσαρμοστεί. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως δεν κοιτούσε κατάματα τον ήλιο, αλλά κάποια στρογγυλή και εκτυφλωτικά λαμπερή λάμπα, που κρέμονταν μερικά εκατοστά πάνω απ’ το κεφάλι της. Δυο σκοτεινές φιγούρες έσκυψαν από πάνω της, μετριάζοντας έτσι το φως που έλουζε το πρόσωπο της και την τύφλωνε. Ανοιγόκλεισε ξανά τα βλέφαρα της για να μπορέσει να διακρίνει τα πρόσωπα τους. Τα στόματα τους ήταν καλυμμένα με λευκές ιατρικές μάσκες. Τα μαλλιά τους ήταν προσεκτικά τακτοποιημένα μέσα στα πράσινα ιατρικά σκουφιά που κάλυπταν το κεφάλι τους. Η Βάλια μπορούσε να δει μόνο τα μάτια τους, μα και αυτά δεν μπορούσε να τα διακρίνει ξεκάθαρα.

«Που βρίσκομαι;», ψέλλισε και η φωνή της δεν έβγαλε ήχο.
«Κώστα, θα την αναλάβεις εσύ; Έχω κανονίσει χειρουργείο σε 2 ώρες και τα μάτια μου κλείνουν ήδη από τη νύστα», είπε ο ένας από τους δύο, γυρίζοντας της την πλάτη και περπατώντας αργά προς το μεταλλικό πάγκο που βρισκόταν στην άκρη του δωματίου.
«Και αυτό εγώ; Γαμώ την τύχη μου απόψε!», του απάντησε ο άλλος και της γύρισε και αυτός την πλάτη του γεμάτος εκνευρισμό.

Η Βάλια ανασήκωσε ελαφρώς το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο χώρο. Δεν είχε καμιά αμφιβολία πλέον για το πού βρισκόταν, μα δεν μπορούσε να θυμηθεί με τίποτα πως βρέθηκε εκεί, ξαπλωμένη στο εξεταστικό κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Έκανε να ανακαθίσει και ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει προς τα εμπρός, βαρύ σαν πέτρα. Έσφιξε τα δόντια της και τράβηξε όλους τους μυς του σβέρκου της για να το επαναφέρει. Το κατάφερε, μα η απότομη κίνηση την έκανε να ζαλιστεί στιγμιαία. Τα πάντα μαύρισαν και πάλι και έπειτα η ματιά της γέμισε χιλιάδες χρωματιστούς κύκλους. Έκλεισε τα μάτια της και ανάπνευσε βαθειά, περιμένοντας υπομονετικά να συνέλθει.

Στο μυαλό της πετάχτηκε η εικόνα του γιορτινού τραπεζιού της πεθεράς της. Όλοι οι συγγενείς του άντρα της ήταν εκεί όταν τους ανακοίνωσε πως τον επόμενο Σεπτέμβριο ξεκινά μαθήματα στη σχολή που πάντα ήθελε να παρακολουθήσει. Το βλέμμα του Δημήτρη άστραψε. Τα στόματα των συγγενών του έμειναν ερμητικά κλειστά. Ούτε ένας δεν της ευχήθηκε καλή αρχή, μόνον με την άκρη του ματιού τους κοιτούσαν το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του Δημήτρη. Όταν η πόρτα του διαμερίσματος έκλεισε πίσω τους, το μόνο που θυμάται είναι να της αρπάζει την 9μηνών κόρη τους απ’ τα χέρια και να την πετά στον καναπέ. Το κλάμα της πλημμύρισε ξανά τ’ αυτιά της και η Βάλια πετάχτηκε σαν ελατήριο από το εξεταστικό κρεβάτι.
«Πρέπει να φύγω! Η Ανθούλα μου….Πρέπει να φύγω!», φώναξε σαστισμένη. Ο άντρας που ήταν μαζί της στο δωμάτιο δεν φάνηκε να την ακούει. Έμεινε με την πλάτη του γυρισμένη να ψαχουλεύει το κουτί με τα εξεταστικά γάντια.
Η Βάλια εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε στο πάτωμα. Ήταν ξιπόλητη. Έσκυψε για να βρει τα παπούτσια της και κοίταξε τα πόδια της. Ήταν γεμάτα μελανά σημάδια και πληγές που έτρεχαν φρέσκο αίμα. Σκούπισε βιαστικά όσο αίμα μπορούσε με την νοσοκομειακή ρόμπα που φορούσε και άρχισε να περπατά με γρήγορο βήμα προς την έξοδο.
Όταν άνοιξε την πόρτα ένας μακρύς, ολόλευκος διάδρομος απλώθηκε μπροστά της. Τα φωτιστικά φθορίου που τον διέτρεχαν έκαναν τους τοίχους και το πάτωμα να λαμπιρίζουν, όπως όταν ο ήλιος χτυπά πάνω στο χιόνι. Έβαλε το χέρι της προστατευτικά πάνω από τα μάτια της και περίμενε. Όταν τα μάτια της έπαψαν να τσούζουν, κοίταξε στο βάθος του διαδρόμου και χαμογέλασε ανακουφισμένη. Ήταν όλοι εκεί και την περίμεναν, οι γονείς της, ο Δημήτρης, η μητέρα του και η μικρή Ανθούλα, η οποία έδειχνε ανήσυχη στην αγκαλιά του πατέρα της.
Η Βάλια άρχισε να περπατά βιαστικά προς το μέρος τους. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο γερασμένο πρόσωπο του πατέρα της. Ένα δάκρυ είχε στάξει από την άκρη του ματιού του και κυλούσε αργά πάνω στο σκαμμένο απ’ το θαλασσινό αέρα μάγουλό του. Δεύτερο ακολούθησε και έπειτα ένα τρίτο. Τα δάκρυα συγκεντρώνονταν τώρα με μεγαλύτερη ταχύτητα στην άκρη του σαγονιού του, έσταζαν, έφτιαχναν διάφανες λιμνούλες στο πάτωμα. Η Βάλια σταμάτησε και έμεινε να τον κοιτάει. Το μυαλό της πήγε πίσω στο χρόνο, τότε που μικρό κορίτσι, περίμενε στην άκρη του δρόμου την επιστροφή του από την δουλειά. Θυμήθηκε το παλιό κόκκινο αμάξι του, καθώς έστριβε μέσα στο χωματόδρομο που οδηγούσε στην αυλόπορτα του σπιτιού τους στο χωριό. Θυμήθηκε το χαρούμενο γέλιο της, καθώς έτρεχε κατά πάνω του να τον αγκαλιάσει. Θυμήθηκε το πρόσωπο του, που ήταν γεμάτο κρυφή χαρά, και τα μάτια του, που ήταν πάντα υγρά.
«Θα σε σκοτώσω! Γιατί την Βάλια μου βρε! Την Βάλια μου!». Η φωνή της μητέρας της έκανε την αναπνοή της να σταματήσει. Κάθε λέξη και μια κραυγή οργής, μια κραυγή θρήνου και απελπισίας. Έσπαγαν οι συλλαβές, γέμιζαν με πόνο και λυγμούς. Τα μάτια της Βάλιας ήταν τώρα ορθάνοιχτα, γεμάτα τρόμο. Η μητέρα της άπλωσε τα χέρια της να αρπάξει τον Δημήτρη, που πισωπάτησε χλωμός, μα ανέκφραστος. Η πεθερά της τον τράβηξε από το μπράτσο και μπήκε ανάμεσα τους. Η κορούλα της, η Ανθούλα της, είχε σχεδόν πολτοποιηθεί ανάμεσα στα τρία σώματα και τσίριζε απεγνωσμένα.
Η Βάλια άρχισε τώρα να τρέχει, μήπως και προλάβει να την σώσει απ’ την οργή και την απροσεξία των μεγαλύτερων, που ήταν εκεί για να την προσέχουν. Πάσχιζε να την φτάσει, μα τα πόδια της κινούνταν απελπιστικά αργά, λες και έτρεχε μέσα σε νερό. Η αναπνοή της έβγαινε τώρα ακανόνιστη, καθώς τα πόδια της κινούνταν όλο και πιο αργά. Η αγωνία της κορυφωνόταν με κάθε νέα της προσπάθεια. Περίμενε πως οι κτύποι της καρδιάς της θα την είχαν ήδη ξεκουφάνει, μα δεν άκουγε τίποτα. Μια ανατριχιαστική ησυχία γέμιζε τ’ αυτιά της. Σήκωσε το χέρι της και σκούπισε βιαστικά το μάγουλό της, που ώρα τώρα το ένιωθε υγρό. Η παλάμη της γέμισε αίματα. Την κοίταξε τρομοκρατημένη και τα πόδια της κόλλησαν στο πάτωμα. Το κόκκινο, πηχτό υγρό έσταζε αργά από τα δάχτυλα της στο λευκό πάτωμα, μα δεν άφηνε λεκέδες. Η Βάλια ακολούθησε με το βλέμμα της την καθοδική του πορεία. Το πάτωμα είχε μετατραπεί σε μια άσπρη, αδιαφανή λίμνη. Το λευκό υγρό κάλυπτε τώρα τα γόνατα της. Σήκωσε τα μάτια της προς το βάθος του διαδρόμου. Ο πατέρας της γύρισε το κεφάλι του αργά προς το μέρος της, μα πριν προλάβει να δει για μια τελευταία φορά τα υγρά, κόκκινα από το κλάμα μάτια του, το πάτωμα την κατάπιε. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν το σπαραχτικό κλάμα της κόρης της.
Η Βάλια έφυγε από τη ζωή στα 23 της. Οι ιατροδικαστές αποδίδουν το θάνατό της σε παθολογικά αίτια. Οι γονείς της μιλούν για δολοφονία. Κανένα δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ακόμη για το ποιος από τους δυο έχει δίκιο.

2 σχόλια:

με λένε Νατάσσα είπε...

Απλώς συγκλονιστικό!

anidifranco είπε...

Το τραγικό είναι ότι βασίζεται σε πραγματική ιστορία και όχι φανταστική. Τα γεγονότα είναι πραγματικά, οι περιγραφές μόνο είναι φανταστικές. Σου παραθέτω το παρακάτω quote από έγκυρη ελληνική εφημερίδα. Τα λέει όλα πιστεύω.
«Οι περισσότερες γυναίκες στη χώρα μας (56%) δέχονται μερικές φορές ή και συχνά καταχρηστικές συμπεριφορές του συντρόφου τους, οι οποίες συνδέονται με τη λεκτική ή και την ψυχολογική βία. Δεν δίνουν όμως ιδιαίτερο βάρος. Από το σύνολο των γυναικών αρκετές θα χαρακτηρίσουν την ενδοοικογενειακή βία ως λάθος, αλλά όχι έγκλημα (11,2%), ενώ ανάμεσα στις γυναίκες - θύματα βίας το ίδιο θα πει το 12,51%. Tο 33,3% των γυναικών που υφίστανται τη βία του συντρόφου τους αισθάνονται υπεύθυνες γι' αυτή.»