17 Μαΐου 2010

Fear and loathing στη χώρα των 12 θεών του Ολύμπου. The sequel

Α! η συνέχεια της ιστορίας μου είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Στο ίδιο μπλοκ, διαβάζω ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο, στο οποίο, με μεγάλη καυστικότητα, ο συγγραφέας περιγράφει τις εμπειρίες του, ως ένοικος σε ένα παμπάλαιο και πανάκριβο υπόγειο της συνοικίας του Κολωνακίου, στην Αθήνα. Ο δύσμοιρος δάσκαλος/καθηγητής έρχεται αντιμέτωπος με ξεπεσμένες γηραιές κυρίες της παλιάς αριστοκρατίας, οι οποίες, αν και μιλούν άπταιστα αγγλικά (άρα πιθανώς μορφωμένες), παρόλα αυτά τον αντιμετωπίζουν αρχικά με καχυποψία, νομίζοντας πως είναι Αλβανός. Φυσικά, η στάση τους απέναντι του αλλάζει, μόλις πληροφορούνται την Ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Μίσος, καχυποψία και φόβος, η εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας, δοσμένη μέσα από το σαρκαστικό βλέμμα του «ξένου» συμπολίτη.
Στην αρχή γέλασα. Το βρήκα διασκεδαστικό, αν και κάπως πικρό. Γέλασα γιατί το αναγνωρίζω αυτό το βλέμμα, αυτή την οπτική του ανθρώπου που είναι εκτός της κουλτούρας που σχολιάζει και έτσι μπορεί να βλέπει καθαρά και αντικειμενικά την ασχήμια της. Το αναγνωρίζω ακριβώς επειδή κάποτε το έζησα και εγώ. Βλέπετε. το χρονικό διάστημα που συνέβαιναν όλα αυτά στο Κολωνάκι, εγώ ζούσα σε μια επαρχιακή πόλη της Αγγλίας. Τα διάφορα σπίτια που νοικιάζαμε ήταν υπερτιμημένα, γεμάτα υγρασία, σάπια πατώματα και βρώμικες μοκέτες. Τα ζωύφια κάνανε βόλτα στο σαλόνι μας, μα το ενοίκιο αυξάνονταν κάθε χρόνο. Σε αντίθεση με τους ντόπιους, εμείς οι ξένοι έπρεπε να παρουσιάσουμε δεκάδες έγγραφα και εγγυητές για να μπορέσουμε να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο. Οι τράπεζες τότε αρνούνταν να μας εκδώσουν μια βίζα, την οποία και είχαμε ανάγκη, σε περίπτωση που ξεμέναμε από χρήματα. Δεν δικαιούμασταν κανένα από τα φοιτητικά επιδόματα ή τις φοιτητικές επιχορηγήσεις του κράτους, και ας ήμασταν στην ΕΕ τότε. Θυμάμαι σαν χθες τα λόγια του αδερφού μου, όταν για πρώτη φορά τον επισκέφτηκα στο Λονδίνο. Με έπιασε από το μπράτσο σφιχτά και με κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Περπάτα» με πρόσταξε «αν εδώ πέσεις στο δρόμο, οι άνθρωποι μπορεί να σε πατήσουν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Εδώ η απάθεια είναι αρετή» μου είπε και με τράβηξε μαζί του.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους 6 μήνες που πέρασα στο τοπικό παράρτημα του ραδιοφώνου του BBC στην πόλη που ζούσα. Κάθε μέρα, οι συνάδερφοι μου τραγουδούσαν τη μελωδία από τον Ζορμπά και με ρωτούσαν για τα ψαροκάικα, τα ψάρια, τη θάλασσα και το σπάσιμο των πιάτων πάνω στο τσακίρ κέφι. Ώπα! Πέρα από νησιά και ρετσίνα, η Ελλάδα δεν υπήρχε στο διανοητικό χάρτη του μυαλού τους. Υπάρχουν κι’ άλλα, πιο επώδυνα, όπως η άρνηση κάποιων συμφοιτητών μου να με χαιρετίσουν, όταν έμαθαν πως εργάζομαι περιστασιακά στην κουζίνα της εστίας. Όλα τους παιδιά των ιδιωτικών σχολείων, μορφωμένα, ευυπόληπτα. Θυμάμαι ακόμα τη φράση του τότε συντρόφου μου, όταν αποφάσισα να πάω σε μια πορεία εναντίον του Πινοσέτ στο Λονδίνο. «Είσαι φιλοξενούμενη στη χώρα μου» μου είπε αυστηρά «δεν πρέπει να δημιουργείς φασαρίες».
Η ξενοφοβία αγαπητέ κύριε δάσκαλε-καθηγητή της αγγλικής δεν είναι χαρακτηριστικών συγκεκριμένων λαών, αλλά ανθρώπων. Είναι θέμα μυαλού και νοοτροπίας και όχι εθνικιστικών φρονημάτων και προπαγάνδας. Στα χρόνια μου στην Αγγλία γνώρισα μερικά από τα πιο λαμπρά και φιλελεύθερα μυαλά, αλλά άκουσα παράλληλα και πολλές πικρές κουβέντες. Άκουσα τους συμφοιτητές μου να λένε πως η εισροή μεταναστών (Πακιστανοί, Ινδοί, Αφρικανοί κτλ) έχει αποδυναμώσει τη χώρα τους, μια και βάση νόμου, οι μειονότητες είχαν προτεραιότητα στις θέσεις εργασίας.
Δεν ξέρω πόσο διαφορετικές είναι τελικά οι οπτικές μας. Δεν ξέρω τι μαθαίνει κανείς (αν μαθαίνει τίποτα) ζώντας σε μια ξένη χώρα. Εγώ πάντως πήρα ένα σημαντικό μάθημα ζωής. Έμαθα να σέβομαι τον ξένο, όπου και να τον συναντήσω. Έμαθα να σέβομαι το μόχθο του και την ελπίδα του για ένα καλύτερο αύριο, διότι, τελικά, όλοι είμαστε εν δυνάμει ξένοι σε αυτή την πλάση.

2 σχόλια:

NIKITAS είπε...

στη μικρη πλατεια ειναι αστεια γαρδενιες πουλαει η Γιωργια....

anidifranco είπε...

Ωραία, πιάσε μια γλάστρα με γαρδένιες ρε Νικήτα, γιατί βρωμάει θάνατο εδώ μέσα. Καλώς όρισες.